Η παράσταση της ομάδας bijoux de kant, «Ο μαγεμένος βοσκός» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, μετά την πρεμιέρα της τον Αύγουστο του 2025 στο Αρχαίο Θέατρο Σάμου και την εξαιρετικά επιτυχημένη συνέχεια στο HOOD art space, λαμβάνοντας εξαιρετικές κριτικές, επέστρεψε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου για να συγκινήσει ξανά το κοινό.
«Ο μαγεμένος βοσκός» είναι το χαμένο δραματικό ειδύλλιο που έγραψε ο Σπυρίδων Περεσιάδης το 1909, μετά την εμβληματική «Γκόλφω» και παρουσιάζεται σήμερα μέσα από τη σύγχρονη και λυρική ανάγνωση του Γιάννη Σκουρλέτη. Σε αυτήν, η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τον Δάφνι, έναν νεαρό βοσκό που ερωτεύεται τον Μύρτο, όμως, ο έρωτάς τους δοκιμάζεται από δεισιδαιμονίες και κοινωνικές προκαταλήψεις.
Με αφορμή την παράσταση, μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σκουρλέτη, ο οποίος μεταξύ άλλων, περιέγραψε στο Newsbeast, πώς «έπεσε» τυχαία στα χέρια του το χαμένο αυτό έργο, ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι πρόθεση να πει και να κανιβαλίσει κείμενα ή συνθήκες και πως τον απασχολεί στα έργα του το ζήτημα της ελληνικότητας και της ταυτότητάς μας, καθώς όπως τονίζει στην κουβέντα που είχαμε: «Χωρίς το παρελθόν, δεν μπορείς να ορίσεις ένα μέλλον. Αυτό είναι μια αποσκευή την οποία την έχουμε στην πλάτη μας, θέλουμε δεν θέλουμε…»
– Πώς ανακάλυψες τον «Μαγεμένο βοσκό»; Θυμάσαι πως ήταν η πρώτη εκείνη επαφή που είχες με το κείμενο του Περεσιάδη;
Ήταν μια αποκάλυψη η συνάντησή μου με αυτό το κείμενο, μια αρχαιολογία θα έλεγα. Εγώ αγαπούσα τον Περεσιάδη πολύ και αγαπούσα επίσης πάρα πολύ την Γκόλφω, το πιο γνωστό έργο του και ήθελα πάρα πολλά χρόνια να την κάνω, επειδή είχε ανέβει πολλές φορές και με πολύ ωραία ανεβάσματα, κάπως, δεν είχε γίνει ποτέ. Είχα διαβάσει, όμως, στην εργογραφία του ότι υπήρχε ένα έργο με τον τίτλο «Μαγεμένος βοσκός» το οποίο και αναζήτησα, γιατί μου άρεσε ο τίτλος πολύ. Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, δεν το έβρισκα πουθενά. Ούτε σε παλαιοπωλεία, ούτε σε βιβλιοθήκες, πουθενά. Τα τελευταία χρόνια, έχω μία μικρή συνήθεια να πηγαίνω στο κέντρο και να χαζεύω έτσι τα παλιατζίδικα για να μου περνάει πιο πολύ η ώρα, αλλά και να αποσυμφορίζομαι από τα πολλά που έχω στο κεφάλι μου. Και μέσα στην έρευνα που κάνω, ανάμεσα στα καφάσια και τα παλαιά πράγματα, ανακαλύπτω ένα μικρό κλασικό εικονογραφημένο προπολεμικό που έγραφε πάνω «Σπυρίδων Περεσιάδης, Ο μαγεμένος βοσκός». Ήταν καταπληκτικό, διότι ήταν κάτι που αναζητούσα, δεν ήταν κάτι που το βρήκα τυχαία. Κάπως με βρήκε και αυτό. Και γι’ αυτό λέω ότι ένιωσα σαν τον Μανώλη Ανδρόνικο, ανακαλύπτοντας τον τάφο του Φίλιππου.

– Ένας θησαυρός για εσένα.
Ένας θησαυρός για εμένα. Και μάλιστα, ο τρόπος που το βρήκα. Χάρηκα πάρα πολύ, το πήρα με πολύ μεγάλη προσοχή. Έτσι, το έγραψα, το κάναμε σε ηλεκτρονική μορφή και μπήκαμε στην περιπέτεια του «Μαγεμένου βοσκού».
– Όταν είχες μάθει για το έργο αυτό, είχες στο μυαλό σου να το βρεις και να το ανεβάσεις στη σκηνή ή απλώς να το διαβάσεις;
Να το διαβάσω. Να δω τι είναι. Μου έκανε εντύπωση ο «Μαγεμένος βοσκός» και φυσικά αγαπούσα πάρα πολύ τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Θεωρώ την Γκόλφω κορυφαίο έργο.
– Οπότε, διαβάζοντάς το, σου γεννήθηκε η επιθυμία;
Ναι. Άλλωστε, η ίδια η φύση της δουλειάς μου περιστρέφεται πάρα πολύ γύρω από ελληνικά κείμενα και σύγχρονα, γιατί συνεργάζομαι με σύγχρονους συγγραφείς, αλλά και με παλαιότερα πράγματα. Δηλαδή ανατρέχω πολύ συχνά στις δουλειές μου σε παλαιά κείμενα. Βρίσκομαι σε αυτή την περιοχή της αναζήτησης και της επεξεργασίας παλαιότερων κειμένων, γιατί πιστεύω βαθιά ότι, όταν επιστρέφουμε σε αυτά τα κείμενα -η οποία επιστροφή δεν γίνεται με καμία διάθεση ηθογραφίας ή αναπαράστασης της εποχής-, είναι περισσότερο για να βρούμε ταυτοτικά ζητήματα. Δηλαδή να δούμε πώς η ταυτότητά μας μέσα στον χρόνο έχει εξελιχθεί, ποιες είναι οι πηγές και οι αφορμές που μας φέρνουν στο σήμερα. Και προσπαθούμε μέσα από αυτό να καταλάβουμε λίγο περισσότερο τι συμβαίνει με εμάς, όχι τι συνέβαινε τότε.
– Να ανακαλύψουμε τις ρίζες μας δηλαδή.
Ναι, ακριβώς. Νομίζω ότι χωρίς αυτό δεν πάει κανείς πουθενά. Χωρίς το παρελθόν του, δεν μπορεί να ορίσει ένα μέλλον, πρέπει κάπως να το γνωρίσει, γιατί το κουβαλάει, έτσι κι αλλιώς. Δηλαδή, θέλω να πω, είναι μια αποσκευή την οποία την έχουμε στην πλάτη μας, θέλουμε δεν θέλουμε. Τα πράγματα που έχουν εγγραφεί τόσο βαθιά μέσα μας και σίγουρα το κωμειδύλλιο, το βουκολικό δράμα, τα μπουλούκια που παίζονταν αυτά τα έργα, ανά την ελληνική επικράτεια σε χρόνια πολύ δύσκολα και πέτρινα. Η ανακάλυψη του ελληνικού ρομαντισμού, πώς δηλαδή αυτός ο λόγος, αυτός ο δεκαπεντασύλλαβος συνομιλεί, γιατί όλα αυτά κατάγονται από τον 19ο αιώνα και τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό εν γένει. Αυτές είναι οι ελληνικές του -ας πούμε- εκφράσεις. Είναι πολύ συγκινητικός, μωρέ ο Περεσιάδης, μάλιστα τον λέγανε ο «Όμηρος του Χελμού». Ανακάλυψα λοιπόν αυτό το έργο με μεγάλη χαρά. Κι έχοντας αυτό το κείμενο στα χέρια μου, πρότεινα μια νέα δραματουργία – δεν έχω πειράξει το κείμενο στη δομή του, είναι όπως ακριβώς ήταν. Έχω κάνει μια μικρή δραματουργική μετακίνηση, δηλαδή το βασικό ζευγάρι στα κωμειδύλλια είναι ανάμεσα σε ένα αγόρι και ένα κορίτσι και συνήθως αυτό που τα χώριζε τότε ήταν η ταξική, κυρίως, διαφορά: δηλαδή ο ένας ήταν πλούσιος ο άλλος ήταν φτωχός. Σήμερα, αυτό δεν έχει τόσο μεγάλη δυναμική κι έτσι εμείς αντί να είναι ο Δάφνης και η Μύρτος τα δύο ερωτευμένα παιδιά, το κάναμε να είναι ο Δάφνης και ο Μύρτος. Κι αυτό δεν έγινε από μια διάθεση να εκσυγχρονίσω κάτι, καθόλου δεν μου αρέσει αυτό, απλώς είδα ότι με αυτόν τον τρόπο βγαίνει πιο ανάγλυφο αυτό το αίσθημα που με ενδιαφέρει, γιατί μόνο αυτό με ενδιαφέρει: το καθαρό αίσθημα των ανθρώπων, το οποίο υπερβαίνει και φύλα και ταυτότητες, ταξικές, σεξουαλικές τα πάντα. Παίξαμε τον Αύγουστο στο αρχαίο θέατρο της Σάμου, στο Πυθαγόρειο. Ήταν πολύ εντυπωσιακό, ένα βράδυ κατά τη διάρκεια της παράστασης, άρχισαν να ακούγονται κάτι λυγμοί, σαν ένα μωρό που κλαίει, σαν ένα σκυλί που φωνάζει κάπου μακριά -το αρχαίο θέατρο της Σάμου είναι μέσα σε ένα δασάκι- και στο τέλος της παράστασης πολλοί αναρωτιόμασταν τι ήταν αυτό που ακουγόταν και μας λέει ο φύλακας ότι ήταν τα τσακάλια. Δηλαδή η παράσταση ενεργοποίησε και τα τσακάλια, ο τρόπος που συνομίλησε ο λόγος με τη φύση της περιοχής ήταν μία πάρα πολύ συγκινητική στιγμή και είχε πολύ ενδιαφέρον.

– Πάντως η παράσταση είχε επιτυχία. Θα μπορούσαν να υπήρχαν αντιδράσεις, από την άποψη ότι πήρες ένα κείμενο της ελληνικής παράδοσης και το μετέφερες στο σήμερα, με πρωταγωνιστές ένα γκέι ζευγάρι, όμως, βλέπεις ότι δεν στάθηκε κανείς σε αυτό το κομμάτι. Είναι νομίζω και η δύναμη του κειμένου;
Βέβαια. Αυτό είναι ότι ο λόγος μπορεί και τα υπερβαίνει. Κι εγώ, ειλικρινά σου λέω, δεν είχα πρόθεση να πάω να εκσυγχρονίσω κάτι, απλά ένιωσα ότι με αυτή τη μικρή αλλαγή, ακούγεται καλύτερα σήμερα, δηλαδή έχει μεγαλύτερη διαύγεια το αίσθημα, μεταφέρεται καλύτερα. Γι’ αυτό και μόνο έγινε και καθόλου για λόγους εκμοντερνισμού ή να κάνουμε κάτι να επικαιροποιήσουμε, δεν μου αρέσει να μένω σε αυτά, κυρίως στη δουλειά μου. Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί το κάναμε με πολύ νέα παιδιά και είναι εντυπωσιακό, επειδή χρησιμοποιούμε και πολλά τραγούδια παραδοσιακά και όταν ήρθαμε σε επαφή με αυτά τα υλικά -αν μπορώ να το πω έτσι- με πόση αγάπη, ζωντάνια και φροντίδα αντιμετώπισαν τα κείμενα, τα νέα αυτά παιδιά. Είναι κάπως πολύ αισιόδοξο αυτό γιατί είναι σαν να ανακαλύπτουν κι αυτά έναν νέο κόσμο και λένε: «Κοίτα, ρε παιδί μου».
– Πάντως, παρατηρώ ότι η νέα γενιά κάνει μια στροφή προς την παράδοση. Βλέπεις, τα καλοκαίρια στα πανηγύρια πόσοι νέοι πηγαίνουν πλέον σε αυτά, που είναι ένα κομμάτι της παράδοσής μας.
Είναι αυτό που σου λέω, γιατί αυτά τα φέρουμε, τα κουβαλάμε στην πλάτη μας, δεν γίνεται να μην αναγνωρίσουμε την ταυτότητά μας.
– Αυτό που μου αρέσει σε εσένα είναι ότι φέρνεις την ελληνική παράδοση στο σήμερα με μια μοντέρνα ματιά, χωρίς να χάνεται ο σεβασμός σε αυτήν και ότι η δουλειά σου είναι σαν ένας συνδετικός κρίκος του χθες με το σήμερα.
Μακάρι, αυτή είναι η πρόθεση πάντως. Είναι ξεκάθαρο αυτό. Ούτε queer θέλω να κάνω, ούτε τέτοια πράγματα. Πηγαίνω πέρα από τις ορισμούς… Κάνω αυτό που αντέχω και μπορώ να δω εγώ. Αυτή είναι η πρόθεσή μου. Σίγουρα δεν είναι η πρόθεση να πω και να κανιβαλίσω κείμενα ή συνθήκες. Θέλω να ανακαλύψω, να καταλάβω τι συμβαίνει γύρω μας, μέσα μας, έξω μας. Ζούμε και σε εποχές μπροστά σε οθόνες, μέσα σε έναν κόσμο που η βία έχει πια γίνει η κανονικότητα. Και προσπαθούμε, λοιπόν, μέσα σε όλο αυτό να αρθρώσουμε έναν λόγο που έρχεται από τόσο πολύ παλιά. Έναν λόγο που μιλάει για τη φύση, για τον έρωτα.
– Εσύ έχεις σταθερά την ομάδα bijoux de kant. Είναι σημαντικό να έχεις μια καλλιτεχνική οικογένεια σταθερή, έτσι δεν είναι;
Ναι και εξελίσσεται κιόλας η ομάδα μέσα στα χρόνια. Κλείσαμε ήδη 15ετία. Είμαστε στο κέντρο της Αθήνας από το 2010. Τώρα περνάμε στη δεύτερη έξωσή μας από τον χώρο μας – κι έχουμε και αυτό το δράμα να ζούμε. Να μιλούσαμε πριν για τη βία. Και αυτό δεν είναι μια μορφή βίας; Να ανοίγω την πόρτα για να μπει ένας Ισραηλινός ή ένας Λιβανέζος επενδυτής, να δείχνω τον χώρο, γιατί πρέπει να φύγω από αυτόν.

– Σαν ξεριζωμός δεν είναι;
Αυτό είναι, ξεριζωμός. Εκεί, στο κέντρο σβήνουν ένα ένα, τελειώνουν όλα. Πόσα καφέ και πόσα μπουτίκ ξενοδοχεία θα ανοίξουν; Χάνεται πια η ίδια η σχέση με την πόλη.
– Γι’ αυτό νομίζω ότι τώρα είναι πιο αναγκαίο από ποτέ, αυτό το έργο, αυτή η επιστροφή στις ρίζες.
Πολλές φορές λέω: «Δεν με πήρανε από το Εθνικό Θέατρο να μου πούνε τι είναι αυτό που βρήκες».
– Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο έργο θα ταίριαζε στο ρεπερτόριο και το ύφος του Εθνικού.
Βέβαια. Αλλά υπάρχουν ο νεποτισμός, οι παρέες. Άμα δεν είσαι λίγο και στο σινάφι τους. Τέλος πάντων, δεν θέλω να γκρινιάζω. Αλλά αυτή δεν είναι η πραγματικότητα;
– Ναι, πράγματι. Η συγκεκριμένη παράσταση θα μπορούσε να ήταν και στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Και παλεύουμε, μοναχοί μας.
– Είμαστε σε μια εποχή που γίνονται και πάρα πολλές παραστάσεις. Έχουμε χάσει τον λογαριασμό.
Χαμός.
– Έχουμε και τα sold out.
Ναι, η κουλτούρα του sold out. Επίσης, επιχειρηματίες έχουν αγοράσει πια το θέατρο. Ευτυχώς, εγώ λέω ευτυχώς, που έστω αυτό το υπουργείο, δίνει αυτές τις μικρές επιχορηγήσεις, αλλιώς δεν θα γινόταν, αλλιώς, τίποτα. Τώρα, από την άλλη, είναι μεγάλη κουβέντα οι επιχορηγήσεις, γιατί και αυτές ανακυκλώνουν ένα παθογενές σύστημα.
– Στα έργα σου, για να γυρίσουμε σε αυτά, σε απασχολεί πολύ η ελληνικότητα.
Ναι, ναι. Το ζήτημα της ταυτότητας.
– Υπάρχει ωστόσο και αυτό: αν εκφράσεις τον προβληματισμό σου για την ελληνικότητα, για την επιστροφή στις ρίζες, μπορεί και να παρεξηγηθείς.
Καλά, ναι εντάξει, εθνικιστικά. Εγώ πάντα τα βλέπω από μια λοξή ματιά τα πράγματα. Γι’ αυτό σου είπα και πριν ότι δεν με ενδιαφέρει ένα εθνικό αφήγημα, που γίνεται δόγμα. Με ενδιαφέρει η ανατροπή του. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι υπάρχει πάντα κάτι καθαρό από μόνο του. Πάντα υπάρχει με μια μικρή βρομίτσα μαζί, ακόμα και το πιο καθαρό διαμάντι, τη μικρή βρομίτσα του, κάπου θα την έχει σε κάποιο σημείο. Οπότε, ναι. Πιστεύω, γενικά, σε αυτό: στη μη καθαρότητα, που όμως είναι καθαρότητα. Επίσης, πιστεύω στη ρευστότητα. Τα πράγματα είναι ρευστά. Το queer, για παράδειγμα, το αντιλαμβάνομαι ως κάτι ρευστό, ως κάτι που είναι εν δυνάμει εξελισσόμενο συνεχώς. Γυρνάς, βλέπεις έναν άλλον φωτισμό και αλλάζουν τα πράγματα. Γυρνάς από την άλλη, βλέπεις έναν άλλο φωτισμό και αλλάζουν, ξανά. Είναι, ξέρεις, αυτή η συνεχής ροή.

– Και το κάνεις και πολύ ωραία. Ακολουθείς πολύ ωραία με αυτή τη ροή.
Σε ευχαριστώ πολύ. Προσπαθώ με ειλικρίνεια. Πάντως, η ελληνική γλώσσα έχει τεράστιες περιοχές που μπορείς να εξερευνήσεις. Μπορείς να μην πας στην ασφάλεια του Τσέχοφ, γιατί πόσοι «Βυσινόκηποι» πια, πόσοι «Γλάροι»… Ας πάρεις το ρίσκο και στο λάθος, γιατί έτσι θα μάθεις πιο πολλά. Άλλωστε, κάθε παράσταση, κάθε σκέψη, είναι μια αποτυχία, έτσι και αλλιώς. Γιατί αν δεν είναι αποτυχία, δεν θα πας στο επόμενο.
– Εσένα δεν σε φοβίζει η αποτυχία;
Όχι, βέβαια. Γι’ αυτό και σήμερα δεν έχω άγχος με τις παραστάσεις μου. Δηλαδή, δεν με πιάνει αυτό το πώς θα είναι και τι θα κάνει. Πώς θα φανεί και πώς θα είναι το επόμενο. Δεν έχω κανένα άγχος. Θέλω να είμαι καλά με τους συνεργάτες μου, να προσπαθούμε με ειλικρίνεια να πούμε αυτό που είναι. Δεν πάω για ένα αποτέλεσμα, πάω για τη διαδικασία.
Η παράσταση
Ένα λαϊκό παραμύθι – «δραματικόν ειδύλλιον εις πράξεις τρεις, μετ’ ασμάτων και χορών ελληνικών» – που αξιοποιεί τη δημοτική γλώσσα με ποιητική δομή και έντονες λαογραφικές αναφορές, αντλώντας έμπνευση από τη μνήμη και την προφορική παράδοση. Ένα έργο που ξεπερνά τις αφηγήσεις για το παρελθόν και προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε το παρόν.
Το έργο αγγίζει έννοιες βαθιά οικείες, όπως την αγάπη, την απώλεια και το θαύμα, ενώ λειτουργεί ως όχημα επιστροφής στην τελετουργία· σε έναν παρελθόντα κόσμο όπου η φύση έχει φωνή και η μαγεία δοκιμάζει την αγάπη. Μέσα από μουσικά μοτίβα, γκροτέσκ μεταμορφώσεις και λαϊκούς ήχους, η παράσταση γίνεται ύμνος στην καταλυτική δύναμη του έρωτα, ο οποίος μετατρέπεται σε εργαλείο επανεφεύρεσης της σύγχρονης ερωτικής μας ταυτότητας
Στη δραματουργικά επεξεργασμένη εκδοχή που παρουσιάζει η bijoux de kant, η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τον Δάφνι, έναν νεαρό βοσκό που ερωτεύεται τον Μύρτο. Όμως ο έρωτάς τους δοκιμάζεται από δεισιδαιμονίες και κοινωνικές προκαταλήψεις. Η ρομαντική ατμόσφαιρα συνδυάζεται με βαθύτερους στοχασμούς για την αλήθεια, τον έρωτα και την ελευθερία της βούλησης, αλλά και με χιούμορ και κωμικά στοιχεία. Μια παράσταση που μας μεταφέρει σε έναν ειδυλλιακό, ρομαντικό κόσμο γεμάτο ζωντανές εικόνες, αναδεικνύοντας τη δύναμη της φύσης, την αντοχή του ανθρώπινου πνεύματος απέναντι στις σκοτεινές δυνάμεις και, τελικά, τη δύναμη της αγάπης, που στο τέλος υπερβαίνει κάθε εμπόδιο.
Κείμενο Σπυρίδων Περεσιάδης
Σύλληψη – Σκηνοθεσία Γιάννης Σκουρλέτης
Δραματολόγος Ασημένια Ευθυμίου
Σκηνικά bijoux de kant
Ερμηνεύουν Άγγελος Αλαφογιάννης, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Άννια Λεμπεντένκο, Νίκος Μανωλάς, Μελίνα Πολυζώνη
Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Εισιτήρια: more.com