Ο τουρκικός στρατός άρχισε χθες Τετάρτη, όπως είχε προαναγγείλει ο τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ευρείας κλίμακας επιχείρηση στη βορειοανατολική Συρία εναντίον κουρδικών δυνάμεων που είχαν συμμαχήσει με τους δυτικούς στον αγώνα εναντίον των τζιχαντιστών, αψηφώντας τον καταιγισμό διεθνών επικρίσεων και τις αμερικανικές απειλές για την επιβολή κυρώσεων.

Περιοχές που γειτονεύουν με την Τουρκία, ιδίως οι ζώνες Ταλ Αμπιάντ και Ρας αλ Άιν, σφυροκοπήθηκαν από την Πολεμική Αεροπορία και το πυροβολικό.

Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε αργά χθες βράδυ ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και οι βοηθητικοί τους σύροι αντικαθεστωτικοί μαχητές εισέβαλαν στο συριακό έδαφος, σηματοδοτώντας την έναρξη της χερσαίας φάσης της επιχείρησης.

Η αεροπορία και το πυροβολικό «έπληξαν μέχρι στιγμής 181 στόχους», θέσεις «της τρομοκρατικής οργάνωσης», ανέφερε το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας τα μεσάνυχτα, αναφερόμενο στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ΣΔΔ), οργάνωση η κύρια συνιστώσα της οποίας είναι η κουρδική πολιτοφυλακή Μονάδες Προστασίας του Λαού (ΜΠΛ).

Από την πλευρά τους, οι ΣΔΔ ανέφεραν χθες πως «απώθησαν» την τουρκική επίθεση, στόχος της οποίας είναι να απομακρυνθούν οι ΜΠΛ από τις παραμεθόριες περιοχές, που ελέγχουν de facto.

Ήδη χθες στις τουρκικές επιχειρήσεις έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 15 άνθρωποι, ανάμεσά τους 8 άμαχοι, ανέφερε η μη κυβερνητική οργάνωση Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κάνοντας παράλληλα λόγο για «χιλιάδες εκτοπισμένους» στις περιοχές που βομβαρδίστηκαν.

Τραμπ: «Κακή ιδέα» η στρατιωτική επιχείρηση της Άγκυρας

Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έκρινε πως η στρατιωτική επιχείρηση της Άγκυρας είναι «κακή ιδέα», εκφράζοντας παράλληλα την ευχή του ο Ερντογάν να ενεργήσει με όσο πιο «λογικό» και «ανθρώπινο» τρόπο είναι δυνατό, απειλώντας σε διαφορετική περίπτωση, εάν υπερβεί τα εσκαμμένα, ότι θα «αφανίσει» την τουρκική οικονομία.

Στις αρχές της εβδομάδας, ο Ρεπουμπλικάνος έκανε γνωστό ότι αποφάσισε να αποσύρει αμερικανούς στρατιωτικούς από τη βορειοανατολική Συρία, απόφαση που έδωσε την εντύπωση πως ο Λευκός Οίκος άναψε πράσινο φως για την τουρκική εισβολή, παρά τις διαψεύσεις και τις αντιφατικές ενδείξεις που έστειλε η Ουάσινγκτον.

Δύο γερουσιαστές, ένας Δημοκρατικός κι ένας Ρεπουμπλικάνος, παρουσίασαν χθες βράδυ σχέδιο νόμου που προβλέπει σκληρές κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας αν δεν αποσύρει τις ένοπλες δυνάμεις της. Το σχέδιο αυτό θα επιβάλλει, εάν εγκριθεί, στην κυβέρνηση του Τραμπ να παγώσει τους πόρους που τυχόν διαθέτουν στις ΗΠΑ κορυφαία στελέχη της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένου του Ερντογάν, θα απαγορεύσει τις πωλήσεις όπλων και πυρομαχικών στην Άγκυρα σε παγκόσμια κλίμακα και θα στοχοθετήσει επίσης τον ενεργειακό τομέα.

Ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ, ισχυρός γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων, συνήθως θερμός υποστηρικτής του ενοίκου του Λευκού Οίκου, κατήγγειλε πως «εγκαταλείψαμε αισχρά τους Κούρδους» και είπε πως τάσσεται υπέρ της ιδέας «ο Ερντογάν να πληρώσει πολύ ακριβά» την εισβολή.

Η τουρκική επίθεση, η οποία προκαλεί διεθνή κατακραυγή, θα είναι στο επίκεντρο της έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που συγκλήθηκε επειγόντως για να συζητήσει την κατάσταση.

Ανταποκριτής του Γαλλικού Πρακτορείου στη Ρας αλ Άιν άκουσε ισχυρές εκρήξεις και αεροσκάφη να επιχειρούν στην περιοχή. Όπως μετέδωσε βαρύ πυροβολικό έπληττε ασταμάτητα την πόλη χθες, εξωθώντας δεκάδες αμάχους να φύγουν με μοτοσικλέτες, αυτοκίνητα, ακόμα και με τα πόδια, φορτωμένοι με βαλίτσες, σάκους και τσάντες.

Εφοδιασμένοι με εκτοξευτήρες ρουκετών, μαχητές των ΣΔΔ ήταν ανεπτυγμένοι μέσα στην πόλη, μετέδωσε ο ίδιος.

«Γενική επιστράτευση»

Τουρκικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι οκτώ ρουκέτες που εκτοξεύθηκαν από τις Μονάδες Προστασίας του Λαού (ΜΠΛ) έπεσαν στις παραμεθόριες τουρκικές πόλεις Ακτσάκαλε και Νουσάιμπιν, χωρίς να προκαλέσουν θύματα.

Η τουρκική εισβολή στη Συρία είναι η τρίτη από το 2016. Ανοίγει νέο μέτωπο στη σύρραξη, η οποία έχει στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 370.000 ανθρώπους και έχει μετατρέψει εκατομμύρια άλλους σε πρόσφυγες και εσωτερικά εκτοπισμένους από το 2011.

Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και ο Εθνικός Συριακός Στρατός (σ.σ. ΕΣΣ, συμμαχία που χρηματοδοτεί και εκπαιδεύει η Τουρκία) άρχισαν την επιχείρηση «Πηγή Ειρήνης στη βόρεια Συρία», ανέφερε ο Ερντογάν χθες μέσω Twitter.

Τουλάχιστον 18.000 σύροι μαχητές που ανήκουν σε παρατάξεις που ανήκουν στον ΕΣΣ κινητοποιήθηκαν για να συμμετάσχουν στην επιχείρηση στο πλευρό του τουρκικού στρατού, ανέφερε εκπρόσωπος της οργάνωσης.

Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια «ζώνη ασφαλείας» προορισμένη να απομακρύνει περισσότερο τις κουρδικές θέσεις από τα τουρκικά σύνορα και να μετατραπεί στον χώρο όπου θα επαναπατριστούν σύροι πρόσφυγες, σύμφωνα με τον Ερντογάν. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας διαβεβαίωσε ότι κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποφευχθούν απώλειες μεταξύ των αμάχων.

Η Τουρκία διατείνεται ότι οι κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (ΜΠΛ), βασική συνιστώσα των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ΣΔΔ), είναι «τρομοκρατική οργάνωση», ο συριακός βραχίονας του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν, της αυτονομιστικής οργάνωσης που πολεμά εναντίον του τουρκικού κράτους από τη δεκαετία του 1980.

Μερικές ώρες πριν από την έναρξη της επίθεσης οι Κούρδοι της Συρίας, αντιμέτωποι με την αναποφασιστικότητα των ΗΠΑ, κήρυξαν «γενική επιστράτευση», ενώ προέτρεψαν τη Μόσχα να επέμβει και να μεσολαβήσει σε έναν διάλογο με τη Δαμασκό.

Αγανάκτηση

Η έναρξη της επιχείρησης καταδικάστηκε από πολλές χώρες, που φοβούνται ότι θα επικρατήσει χάος που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δυναμική επανεμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους και εκφράζουν ανησυχία για το τι θα γίνει με τους τζιχαντιστές που κρατούν οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (ΜΠΛ).

Ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας Ιμπραήμ Καλίν προέτρεψε τις ευρωπαϊκές χώρες να «πάρουν πίσω», να επαναπατρίσουν τους υπηκόους τους που είχαν ενταχθεί στο ΙΚ και είναι σήμερα κρατούμενοι των κουρδικών δυνάμεων.

Την ίδια ώρα, η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε ανησυχία διότι «στο παρελθόν» τόσο «οι τουρκικές όσο και οι κουρδικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις αδιακρίτως στη Συρία» με αποτέλεσμα να υπάρξουν «πολυάριθμα θύματα μεταξύ των αμάχων». Η ΜΚΟ απηύθυνε έκκληση να «μην επαναληφθεί» αυτό.