Ένα νέο και σαφώς πιο απαιτητικό οικονομικό τοπίο αρχίζει να διαμορφώνεται για την ελληνική οικονομία, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα τις βασικές μακροοικονομικές ισορροπίες.

Η αυξανόμενη αβεβαιότητα που προκαλεί η πολεμική ένταση μεταφέρεται ταχύτατα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και από εκεί στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον πιέσεων που οδηγεί σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την πορεία της οικονομίας το 2026.

Στο επίκεντρο αυτής της αναπροσαρμογής βρίσκεται ένας συνδυασμός που προκαλεί έντονο προβληματισμό: πληθωρισμός που αναμένεται να κινηθεί πάνω από το 3% και ρυθμός ανάπτυξης που διολισθαίνει κοντά ή και κάτω από το 2%.

Η εξέλιξη αυτή συνιστά σαφή απόκλιση από τις αρχικές προβλέψεις, οι οποίες έκαναν λόγο για αποκλιμάκωση των τιμών και ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική, δημιουργώντας τώρα ένα πιο σύνθετο και πιεστικό πλαίσιο για την οικονομική πολιτική.

Αναθεώρηση προβλέψεων και επιβράδυνση της οικονομίας

Το οικονομικό επιτελείο έχει ήδη προχωρήσει σε επικαιροποίηση των βασικών του σεναρίων, ενσωματώνοντας τις νέες διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνονται. Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, η πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάπτυξης αναθεωρείται προς τα κάτω, από το 2,4% που είχε ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό, σε επίπεδα κοντά στο 2% ή και χαμηλότερα. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται αφενός στις εξωτερικές πιέσεις που προκύπτουν από το διεθνές περιβάλλον και αφετέρου στη μείωση της εσωτερικής ζήτησης, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται από την άνοδο του κόστους.

Ενέργεια και κατανάλωση στο επίκεντρο των πιέσεων

Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός ακολουθεί αντίθετη πορεία, ενισχύοντας τις ανησυχίες. Οι αρχικές εκτιμήσεις που τοποθετούσαν τον δείκτη στο 2,2% εγκαταλείπονται, με τις νέες προβλέψεις να τον φέρνουν πλέον πάνω από το 3%. Η αύξηση των τιμών στην ενέργεια, ως άμεση συνέπεια της γεωπολιτικής έντασης, αποτελεί τον βασικό μοχλό αυτής της εξέλιξης, μεταφέροντας πληθωριστικές πιέσεις σε ένα ευρύ φάσμα της οικονομίας.

Ήδη, οι πρώτες επιπτώσεις είναι ορατές στον τομέα των καυσίμων, όπου οι τιμές αντιδρούν άμεσα στις διεθνείς αναταράξεις. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι το φαινόμενο αυτό δεν θα περιοριστεί εκεί, αλλά θα επεκταθεί σύντομα και σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες. Η γενίκευση των ανατιμήσεων αναμένεται να εντείνει την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, περιορίζοντας περαιτέρω την κατανάλωση και επηρεάζοντας συνολικά τη ζήτηση.

Διεθνείς εκτιμήσεις και θεσμικές παρεμβάσεις

Η εικόνα επιβράδυνσης επιβεβαιώνεται και από τους βασικούς θεσμικούς φορείς. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη αναθεωρήσει την εκτίμησή της για την ανάπτυξη το 2026 στο 1,9%, από 2,1% προηγουμένως, λαμβάνοντας υπόψη τη διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα. Αντίστοιχα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά την ανάπτυξη στο 1,8%, ενώ το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή τοποθετεί τον ρυθμό γύρω στο 2%, επιβεβαιώνοντας τη γενικευμένη τάση επιβράδυνσης.

Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διεθνούς τάσης. Πολλές χώρες επανεξετάζουν τις προβλέψεις τους, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια ενισχύει την αβεβαιότητα και επηρεάζει τις αγορές. Το κοινό χαρακτηριστικό είναι η ταυτόχρονη επιβράδυνση της ανάπτυξης και η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, δημιουργώντας ένα απαιτητικό περιβάλλον για τις οικονομίες.

Οι αλλαγές αυτές αναμένεται να αποτυπωθούν και σε θεσμικό επίπεδο, με την κυβέρνηση να προετοιμάζει την επικαιροποίηση του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, το οποίο πρόκειται να κατατεθεί στις Βρυξέλλες στα τέλη Απριλίου. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη συνεχείς επαφές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ οι διαβουλεύσεις εντείνονται όσο πλησιάζει η οριστικοποίηση των νέων προβλέψεων.

Τα δημοσιονομικά μεγέθη

Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών για το 2025. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα ενδέχεται να ξεπεράσει το 4,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του 3,7%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη απόδοση των φορολογικών εσόδων, γεγονός που ενισχύει τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας.

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα έχουν επισημανθεί από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δεν αποκλείεται το τελικό αποτέλεσμα να είναι ακόμη υψηλότερο, με τα οριστικά στοιχεία να αναμένονται εντός Απριλίου. Η θετική αυτή επίδοση συμβάλλει στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τις προκλήσεις που δημιουργεί το νέο διεθνές περιβάλλον.

Συνολικά, ο συνδυασμός πληθωρισμού άνω του 3% και ανάπτυξης κάτω από το 2% διαμορφώνει ένα πλαίσιο αυξημένων πιέσεων και περιορισμένων περιθωρίων κινήσεων.

Η οικονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση της σταθερότητας και την ανάγκη στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, σε μια περίοδο όπου οι εξωτερικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις και περιορίζουν τη δυνατότητα άμεσων παρεμβάσεων.