Ο έμπειρος ηθοποιός Γιώργος Δάμπασης επέστρεψε στη σκηνοθεσία και στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, παρουσιάζοντας αυτή την περίοδο στο Θέατρο Αργώ, το «Optansia & Guerrilla», ένα νέο θεατρικό κείμενο – μια παράσταση-δοκιμή εμπνευσμένη από το «Ο Γορίλας και η Ορτανσία», που μεταφέρει την ιστορία στο σήμερα.
Ένα έργο που ήταν κάτι σαν απωθημένο για τον ίδιο, όπως εξομολογήθηκε στο Newsbeast, στην κουβέντα που είχαμε μαζί του, με αφορμή την παράσταση, ήθελε να το ανεβάσει πριν 10 χρόνια.
– Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζεις Καμπανέλλη;
Όχι. Η δεύτερη. Έχω ανεβάσει τα «Τέσσερα πόδια του τραπεζιού». Με κάλεσε, πριν 10 χρόνια, ο δάσκαλός μου ο Κώστας Καζάκος και μου λέει «Γιώργο θέλω να σκηνοθετήσεις ένα έργο στο Τζένη Καρέζη». Του λέω, έχω τον «Γορίλα και την Ορτανσία». Μου είπε τα «Τέσσερα πόδια του τραπεζιού». Συμφώνησα και το έκανα. Εκείνο το διάστημα, διάβαζα όντως το «Ο Γορίλας και η Ορτανσία».
– Τον είχες γνωρίσει από κοντά τον Καμπανέλλη;
Τον είχα δάσκαλο στη σχολή Καζάκου και τον είχα δει από κοντά και ήξερα ποιος είναι, καθώς τον γνώρισα σαν δάσκαλο. Εντάξει, όλοι έλεγαν ότι είναι ένας μεγάλος συγγραφέας, αλλά ένα παιδί όπως ήμουν εγώ στη σχολή το 1995, δεν μπορούσα να συλλάβω το μέγεθος. Όταν όμως μια μέρα ήρθε στο μάθημα και μας μίλησε και εκεί μας αφηγήθηκε μια ιστορία για ένα γαϊδούρι που κατέβαινε στη Νάξο και καθώς άκουγα, περιμένοντας ότι κάτι θα συμβεί: θα σκοντάψει το γαϊδούρι, θα πέσει ένας από το γαϊδούρι, θα γίνει μια συνάντηση με κάποιον, αλλά δεν έγινε τίποτα από αυτά. Είχα μαγευτεί. Ο Καμπανέλλης απλώς έλεγε την ιστορία τόσο καλά και στο μυαλό μου συμπλήρωνα με τη φαντασία μου. Εκεί κατάλαβα πόσο μεγάλος παραμυθάς είναι αυτός ο άνθρωπος και πόσο πολύ θέλει τη συμμετοχή σου στο να συμπληρώνεις την ιστορία που λέει. Και κατάλαβα ότι δεν είναι κάτι που μπορείς να το συλλάβεις εύκολα κι επιπόλαια. Πρέπει να έχεις εσωτερικό βάθος. Είναι δηλαδή το πώς ηχούνε μέσα σου τα λόγια του. Τώρα, λοιπόν που είμαι σε αυτή την ηλικία που είμαι και μετά από αυτά τα χρόνια που έχω διανύσει στο θέατρο, ξαναπήρα το έργο και είπα «θα το ανεβάσω».

– Να μην το αφήσεις και ως απωθημένο.
Ακριβώς. Διαβάζοντας με προσοχή την εισαγωγή, που ρωτούσε τον αναγνώστη αν αυτό το έργο είναι: «Κωμωδία; Φάρσα; Παραμύθι; Παραβολή; Ή ένα παιχνίδι για τέσσερις ηθοποιούς και όσους θεατές θέλουν να παίξουν μαζί τους;», κατάλαβα ότι ζητούσε τη δική μας οπτική γωνία. Ουσιαστικά, εμείς το διασκευάσαμε, αλλάξαμε τις προτεινόμενες συνθήκες κι αφηγηθήκαμε αυτό το παιχνίδι: τέσσερις ηθοποιοί με το κοινό. Όλο αυτό είναι μία χειροποίητη δουλειά. Είναι μια παράσταση που ανήκει στην παράσταση. Στο θέατρο πρέπει να είμαστε σε ένα σημείο και να περιμένουμε να έρθουν τα πράγματα, την κατάλληλη στιγμή.
– Και αυτή τη στιγμή νιώθεις πως έχεις και την ωριμότητα;
Νομίζω ναι, νομίζω την εσωτερική ωριμότητα. Συνέβη κι ένα γεγονός, το οποίο με επηρέασε πάρα πολύ πριν έναν χρόνο και κάτι, όταν χάσαμε τον Δημήτρη τον Ήμελλο. Ήμασταν μαζί στον Λιβαθινό, στην Πειραματική. Τον ήξερα από την πρώτη μου παράσταση και μέχρι το 2006 ήμασταν συνέχεια μαζί σε όλες τις παραστάσεις. Συζητούσαμε να κάνουμε μαζί κι ένα έργο, αλλά τελικά δεν προλάβαμε, γιατί ο Δημήτρης έφυγε. Και δεν πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι αύριο θα είμαστε εδώ. Αυτή είναι η ζωή. Ένα μυστήριο. Δεν μπορείς, λοιπόν, να λες «εντάξει θα το κάνω αυτό κάποτε». Τι κάποτε; Να το κάνεις τώρα. Μπορεί να γίνει καλά, μπορεί και όχι. Δεν πειράζει. Κάνουμε μια παράσταση και μπορεί να αποτύχει. Τι καλά. Υπάρχει, πάντα και αυτό το ενδεχόμενο.
– Δεν τη φοβάσαι αποτυχία;
Αφού όλοι επιτυχίες κάνουμε. Μα δεν έχω ακούσει κάποιον να λέει ότι έκανα μια αποτυχία. Όλοι λένε «πήγαμε πολύ καλά». Δεν θα ακούσεις να λένε «αποτύχαμε». Δηλαδή, αλήθεια, δεν μπορούμε να αποτύχουμε μια φορά;
– Για εσένα τι είναι η επιτυχία;
Τα εισιτήρια δεν είναι επιτυχία. Επιτυχία είναι να πεις κάτι που χρώσταγες να πεις. Να υπηρετήσεις έναν σκοπό και όχι έναν στόχο. Ο στόχος είναι κάτι που λέω εγώ ότι βάζω στόχο να κάνω αυτό. Ωραία, έβαλες τον στόχο, το πέτυχες και τι έγινε; Ενώ ο σκοπός είναι κάτι μυστικό. Ο σκοπός αποκαλύπτεται. Όχι τώρα. Κάποτε. Κάπου μακριά. Μπορεί κάποτε κάποιος να πει «κοίτα τότε ο τρελός ο Δάμπασης τι έκανε». Τη στιγμή που το κάνεις, όμως, να λένε ότι είναι ανοησίες. Όμως, εσύ φυτεύεις τον σπόρο. Όπως βάζεις έναν σπόρο στη γη και θα φυτρώσει. Βέβαια, πρέπει να είναι γόνιμο και το έδαφος. Μπορεί να έχουν γεννηθεί μεγαλοφυίες εδώ στην Ελλάδα και να μη μπόρεσαν να δώσουν καρπούς, γιατί δεν ήταν το περιβάλλον γόνιμο και τους έχουμε πετάξει.
– Γιατί είχες τέτοιο απωθημένο με το συγκεκριμένο έργο;
Λοιπόν, ο άνθρωπος μέσα του έχει ένα κτήνος: ο θυμός ας πούμε είναι ζωώδες, το σεξ. Ο άνθρωπος λοιπόν όταν εμφανίζεται το κτήνος, όταν θυμώνει, μπαίνει ο θυμός μπροστά, είναι δέκα φορές δυνατότερος από τη λογική. Όλο το θέμα είναι να περιποιηθείς τον γορίλα. Δηλαδή τη σεξουαλική σου ζωή να την προσέχεις, να μην έχεις απωθημένα. Ο γορίλας θέλει όλες τις γυναίκες του κόσμου. Όλες. Ναι, αλλά κάτσε τώρα εκεί με τη γυναίκα σου. Κάτσε εκεί με τον άνθρωπο που αγαπάς, με τον ερωτά σου, ηρέμησε τον γορίλα, τάισε τον, άφησέ τον ήρεμο στο κλουβί του. Και μην τον ζορίζεις γιατί θα σπάσει το κλουβί και θα τα κάνει μαντάρα. Ο γορίλας υπάρχει με την έννοια του ζώου. Αυτό, λοιπόν, το κτήνος που είναι ο άνθρωπος, πρέπει να φτιάξουμε ένα μηχανισμό ώστε να είναι ελεύθερος, να βγαίνει έξω από το κλουβί, να τρώει, να παίρνει τα φρουτάκια του και ξανά μέσα να κοιμάται ήσυχος για να μην γκρεμίζει ό,τι φτιάχνει. Αυτό έβλεπα πάντα σε αυτό το έργο, τον Γορίλα.

– Και γιατί Γκαουρίλα;
Τον κάναμε Γκαουρίλα, αντάρτη γιατί εμείς κάνουμε έναν γορίλα ας πούμε του θεάτρου, ο οποίος είναι ο ηθοποιός, που τον βάζουν στο θέατρο και λέει «Κοίτα να δεις, θέλουμε να είσαι καλός ηθοποιός, να είσαι ελεύθερος, αλλά κοίτα τώρα θα κάνουμε μια παράσταση… Μπες από εκεί, μετά θα σταθείς εκεί. Όχι, όχι, όχι, τι κάνεις τώρα». Όλο αυτό το γελοίο του πράγματος, γιατί ο ηθοποιός όταν ξεκινά ψάχνει ένα υπόστεγο να είναι ελεύθερος, να βγάλει την τρέλα του, να ταξιδέψει στο υποσυνείδητό του, να βγάλει το ασυνείδητό του, να βγάλει την ομορφιά του και την ασχήμια του σε ένα προστατευμένο περιβάλλον. Εδώ, βάλανε τη λογική μέσα στο θέατρο. «Α να σου εξηγήσω κάτι». Μα δεν θέλω να μου εξηγήσεις.
– Χάθηκε ο ρομαντισμός;
Χάθηκε το πάθος. Δηλαδή σκοτώνει ένας τον άλλο στη σκηνή και σκοτώνει χωρίς λόγο. Σκοτώνονται δέκα σε ένα έργο και δεν υπάρχει τραγικότητα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο τραγικότητας, ούτε καν δραματικότητα δεν υπάρχει. Ο ηθοποιός είναι το πεπρωμένο του να είναι στη σκηνή ελεύθερος. Και έρχονται όλοι -από τον σκηνοθέτη μέχρι το υπουργείο Πολιτισμού- και του λένε «να σου εξηγήσω». Μα τι να του εξηγήσεις;
– Ο Καμπανέλλης έγραψε το έργο πρώτη φορά το ’52. Ήταν ο Καμπανέλλης πολύ μπροστά για την εποχή του; Γιατί είναι κάποια σημεία πολύ επίκαιρα και πρωτοποριακά για την εποχή εκείνη.
Ήταν, πολύ μπροστά. Δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε. Είναι πολύ μοντέρνος. Έχει πολύ χιούμορ, κρυμμένο χιούμορ και πολύ σοβαρός. Στη Νορβηγία, στο Ίδρυμα Ίψεν έχουν αίθουσα «Ιάκωβος Καμπανέλλης». Οι Νορβηγοί, που είναι 100 χρόνια μπροστά από εμάς. Τον αγαπώ πολύ και θέλω κάποια στιγμή να ανεβάσω το «Αυτός και το παντελόνι του».
– Η ελληνική λογοτεχνία έχει υλικό για το θέατρο; Γιατί όλο Ίψεν, Τσέχοφ και Σαίξπηρ βλέπουμε να ανεβάζουν.
Έχουμε θησαυρούς κι εμείς. Ναι, να ανεβάσεις και Ίψεν και Τσέχοφ, δεν το συζητάω. Όμως, έχουμε κι εμείς υπέροχους συγγραφείς κι έργα που δεν έχουνε παίξει και πολλοί.
– Σε κάνει πιο ποιοτικό, αν για παράδειγμα, ανεβάσεις Τσέχοφ από έναν Έλληνα συγγραφέα; Η παράσταση είναι πιο ποιοτική;
Εγώ, πάντως, από το μυαλουδάκι μου, έτσι θα σου πω κάτι, έδωσα εξετάσεις και μπήκα στο θέατρο, την πρώτη μέρα άκουγα γύρω μου συγγραφείς, τα παιδιά όλα είχαν βγάλει πανεπιστήμιο, ήταν διαβασμένα παιδιά, μορφωμένα. Εγώ είχα τελειώσει το Λύκειο. Λοιπόν, έβγαινα στη σκηνή και μου έλεγαν: «κάνε αυτό» και το έκανα. Καλά, κακά, έκανα αυτό που πίστευα. Δούλεψα με τον Λιβαθινό πολλά χρόνια. Δούλεψα στο Εθνικό Θέατρο, έξι χρόνια στην Πειραματική. Δούλεψα τέσσερα χρόνια σκηνοθεσία στο Εθνικό Θέατρο. Συνεργάστηκα με μεγάλους ηθοποιούς, γνωστούς, έμπειρους, φοβερούς. Έχω ακούσει ιστορίες… Τώρα στα 53 μου ξέρεις τι ψάχνω; Εκείνο το παιδί που ήρθε από την επαρχία, από το χωριό μου, την πρώτη μέρα στο Θέατρο και το είπαν βγες στη σκηνή. Ήμουνα ηθοποιάρα, γιατί έκανα αυτό που πίστευα. Και τίποτα παραπάνω. Όλα τα άλλα έρχονται και κάθονται από πάνω σου και είναι άχρηστα. Χάνεις αυτό που πιστεύεις εσύ. Και αυτό είναι το πιο πολύτιμο. Η ερμηνεία του κόσμου είναι προσωπική σου. Θα κλείσεις τα μάτια και ο κόσμος αυτός θα πάψει να υπάρχει, ο μοναδικός κόσμος που εσύ βλέπεις. Όλα τα άλλα είναι παραμύθι.

– Έχουμε καλούς νέους ηθοποιούς;
Βεβαίως. Ξέρεις, όμως, ποιο είναι το πρόβλημά τους; Δεν πιστεύουν στον εαυτό τους. Αυτό είναι η αρχή και το τέλος τους.
– Εσύ πιο πολύ αισθάνεσαι σκηνοθέτης ή ηθοποιός;
Η γυναίκα μου, μου είπε είσαι «καλύτερος σκηνοθέτης από ηθοποιός» πριν δέκα χρόνια και δεν ξανασκηνοθέτησα. Γιατί θεωρώ ότι είμαι καλύτερος ηθοποιός.
– Αλήθεια;
Ναι, στεναχωρήθηκα βαθύτατα.
– Θεωρείς ότι η φύση σου είναι πιο πολύ του ηθοποιού;
Ναι. Και τώρα λοιπόν που είμαι εδώ σαν σκηνοθέτης, γίνομαι καλύτερος ηθοποιός, γιατί κατανοώ τη θέση του σκηνοθέτη. Γιατί στα 53 σου δεν σηκώνεις και πολλά πολλά από τον σκηνοθέτη. Τώρα, όμως, που μπαίνω στον ρολό του και πρέπει να τους μαντρώσω και να τους φέρω κάπου εκεί, καταλαβαίνω ότι δεν είμαι ακόμα αυτός ο ηθοποιός που θα ήθελα να είμαι.
– Όταν είσαι στη σκηνή ως ηθοποιός, αφήνεις απ’ έξω την ιδιότητα του σκηνοθέτη; Θα δεχτείς μια παρατήρηση από τον σκηνοθέτη σου, με την οποία δε συμφωνείς;
Είμαι ό,τι πει ο σκηνοθέτης. Ο Λιβαθινός είναι σκηνοθέτης, το έχει σπουδάσει, έχει δομή η ματιά του, σκηνοθετική. Οπότε αυτό το πήραμε εμείς και σαν ηθοποιοί αυτοσκηνοθετούμαστε πολλές φορές. Εμείς ξέρουμε να βγούμε με αρχή-μέση-τέλος στον αυτοσχεδιασμό μας. Ήμουν πολύ τυχερός που συνάντησα τον Στάθη Λιβαθινό. Πολύ, πολύ. Ήταν το πιο δύσκολο μονοπάτι για μένα. Δεν υπήρχε πιο δύσκολο μονοπάτι. Και αυτό είναι, ας πούμε, που δεν θέλουν τα παιδιά. Θέλουν να παίρνουν το πιο εύκολο μονοπάτι. Εγώ, λοιπόν, θεωρώ ότι πρέπει να πάρεις το πιο δύσκολο μονοπάτι.
– Οπότε, ο Λιβαθινός για σένα ήταν μεγάλη σχολή.
Ναι. Ο Λιβαθινός και ο Καζάκος, που με πήρε στη σχολή του και δεν με έδιωξε ο άνθρωπος. Και ο Στάθης μετά που και αυτός έδειξε τεράστια υπομονή. Ο Δημήτρης Ήμελλος τα χρόνια που ήμουνα στην Πειραματική κάθε μέρα μου έλεγε «Γιώργο, υπομονή, λίγο ακόμα, άλλη μια μέρα».

Η παράσταση
O Όμηρος σκηνοθέτης, ερευνητής και δάσκαλος του θεάτρου, ψάχνει να βρει νέες θεατρικές φόρμες. Πειραματίζεται με τρεις ηθοποιούς: τη Μαίρη, τον Φίλιππο και τον (Κανέναν). Αυτοί οι τρεις αντιστέκονται και μεταμορφώνονται σε guerrrilla, θεατρικοί αντάρτες ξανακερδίζοντας την χαμένη δημιουργικότητάς τους. Μια παράσταση αφιερωμένη στους ηθοποιούς που αντιστάθηκαν και αντιστέκονται στον διασκεδαστικό ρόλο του θεάτρου.
Συντελεστές:
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιώργος Δάμπασης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ευαγγελία Γκουντίου
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη
Παίζουν: Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Σπύρος Σουρβίνος, Παναγιώτης Τζαφέρης και Δανάη Αναστασία Γεωργούλα
Τελευταίες δύο παραστάσεις: Τρίτη 26/5 και Τετάρτη 27/5 στις 21:00
Διάρκεια: 60 λεπτά
Προπώληση: More.com
Θέατρο Αργώ: Ελευσινίων 13-15, Αθήνα (Στάση Μετρό Μεταξουργείο)