Αυξάνονται οι πιέσεις από Ρώσους σκληροπυρηνικούς προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν να εγκαταλείψει τη διπλωματική οδό και να προχωρήσει σε νέα, σκληρότερη κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία, ακόμα και στη χρήση πυρηνικών, μετά τα αλλεπάλληλα ουκρανικά πλήγματα με drones βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος.
Σύμφωνα με το Reuters, εθνικιστές σχολιαστές, φιλοπόλεμοι μπλόγκερ και πρόσωπα που κινούνται στον ευρύτερο χώρο των ρωσικών σκληροπυρηνικών θεωρούν ότι η προσδοκία για αμερικανική διαμεσολάβηση, με στόχο έναν τερματισμό του πολέμου υπό ευνοϊκούς για τη Μόσχα όρους, έχει αποτύχει.
Η οργή τους ενισχύθηκε από τις ουκρανικές επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων, με στόχους όχι μόνο στην Κριμαία, αλλά και στη Μόσχα, στην Αγία Πετρούπολη και σε άλλες περιοχές που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πιο ασφαλείς από τον άμεσο αντίκτυπο του πολέμου.
Τα drones αλλάζουν την ψυχολογία του πολέμου στη Ρωσία
Οι επιθέσεις με ουκρανικά drones έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα για τη ρωσική κοινωνία και την εικόνα του πολέμου στο εσωτερικό της χώρας.
Για μεγάλο διάστημα, το Κρεμλίνο επιχειρούσε να παρουσιάσει τη σύγκρουση ως κάτι που διεξάγεται μακριά από τη ρωσική καθημερινότητα. Όμως τα πλήγματα σε ρωσικές πόλεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και στρατιωτικούς στόχους έχουν περιορίσει αυτή την απόσταση.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Ουκρανία μπορεί πλέον να πλήττει στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία, όχι μόνο στο μέτωπο ή στις κατεχόμενες περιοχές.
Αυτό προκαλεί ανησυχία σε τμήματα της ρωσικής ελίτ και οργή στους εθνικιστικούς κύκλους, οι οποίοι κατηγορούν το Κρεμλίνο ότι δεν απαντά με την ένταση που απαιτείται.
Οι ακραίες εκκλήσεις των εθνικιστών
Οι φωνές αυτές δεν εμφανίστηκαν τώρα.
Εδώ και καιρό, σκληροπυρηνικοί σχολιαστές ζητούν πλήρη επιστράτευση, μαζικότερη χρήση της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος, καταστροφή ουκρανικών κυβερνητικών και στρατιωτικών κέντρων, καθώς και πλήγματα σε υποδομές που, κατά τη Μόσχα, στηρίζουν την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας.
Ορισμένοι έχουν φτάσει ακόμη και στο σημείο να ζητούν την εξέταση ακραίων επιλογών, όπως η χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων, αν και το Κρεμλίνο μέχρι στιγμής αποφεύγει να υιοθετήσει τέτοια σενάρια.
Η διαφορά σήμερα είναι ότι οι ουκρανικές επιθέσεις μέσα στη Ρωσία δίνουν στους σκληροπυρηνικούς νέο επιχείρημα: ότι η Μόσχα, όπως λένε, έχει ήδη δεχθεί πόλεμο στο εσωτερικό της και πρέπει να απαντήσει χωρίς περιορισμούς.
Ο Μαλοφέγεφ και το ερώτημα «γιατί δεν πολεμάμε πραγματικά;»
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Κονσταντίν Μαλοφέγεφ, εθνικιστή επιχειρηματία και γνωστής φωνής του σκληρού ρωσικού χώρου.
Μιλώντας στο Reuters, μετά από ουκρανικό πλήγμα που προκάλεσε πυρκαγιά σε διυλιστήριο πετρελαίου στη Μόσχα, αναρωτήθηκε τι άλλο πρέπει να συμβεί για να αρχίσει, όπως είπε, η Ρωσία «να πολεμά πραγματικά».
Κατά τον ίδιο, η Ουκρανία πολεμά με όλα τα μέσα που διαθέτει, ενώ η Ρωσία παραμένει εγκλωβισμένη σε περιορισμούς που, κατά τους σκληροπυρηνικούς, δεν έχουν πλέον νόημα.
Η ρητορική αυτή δείχνει την πίεση που ασκείται στο Κρεμλίνο από τα δεξιά του πολιτικού και ιδεολογικού του φάσματος: όχι για συμβιβασμό, αλλά για πλήρη στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης.
Αμφισβήτηση της αμερικανικής διαμεσολάβησης
Στο στόχαστρο των σκληροπυρηνικών δεν βρίσκεται μόνο η Ουκρανία. Βρίσκονται και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ορισμένοι Ρώσοι εθνικιστές υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον δεν λειτουργεί ως πραγματικός διαμεσολαβητής, αλλά ως δύναμη που επιτρέπει ή ενθαρρύνει τις ουκρανικές επιθέσεις.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται με την απογοήτευση από την αμερικανική εμπλοκή στις προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου. Τρεις ανώτεροι Ρώσοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν αυτή την εβδομάδα ότι οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ δεν έχουν αποδώσει και κατηγόρησαν την Ουάσιγκτον ότι δεν τήρησε το πλαίσιο που είχε συζητηθεί στη σύνοδο Πούτιν – Τραμπ στην Αλάσκα τον περασμένο Αύγουστο.
Για τους σκληροπυρηνικούς, αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία δεν πρέπει να περιμένει τίποτα από τη διπλωματία. Πρέπει, όπως υποστηρίζουν, να επιδιώξει στρατιωτική λύση.
Το Κρεμλίνο κρατά ακόμη ανοιχτή τη διπλωματική πόρτα
Παρά την πίεση, το Κρεμλίνο δεν έχει υιοθετήσει πλήρως τη γραμμή των εθνικιστών.
Ο Πούτιν εξακολουθεί να εμφανίζεται βέβαιος για τη στρατηγική του και δείχνει να θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Ρωσίας. Η Μόσχα επιμένει πως οι ρωσικές δυνάμεις προωθούνται στην ανατολική Ουκρανία και ότι το Κίεβο βρίσκεται υπό αυξανόμενη στρατιωτική και πολιτική πίεση.
Σε ομιλία του προς αποφοίτους στρατιωτικών σχολών, ο Ρώσος πρόεδρος υποστήριξε ότι η Ρωσία βρίσκεται κοντά στην κατάληψη της Κοστιαντίνιβκα, σημαντικού ουκρανικού προπυργίου στην προσπάθεια ελέγχου του Ντονμπάς.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι στην Ευρώπη ενισχύονται πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν την αποκατάσταση πιο «φυσιολογικών» σχέσεων με τη Ρωσία και απορρίπτουν τη λογική της «στρατηγικής ήττας» της Μόσχας.
Με άλλα λόγια, ο Πούτιν δεν δείχνει να θεωρεί ότι χρειάζεται να εγκαταλείψει πλήρως τη διπλωματία. Αντιθέτως, φαίνεται να επιδιώκει να συνδυάσει στρατιωτική πίεση στο πεδίο με πολιτική αναμονή για αλλαγές στη Δύση.
Γιατί ο Πούτιν ανέχεται τη σκληρή ρητορική
Το γεγονός ότι οι εθνικιστές μπορούν να διατυπώνουν τόσο σκληρές θέσεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καθορίζουν την πολιτική του Κρεμλίνου.
Πηγές κοντά στη ρωσική εξουσία επισημαίνουν ότι ο Πούτιν ανέχεται αυτού του είδους τη ρητορική, ακριβώς επειδή το πολιτικό σύστημα που έχει οικοδομήσει εδώ και 26 χρόνια παραμένει αυστηρά ελεγχόμενο.
Οι φιλοπόλεμοι μπλόγκερ και οι σκληροπυρηνικοί σχολιαστές κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο άγραφων κανόνων. Μπορούν να πιέζουν για σκληρότερη γραμμή, αλλά δεν μπορούν να αμφισβητούν ευθέως τον ίδιο τον Πούτιν ή τη συνολική νομιμοποίηση του πολέμου.
Έτσι, η παρουσία τους εξυπηρετεί και το Κρεμλίνο. Δημιουργεί την εικόνα ότι ο Πούτιν είναι ο «λογικός διαχειριστής» ανάμεσα σε πιο ακραίες φωνές, ενώ ταυτόχρονα κρατά ζωντανή την πίεση προς την Ουκρανία και τη Δύση.
Η επικίνδυνη λειτουργία των σκληροπυρηνικών
Ωστόσο, αυτή η ρητορική έχει και κόστος.
Όταν επί μήνες ή χρόνια καλλιεργείται η ιδέα ότι η Ρωσία πολεμά με «δεμένα χέρια», ότι η Ουκρανία πρέπει να συντριβεί πλήρως ή ότι η Δύση δεν καταλαβαίνει παρά μόνο τη δύναμη, τότε αυξάνονται οι προσδοκίες για ολοένα και πιο σκληρές κινήσεις.
Αυτό μπορεί να περιορίσει τον χώρο ελιγμών του Κρεμλίνου.
Αν η Μόσχα θέλει κάποια στιγμή να επιστρέψει σε σοβαρές διαπραγματεύσεις, θα πρέπει να εξηγήσει στο εσωτερικό της γιατί δεν προχώρησε μέχρι τέλους, όπως ζητούν οι σκληροπυρηνικοί.
Αν, αντίθετα, αποφασίσει να κλιμακώσει, θα έχει ήδη ένα ακροατήριο που όχι μόνο θα το αποδεχθεί, αλλά θα το απαιτήσει.
Τα ευρωπαϊκά εργοστάσια drones ως προειδοποίηση
Η ρητορική της κλιμάκωσης δεν έχει μείνει μόνο σε επίπεδο σχολιαστών.
Τον Απρίλιο, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας δημοσίευσε ενδεικτικά διευθύνσεις εργοστασίων σε ευρωπαϊκές χώρες, τα οποία, σύμφωνα με τη Μόσχα, παράγουν drones για την Ουκρανία.
Η κίνηση ερμηνεύθηκε ως έμμεση προειδοποίηση ότι τέτοιες εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν στόχοι, αν η Ρωσία αποφασίσει να διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο ορίζει την πολεμική υποστήριξη προς το Κίεβο.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών είχε επίσης προαναγγείλει τον προηγούμενο μήνα «συστηματικά πλήγματα» σε στρατιωτικούς στόχους στο Κίεβο.
Ακολούθησαν εντονότεροι βομβαρδισμοί, μεταξύ των οποίων και πλήγμα που προκάλεσε ζημιές στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία της Ουκρανίας.
Το δίλημμα της Μόσχας
Η Ρωσία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, τα ουκρανικά drones αποδεικνύουν ότι ο πόλεμος μπορεί να φτάσει βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Αυτό πλήττει το γόητρο της Μόσχας και ενισχύει τις εσωτερικές φωνές που ζητούν αντίποινα.
Από την άλλη, μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη εμπλοκή της Δύσης, σε νέα διεθνή απομόνωση και σε απρόβλεπτες συνέπειες.
Ο Πούτιν μέχρι στιγμής επιχειρεί να ισορροπήσει: σκληρή στρατιωτική πίεση στην Ουκρανία, διατήρηση της πυρηνικής απειλής ως πολιτικού εργαλείου, αλλά χωρίς πλήρη υιοθέτηση των πιο ακραίων σεναρίων που προβάλλουν οι εθνικιστές.