Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο Σι Τζινπίνγκ συμφώνησε, κατά τη συνάντησή τους στο Πεκίνο, να αυξήσει σημαντικά τις αγορές αμερικανικών προϊόντων και ενέργειας, σε μια εξέλιξη που ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει ως βήμα αποκλιμάκωσης στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας.
Η συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, με το εμπόριο, την ενέργεια, το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ να βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας. Σύμφωνα με το Reuters, η συζήτηση Τραμπ – Σι διήρκεσε πάνω από δύο ώρες, ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι η Κίνα έδειξε ενδιαφέρον για μεγαλύτερες εισαγωγές αμερικανικής ενέργειας, μεταξύ άλλων πετρελαίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, σε συνέντευξή του στο Fox News που αναμένεται να μεταδοθεί αργότερα την Πέμπτη, υποστήριξε ότι ο Κινέζος ηγέτης δεσμεύθηκε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα του Ιράν, να αγοράσει αμερικανική σόγια, περισσότερο πετρέλαιο, υγροποιημένο φυσικό αέριο και άλλα ενεργειακά προϊόντα.
Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι δεσμεύσεις αυτές αποδίδονται μέχρι στιγμής κυρίως στην αμερικανική πλευρά. Το Reuters μετέδωσε ότι τα κινεζικά κρατικά μέσα δεν επιβεβαίωσαν τις ενεργειακές συζητήσεις στις δικές τους αναφορές για τη συνάντηση, ενώ το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών απέφυγε να σχολιάσει.
Η υπόθεση Boeing και τα 200 αεροσκάφη
Ο Τραμπ ανέφερε επίσης ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing 737. Η δήλωση έρχεται ενώ η Boeing βρισκόταν ήδη σε διαπραγματεύσεις για σημαντική παραγγελία από την Κίνα, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Κέλι Όρτμπεργκ, να βρίσκεται στο Πεκίνο ως μέλος της αμερικανικής αποστολής.
Λίγο πριν από τη συνάντηση, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ είχε δηλώσει ότι αναμένει μεγάλη ανακοίνωση για παραγγελία Boeing από την Κίνα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας της Ουάσιγκτον να αυξήσει τις αμερικανικές εξαγωγές προς την κινεζική αγορά. Ο ίδιος είχε συνδέσει τις συζητήσεις και με αμερικανική ενέργεια, αγροτικά προϊόντα και πιθανές κινεζικές επενδύσεις σε μη ευαίσθητους τομείς της αμερικανικής οικονομίας.
Παρότι η αναφορά στα 200 αεροσκάφη έχει μεγάλο πολιτικό και οικονομικό βάρος, μέχρι να υπάρξει επίσημη εταιρική ανακοίνωση ή επιβεβαίωση από το Πεκίνο, η διατύπωση που αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την εικόνα είναι ότι ο Τραμπ δήλωσε πως η Κίνα συμφώνησε στην αγορά των αεροσκαφών.
Ενέργεια: Το πραγματικό κίνητρο πίσω από την προσέγγιση
Το ενεργειακό σκέλος της συνάντησης συνδέεται άμεσα με την κρίση στη Μέση Ανατολή. Η Κίνα παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη σε οποιαδήποτε διατάραξη της ροής ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο, ενώ τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Σι Τζινπίνγκ εξέφρασε ενδιαφέρον για μεγαλύτερες αγορές αμερικανικού πετρελαίου, ώστε η Κίνα να περιορίσει μακροπρόθεσμα την εξάρτησή της από τα Στενά του Ορμούζ. Το Reuters σημειώνει, πάντως, ότι οι κινεζικές εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου είχαν σχεδόν παγώσει λόγω των δασμών που επιβλήθηκαν στον εμπορικό πόλεμο, κάτι που σημαίνει ότι οποιαδήποτε ουσιαστική επανεκκίνηση θα απαιτούσε και άρση ή μείωση εμπορικών εμποδίων.
Αυτό δείχνει ότι η συμφωνία, αν προχωρήσει, δεν θα είναι απλώς μια εμπορική συναλλαγή. Θα είναι μέρος μιας ευρύτερης γεωοικονομικής διαπραγμάτευσης: η Ουάσιγκτον θέλει περισσότερες αμερικανικές εξαγωγές, ενώ το Πεκίνο αναζητά ενεργειακή ασφάλεια χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.
Ιράν και Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο
Η συνάντηση Τραμπ – Σι είχε και έντονο γεωπολιτικό βάρος. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι δύο ηγέτες συζήτησαν την κατάσταση στο Ιράν και συμφώνησαν ότι τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά, ώστε να διασφαλιστεί η ελεύθερη ροή ενέργειας.
Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ακόμη ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν πως το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Το Associated Press μετέδωσε ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση του Λευκού Οίκου, Τραμπ και Σι συζήτησαν το Ιράν και την ανάγκη επαναλειτουργίας/διατήρησης της πρόσβασης στα Στενά του Ορμούζ, σε μια περίοδο που οι ενεργειακές αγορές παραμένουν νευρικές λόγω της σύγκρουσης στην περιοχή.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι το Πεκίνο διαθέτει μοχλούς πίεσης προς την Τεχεράνη, κυρίως λόγω των στενών οικονομικών δεσμών Κίνας – Ιράν και των κινεζικών αγορών ιρανικού πετρελαίου. Το Reuters είχε μεταδώσει πριν από τη σύνοδο ότι οι ΗΠΑ επιδίωκαν από την Κίνα πιο ενεργό ρόλο για να πιέσει το Ιράν να αλλάξει στάση στον Κόλπο.
Ρούμπιο: «Δεν ζητάμε τη βοήθεια της Κίνας»
Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο επιχείρησε να χαμηλώσει τις εντυπώσεις ότι η Ουάσιγκτον εξαρτάται από την κινεζική μεσολάβηση. Σε δηλώσεις του ανέφερε ότι ο Τραμπ έθεσε το ζήτημα του Ιράν στον Σι Τζινπίνγκ, αλλά δεν του ζήτησε κάτι.
«Δεν ζητάμε τη βοήθεια της Κίνας. Δεν χρειαζόμαστε τη βοήθειά τους», δήλωσε ο Ρούμπιο, σύμφωνα με το κείμενο που έχεις ήδη συγκεντρώσει. Η τοποθέτηση αυτή δεν αναιρεί απαραίτητα την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να εξασφαλίσει κινεζική σύγκλιση στο θέμα του Ιράν. Περισσότερο δείχνει την ανάγκη της αμερικανικής πλευράς να εμφανίσει τη συνεννόηση ως σύμπτωση συμφερόντων και όχι ως αίτημα βοήθειας προς το Πεκίνο.
Το Reuters είχε ήδη μεταδώσει ότι Αμερικανοί και Κινέζοι αξιωματούχοι συμφωνούν πως καμία χώρα ή οργάνωση δεν πρέπει να μπορεί να επιβάλλει διόδια σε διεθνείς θαλάσσιες οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Το αγκάθι της Ταϊβάν
Παρά την εικόνα αποκλιμάκωσης που προβάλλει ο Λευκός Οίκος, η συνάντηση δεν εξαφάνισε τις βαθύτερες αντιθέσεις ΗΠΑ – Κίνας. Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής στις διμερείς σχέσεις.
Ο Guardian μετέδωσε ότι ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποίησε τον Τραμπ για πιθανές «συγκρούσεις» γύρω από την Ταϊβάν, χαρακτηρίζοντάς την ως το πιο κρίσιμο ζήτημα στις σχέσεις των δύο χωρών. Το ίδιο ρεπορτάζ σημειώνει ότι, ενώ η αμερικανική πλευρά εστίασε σε εμπόριο, Ιράν και πρόσβαση στην κινεζική αγορά, το Πεκίνο έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη στρατηγική σταθερότητα και στη θέση του για την Ταϊβάν.
Αυτό σημαίνει ότι η συνάντηση μπορεί να παρήγαγε θετικό κλίμα, αλλά όχι λύση στα δομικά προβλήματα. Η Κίνα θέλει περιορισμό της αμερικανικής στήριξης προς την Ταϊβάν, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν πρόσβαση στην κινεζική αγορά, περιορισμό της στήριξης προς το Ιράν και έλεγχο σε ζητήματα τεχνολογίας και ασφάλειας.
Συμφωνία ή πολιτική βιτρίνα;
Η εικόνα που προκύπτει είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, η συνάντηση Τραμπ – Σι προσφέρει στον Λευκό Οίκο ένα αφήγημα διπλωματικής επιτυχίας: περισσότερες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, πιθανή μεγάλη συμφωνία Boeing, ενεργειακές συζητήσεις και κοινή θέση για το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ.
Από την άλλη, αρκετά από τα πιο εντυπωσιακά σημεία παραμένουν μέχρι στιγμής δηλώσεις ή αμερικανικές περιγραφές, όχι πλήρως επιβεβαιωμένες συμφωνίες με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, ποσότητες και δεσμευτικά κείμενα.
Η Κίνα έχει στο παρελθόν χρησιμοποιήσει μεγάλες αγορές αγροτικών προϊόντων, αεροσκαφών ή ενέργειας ως εργαλείο πολιτικής αποκλιμάκωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αλλάζει μακροπρόθεσμα στρατηγική. Γι’ αυτό και η πραγματική αξία της συνάντησης θα φανεί όχι από τις δηλώσεις, αλλά από το αν θα ακολουθήσουν παραγγελίες, άρση δασμών, συγκεκριμένα συμβόλαια και απτή κινεζική πίεση προς την Τεχεράνη.
Τι σημαίνει για τις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας
Η συνάντηση στο Πεκίνο δείχνει ότι ΗΠΑ και Κίνα αναζητούν ένα νέο πλαίσιο ελεγχόμενης συνύπαρξης. Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου δεν έχουν λύσει τις διαφορές τους, αλλά φαίνεται να αναγνωρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη σύγκρουση θα είχε τεράστιο κόστος και για τις δύο πλευρές.
Για τον Τραμπ, μια συμφωνία με την Κίνα για αγορές αμερικανικής ενέργειας, αγροτικών προϊόντων και Boeing μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη για τους Αμερικανούς παραγωγούς και τη βιομηχανία. Για τον Σι, η συνάντηση προσφέρει εικόνα διεθνούς ισχύος και δυνατότητα να εμφανίσει την Κίνα ως αναγκαίο συνομιλητή σε κάθε μεγάλη παγκόσμια κρίση.
Ωστόσο, η αποκλιμάκωση παραμένει εύθραυστη. Το εμπόριο, η Ταϊβάν, η τεχνολογία, το Ιράν και η ενεργειακή ασφάλεια είναι πεδία στα οποία τα συμφέροντα των δύο χωρών συχνά συγκρούονται. Η συνάντηση Τραμπ – Σι μπορεί να άνοιξε παράθυρο συνεννόησης, αλλά δεν έκλεισε τον ανταγωνισμό που καθορίζει τις σχέσεις Ουάσιγκτον – Πεκίνου.
Το συμπέρασμα
Η συνάντηση Τραμπ – Σι στο Πεκίνο σηματοδοτεί μια προσπάθεια επαναφοράς των σχέσεων ΗΠΑ – Κίνας σε πιο διαχειρίσιμη τροχιά. Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να εξασφάλισε δεσμεύσεις για αυξημένες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, ενέργειας και αεροσκαφών, ενώ οι δύο πλευρές φέρονται να συμφώνησαν στην ανάγκη να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ και να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικό όπλο.
Όμως η ουσία θα κριθεί στις λεπτομέρειες. Αν οι δηλώσεις μετατραπούν σε συμβόλαια, τότε ο Τραμπ θα έχει να παρουσιάσει μια σημαντική εμπορική και διπλωματική επιτυχία. Αν μείνουν σε επίπεδο πολιτικών διατυπώσεων, η συνάντηση θα καταγραφεί περισσότερο ως επικοινωνιακή ανάπαυλα σε έναν ανταγωνισμό που παραμένει βαθύς, σύνθετος και επικίνδυνος.