Η νέα κινητικότητα γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν προέκυψε τυχαία.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν μιλά για συμφωνία, αλλά ζητά συμβιβασμούς από το Κίεβο. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απαντά προτείνοντας απευθείας συνάντηση, εκεχειρία κατά τη διάρκεια των συνομιλιών και αμερικανική επιτήρηση της κατάπαυσης του πυρός. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ως ο μόνος παίκτης που μπορεί να πιέσει ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές.
Το «γιατί τώρα» έχει τρεις απαντήσεις: η Μόσχα θέλει να μετατρέψει τα στρατιωτικά της κέρδη σε πολιτικό αποτέλεσμα, το Κίεβο δεν θέλει να εμφανιστεί ως εμπόδιο στην ειρήνη και η Ουάσινγκτον πιέζει για γρήγορο διπλωματικό αποτέλεσμα σε έναν πόλεμο που έχει κουράσει τη Δύση.
Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για πραγματικό παράθυρο ειρήνευσης ή για το πιο σκληρό παζάρι του πολέμου.
Η τριπλή συγκυρία
Τρεις εξελίξεις συνέπεσαν χρονικά.
Πρώτον, η Μόσχα έδειξε ότι τα κανάλια με την Ουάσινγκτον παραμένουν ανοιχτά, ακόμη και σε επίπεδο μεγάλων γεωοικονομικών projects, όπως η ιδέα για σήραγγα στον Βερίγγειο Πορθμό που θα ένωνε τη Ρωσία με την Αλάσκα.
Το σχέδιο είναι εξαιρετικά μακρινό και δύσκολα υλοποιήσιμο με τα σημερινά δεδομένα, όμως έχει πολιτικό βάρος: δείχνει ότι η Ρωσία θέλει να συζητά με τις ΗΠΑ όχι μόνο για τον πόλεμο, αλλά και για ενέργεια, υποδομές, Αρκτική και οικονομικές προοπτικές.
Δεύτερον, ο Πούτιν δήλωσε έτοιμος για ειρηνευτική συμφωνία με βάση ιδέες που αποδίδονται στον Τραμπ, αλλά έθεσε ως προϋπόθεση να δεχθεί και η Ουκρανία συμβιβασμούς.
Τρίτον, ο Ζελένσκι απάντησε με πρόταση απευθείας συνάντησης, άμεση εκεχειρία στη διάρκεια των συνομιλιών και αμερικανική παρακολούθηση της κατάπαυσης του πυρός.
Έτσι, η Ρωσία λέει «ειρήνη με συμβιβασμούς», η Ουκρανία απαντά «συνομιλίες με εκεχειρία και εγγυήσεις» και οι ΗΠΑ εμφανίζονται ως ο μόνος πιθανός εγγυητής μιας διαδικασίας που διαφορετικά δεν θα εμπιστευόταν καμία πλευρά.
Γιατί ο Πούτιν μιλά τώρα για συμφωνία
Ο Πούτιν επιχειρεί να εμφανίσει τη Ρωσία ως δύναμη που μπορεί να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος.
Στις δηλώσεις του υποστήριξε ότι η Ρωσία ελέγχει πλήρως το Λουχάνσκ, το 85% του Ντονέτσκ και το 80% της Ζαπορίζια. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι ρωσικές δυνάμεις προέλασαν πρόσφατα κατά 2.440 τετραγωνικά χιλιόμετρα και σχολίασε πως το βασικό πρόβλημα του ουκρανικού στρατού είναι η «καταστροφική έλλειψη προσωπικού».
Με αυτή τη γραμμή, η Μόσχα δεν παρουσιάζει την ειρήνη ως υποχώρηση. Την παρουσιάζει ως επικύρωση μιας πραγματικότητας που, σύμφωνα με τη ρωσική αφήγηση, έχει ήδη διαμορφωθεί στο πεδίο.
Η φράση του Πούτιν ότι η Ρωσία μπορεί να ελέγχει το Ντονμπάς και ταυτόχρονα να κάνει συμφωνία είναι αποκαλυπτική. Η Μόσχα δεν μιλά για επιστροφή στα προπολεμικά δεδομένα. Μιλά για πολιτική διαπραγμάτευση πάνω στα σημερινά τετελεσμένα.
Υπάρχει όμως και δεύτερη διάσταση: το κόστος.
Η Ρωσία συνεχίζει να αντέχει, αλλά ο πόλεμος παραμένει ακριβός, μακρύς και φθοροποιός. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones εντός ρωσικού εδάφους έχουν δείξει ότι η Μόσχα δεν μπορεί να κρατήσει τον πόλεμο πλήρως μακριά από το εσωτερικό της. Ο ίδιος ο Πούτιν παραδέχθηκε ότι ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη περνούν στη Ρωσία και ότι πρέπει να ενισχυθεί η αντιαεροπορική άμυνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία καταρρέει. Σημαίνει όμως ότι όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η ανάγκη του Κρεμλίνου να τον μετατρέψει σε πολιτικό κέρδος.
Γιατί ο Ζελένσκι απαντά με πρόταση συνάντησης
Η απάντηση Ζελένσκι είναι προσεκτικά υπολογισμένη.
Ο Ουκρανός πρόεδρος δεν αποδέχεται τους όρους Πούτιν. Αντίθετα, προσπαθεί να του αφαιρέσει το επιχείρημα ότι το Κίεβο δεν θέλει ειρήνη.
Με το μήνυμα «Αρκετά με τις μάχες. Η επιλογή είναι πλέον δική σου», μεταφέρει τη δημόσια ευθύνη στη Μόσχα. Αν ο Πούτιν αρνηθεί απευθείας συνομιλίες, η Ρωσία θα εμφανιστεί ως η πλευρά που απορρίπτει την πολιτική λύση. Αν τις δεχθεί, θα πιεστεί να συζητήσει υπό καθεστώς εκεχειρίας και διεθνούς επιτήρησης.
Η πρόταση για αμερικανική παρακολούθηση της εκεχειρίας είναι το πιο κρίσιμο σημείο.
Το Κίεβο δεν θέλει μια γενική υπόσχεση κατάπαυσης του πυρός. Θέλει μηχανισμό εποπτείας, ώστε η Ρωσία να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει τις συνομιλίες για ανασύνταξη, αναδιοργάνωση και νέα επίθεση.
Παράλληλα, ο Ζελένσκι προλαβαίνει την πίεση της Ουάσινγκτον. Αν ο Τραμπ θέλει γρήγορη συμφωνία, η Ουκρανία εμφανίζεται έτοιμη να μπει στη διαδικασία, αλλά βάζει όρους: εκεχειρία, εγγυήσεις και διεθνή εποπτεία.
Ο ρόλος Τραμπ
Ο Τραμπ είναι ο καταλύτης της συγκυρίας.
Για τη Μόσχα, η επιστροφή της Ουάσινγκτον σε πιο άμεση διαπραγμάτευση δημιουργεί ευκαιρία. Ο Πούτιν μπορεί να εμφανιστεί ως συνομιλητής των ΗΠΑ και όχι ως διεθνώς απομονωμένος ηγέτης. Οι παράλληλες αναφορές σε ρωσοαμερικανικά projects, όπως ο Βερίγγειος, ενισχύουν αυτή την εικόνα.
Για το Κίεβο, ο Τραμπ είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνος.
Ευκαιρία, γιατί μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να εγγυηθούν σοβαρά μια εκεχειρία και να ασκήσουν πίεση στη Ρωσία.
Κίνδυνος, γιατί μια αμερικανική διοίκηση που θέλει γρήγορο αποτέλεσμα μπορεί να πιέσει την Ουκρανία να δεχθεί δύσκολους συμβιβασμούς, ιδίως στο εδαφικό.
Γι’ αυτό ο Ζελένσκι προσπαθεί να μετατρέψει την αμερικανική εμπλοκή σε μηχανισμό προστασίας και όχι σε εργαλείο πίεσης μόνο προς το Κίεβο.
Ο Βερίγγειος ως πολιτικό σήμα
Η υπόθεση της σήραγγας στον Βερίγγειο Πορθμό δεν πρέπει να διαβαστεί ως άμεσο έργο υποδομής.
Το σχέδιο είναι τεχνικά δύσκολο, οικονομικά τεράστιο και πολιτικά σχεδόν αδιανόητο στο σημερινό περιβάλλον.
Ωστόσο, λειτουργεί ως σήμα.
Η Μόσχα θέλει να δείξει ότι με τις ΗΠΑ μπορεί να υπάρχει ευρύτερη ατζέντα: Αρκτική, ενέργεια, εμπόριο, μεταφορές, μεγάλες υποδομές. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να βγάλει τη συζήτηση από το αποκλειστικό πλαίσιο του πολέμου και να τη μεταφέρει σε ένα μεγαλύτερο τραπέζι, όπου η Ρωσία εμφανίζεται ξανά ως συνομιλητής μεγάλης δύναμης.
Αυτό έχει σημασία και για την Ουκρανία. Όσο η Μόσχα συνομιλεί απευθείας με την Ουάσινγκτον, το Κίεβο φοβάται μια συμφωνία πάνω από το κεφάλι του. Η απάντηση Ζελένσκι, λοιπόν, είναι και προσπάθεια να παραμείνει η Ουκρανία κεντρικός παίκτης στη διαδικασία.
Το αγκάθι του «συμβιβασμού»
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι καμία πλευρά δεν εννοεί το ίδιο πράγμα όταν μιλά για συμβιβασμό.
Για τη Ρωσία, συμβιβασμός σημαίνει να ληφθούν υπόψη τα εδαφικά κέρδη της. Η Μόσχα θέλει μια συμφωνία που θα κατοχυρώνει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο περιοχών που κατέχει.
Για την Ουκρανία, αυτό μοιάζει με παγίδα. Μια εκεχειρία που παγώνει το μέτωπο χωρίς ισχυρές εγγυήσεις μπορεί να μετατραπεί σε αναβολή του επόμενου πολέμου. Το Κίεβο φοβάται ότι η Ρωσία θα χρησιμοποιήσει κάθε παύση για να ανασυνταχθεί.
Για τις ΗΠΑ, συμβιβασμός σημαίνει σταθεροποίηση. Ο Τραμπ θέλει να δείξει ότι μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο που η προηγούμενη Δύση δεν κατάφερε να κλείσει. Θέλει αποτέλεσμα, μείωση κόστους και χώρο για άλλα μέτωπα, από τη Μέση Ανατολή έως την Κίνα.
Αυτή η διαφορά ερμηνείας εξηγεί γιατί υπάρχει κινητικότητα, αλλά όχι ακόμη πραγματική συμφωνία.
Πόσο κοντά είναι η ειρήνευση
Η πιθανότητα ειρήνευσης είναι μεγαλύτερη από πριν, αλλά παραμένει μακριά από βέβαιη.
Υπάρχουν λόγοι που ωθούν τις πλευρές στο τραπέζι: η κόπωση του πολέμου, η πίεση των ΗΠΑ, τα ουκρανικά πλήγματα εντός Ρωσίας, το κόστος για τη Μόσχα, η ανάγκη του Κιέβου να κρατήσει τη διεθνή στήριξη και η διάσπαση της παγκόσμιας προσοχής από άλλες κρίσεις.
Όμως τα βασικά εμπόδια δεν έχουν εξαφανιστεί.
Η Ρωσία ζητά συμβιβασμό με βάση τα τετελεσμένα. Η Ουκρανία ζητά ασφάλεια πριν από οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση. Η Ευρώπη φοβάται ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της και χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για το Κίεβο.
Το πιο ρεαλιστικό σενάριο δεν είναι άμεση ειρηνευτική συμφωνία. Είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο: συνομιλίες, προσωρινή εκεχειρία, επιτήρηση, ανταλλαγή αιχμαλώτων και σκληρή διαπραγμάτευση για το αν οι γραμμές του μετώπου μπορούν να παγώσουν χωρίς να αναγνωριστεί νομικά η ρωσική κατοχή.
Αυτό θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία από όλους.
Ο Τραμπ θα έλεγε ότι άνοιξε δρόμο για ειρήνη. Ο Πούτιν ότι ανάγκασε τη Δύση να διαπραγματευτεί με βάση την πραγματικότητα του πεδίου. Ο Ζελένσκι ότι πέτυχε εκεχειρία χωρίς να αποδεχθεί επίσημα απώλεια εδαφών.
Αλλά μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν ακόμη ειρήνη. Θα ήταν διαχείριση του πολέμου με πολιτικά μέσα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει συμφωνία που να μη μοιάζει με ήττα για την Ουκρανία και να μη μοιάζει με υποχώρηση για τη Ρωσία.
Εκεί θα κριθεί αν η σημερινή κινητικότητα είναι η αρχή μιας ειρηνευτικής διαδικασίας ή απλώς μια ακόμη στάση στον μακρύ πόλεμο της Ουκρανίας.