Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Παρά τη θέλησή της, έχει μετατραπεί στο σύμβολο μιας ιστορίας «οικογενειακού τζιχαντισμού», μιας ολόκληρης, πολυμελούς οικογένειας από τη βόρεια Γαλλία που έφυγε για τη Συρία το 2014 για να ζήσει στο «χαλιφάτο» του Ισλαμικού Κράτους. Κατά την πρώτη ημέρα της δίκης της σήμερα, η Ραντιά Σελμά Ταχάρ Αουιντάτ αφηγήθηκε πώς ριζοσπαστικοποιήθηκε, στη σκιά ενός «βίαιου» και καταπιεστικού αδελφού.

Είναι δύσκολο, όταν αντικρίζει κανείς την 33χρονη χαμογελαστή γυναίκα, που μιλάει σαν πολυβόλο, με τα μακριά μαλλιά, ένα σακάκι σε χρώμα δαμασκηνί και τζιν παντελόνι, να την συνδέσει με το «ακραίο κορίτσι» που λέει ότι ήταν κάποτε, όταν φορούσε νικάμπ και πίστευε ότι «είχε κάποιον ρόλο να παίξει» στη Συρία.

Η Αουιντάτ απελάθηκε από την Τουρκία το 2021 και έκτοτε είναι υπό κράτηση. Διώκεται για σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης και θα μπορούσε να καταδικαστεί σε κάθειρξη 30 ετών. Από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014, τη χρονιά που το Ισλαμικό Κράτος ανακήρυξε ένα «χαλιφάτο» σε εδάφη του Ιράκ και της Συρίας που είχε καταλάβει, 23 μέλη της οικογένειας Ταχάρ Αουιντάτ -οι γονείς, έξι αδελφές, οι σύζυγοί τους και τα παιδιά τους- έφυγαν από το Ρουμπέ της Γαλλίας για να εγκατασταθούν στη Συρία, όπως επιθυμούσε ο αδελφός της Αουιντάτ, ο Φοντίλ.

«Είναι τρελό, δεν έχει ξανασυμβεί στη Γαλλία», είπε ένας αστυνομικός.

Η Ραντιά Σαλμά δεν αναφέρει σχεδόν ποτέ το όνομα του αδελφού της, ο οποίος είναι φυλακισμένος στο Ιράκ, όπου το 2019 καταδικάστηκε σε θάνατο (η ποινή του μετατράπηκε κατόπιν σε ισόβια). Σήμερα όμως η κατάθεσή της αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά εκείνον.

«Εσείς είστε αυτή που δικάζεται, όμως υπάρχει ένα οικογενειακό πλαίσιο που δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε», είπε ο πρόεδρος του δικαστηρίου.

«Μια οικογένεια, μια σέχτα»

Οι Ταχάρ Αουιντάτ, σύμφωνα με τη Ραντιά Σαλμά, ήταν μια «παραδοσιακή οικογένεια αλγερινής καταγωγής». Ένας πατέρας που αντιμετώπιζε προβλήματα με το αλκοόλ και χτυπούσε τη γυναίκα του, οκτώ αδελφές και ένας αδελφός – το μεγαλύτερο παιδί είχε διαφορά 18 ετών από το μικρότερο.

«Ο αδελφός μου ήταν ανέκαθεν το επίκεντρο της προσοχής, το βασικό πρόσωπο, εκείνος λάμβανε όλες τις αποφάσεις», αφηγήθηκε, εξηγώντας ότι ο Φοντίλ έγινε το «υποκατάστατο πατέρα» λόγω της αδυναμίας του αρχηγού της οικογένειας και μετέτρεψε τις αδελφές του σε «μαριονέτες» του. «Την εποχή εκείνη δεν το έβλεπα έτσι αλλά στο σπίτι μας ήμασταν σαν σέχτα», είπε.

Ο βίαιος, παρορμητικός αδελφός «ξεσπούσε πάνω τους» και ήλεγχε τη ζωή τους – ένας έλεγχος που κορυφώθηκε μετά την ριζοσπαστικοποίησή του στη φυλακή το 2010 και τη γνωριμία του με έναν Βέλγο τζιχαντιστή. Πριν φύγει για το σχολείο, η Ραντιά Σελμά περνούσε από «επιθεώρηση», για να δει ο αδελφός της αν ήταν σεμνά ντυμένη. Στην επιστροφή της, την φώναζε ξανά για «επιθεώρηση», για να διαπιστώσει αν είχε μακιγιαριστεί ή αν άλλαξε κρυφά ρούχα.

Η αδελφή της Ανισά, έξι χρόνια μεγαλύτερη, και η μοναδική μαζί με μια άλλη αδελφή, την Ασιά, που δεν έφυγαν στη Συρία, επιβεβαίωσε τα λεγόμενά της. Οι δύο γυναίκες καταδικάστηκαν το 2019 στη Γαλλία για «χρηματοδότηση τρομοκρατίας» επειδή έστειλαν χιλιάδες ευρώ στην οικογένειά τους στη Συρία.

«Σε εμάς επικρατούσε δικτατορία. Μας επιτηρούσε ο αδελφός μου. Ζούσαμε άθλια, ήταν βίαιος με τις μικρότερες» είπε η Ανισά, η οποία επέλεξε να παντρευτεί στα 19 της «για να μπορέσει να ζήσει επιτέλους» και εγκαταστάθηκε στη Λιόν, μακριά από το Ρουμπέ. Η κατηγορούμενη Ραντιά Σελμά παντρεύτηκε επίσης μικρή, με έναν σαλαφιστή. «Ήθελα μόνο να γλιτώσω από τον αδελφό μου», υποστήριξε. Εκείνη την περίοδο όμως άρχισε η ριζοσπαστικοποίησή της, σύμφωνα με τα λεγόμενά της.

Αν και λάτρευε το σχολείο και είχε επαγγελματικές φιλοδοξίες, εγκατέλειψε τη νομική στο πρώτο έτος. Άρχισε τότε να φοράει νικάμπ (ένδυμα που καλύπτει όλο το σώμα και το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια), γεγονός για το οποίο συνελήφθη 14 φορές στο Ρουμπέ, από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2014.

«Πιο ακραία από το ΙΚ»

Το 2013 χώρισε από τον σύζυγό της επειδή εκείνος διαφωνούσε με τον ένοπλο τζιχάντ. Τον Μάιο του 2014 μαζί με μια αδελφή της, τη σύζυγο του αδελφού της και τα παιδιά τους έφυγαν για τη Συρία, «υπό τη συνεχή πίεση» του Φοντίλ, όπως λέει.

Η αδελφή της Ανισά την διέψευσε: «Ήξερα τι έκαναν και πού πήγαιναν, ήταν επιλογή τους», είπε στο δικαστήριο, εκτιμώντας ωστόσο ότι «όλοι δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία».

Ένας αστυνομικός που κατέθεσε το απόγευμα είπε ότι η νεαρή γυναίκα φανατίστηκε ακόμη περισσότερο στη Συρία, μέχρι που «το όραμά της για το Ισλάμ έγινε ακόμη πιο ακραίο και από του ΙΚ».

Η Ραντιά Σελμά απέκτησε δύο παιδιά στη Συρία, με έναν Τυνήσιο τζιχαντιστή. Σήμερα, τα παιδιά, ηλικίας 11 και 9 ετών, τα έχει αναλάβει η πρόνοια. Η Ραντιά Σελμά και μια ανιψιά της, η Φατμά Σελμά, είναι οι μοναδικές που επέστρεψαν. Μια άλλη αδελφή, η μητέρα τους και τέσσερις γαμπροί τους σκοτώθηκαν εκεί.

Οι άλλες τέσσερις αδελφές είναι φυλακισμένες στο στρατόπεδο Αλ Χολ της Συρίας και, σύμφωνα με την Ανισά, δεν θέλουν να γυρίσουν στη Γαλλία, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.