Η δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αυτή την εβδομάδα ότι «δεν σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών», καθώς εξετάζει τις επόμενες κινήσεις του απέναντι στο Ιράν, φαίνεται πως αποτύπωσε άθελά του το βασικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται: πώς να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη χωρίς να προκαλέσει πανικό στις αγορές και εκτόξευση στις τιμές του πετρελαίου.
Το βασικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν διαθέτει ξεκάθαρο τρόπο ώστε να συνδυάσει την επιθυμία του να τερματίσει τον πόλεμο με τους δικούς του όρους, με την ανάγκη να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και να διατηρήσει θετική την πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς εν μέσω προεκλογικής περιόδου.
Σύμφωνα με συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου, αυτό που επιχείρησε να πει με τη δήλωσή του την Τρίτη ήταν ότι οι εσωτερικές οικονομικές ανησυχίες δεν πρόκειται να τον αποτρέψουν από οποιαδήποτε ενέργεια θεωρεί απαραίτητη για να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αποσαφήνιση θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα χαθεί μέσα στις προεκλογικές διαφημίσεις που ετοιμάζουν οι Δημοκρατικοί, αξιοποιώντας το επίμαχο απόσπασμα.
«Ο πρόεδρος θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει διαφορετικές λέξεις, αλλά αυτό είναι που πιστεύει», δήλωσε σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ στο Axios. Ένας δεύτερος σύμβουλος παραδέχτηκε ότι «το Ιράν έχει περισσότερο χρόνο και υπολογίζει στο αμερικανικό πολιτικό ημερολόγιο για να ωφεληθεί».
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι θεωρούν πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους και ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και στη μεταβλητότητα των αγορών. Τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία που δείχνουν αύξηση του πληθωρισμού λόγω των καυσίμων, αλλά και δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ότι οι ψηφοφόροι αποδίδουν ευθύνες στον πρόεδρο και στους Ρεπουμπλικανούς, δυσκολεύουν την προσπάθεια του Τραμπ να πείσει ότι μπορεί να αντέξει μια παρατεταμένη κρίση.
Ρεπουμπλικανοί δημοσκόποι και πολιτικοί σύμβουλοι αναγνωρίζουν ότι η αύξηση στις τιμές των καυσίμων εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν θα δυσκολέψει το αφήγημα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως οι φορολογικές μειώσεις. Παρ’ όλα αυτά, ο δεύτερος σύμβουλος υποστήριξε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «είναι σοβαρός σχετικά με ένα μη πυρηνικό Ιράν», ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους.
Από τη στιγμή που επιτεύχθηκε κατάπαυση του πυρός πριν από έξι εβδομάδες, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ξεκαθαρίσει ότι επιθυμούσε μια συμφωνία και ήταν απρόθυμος να επιστρέψει σε πολεμικές επιχειρήσεις. Οι διαπραγματευτές του θεωρούσαν ότι πλησίαζαν σε μια προκαταρκτική συμφωνία με την Τεχεράνη την προηγούμενη εβδομάδα, όμως η αντιπρόταση του Ιράν αγνόησε τις βασικές αμερικανικές απαιτήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη στάση του Ιράν απαράδεκτη και απείλησε την Τεχεράνη με βαρύ τίμημα λόγω της αδιαλλαξίας της. Πλέον, η ομάδα του συζητά επιλογές στρατιωτικής κλιμάκωσης προκειμένου να σπάσει το αδιέξοδο, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής αναταραχής.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αναμένεται να προχωρήσει σε δραματικές κινήσεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Κίνα, ωστόσο εκτιμούν ότι θα μπορούσε να λάβει αποφάσεις αμέσως μετά την επιστροφή του. Μία από τις επιλογές που εξετάζονται είναι η επανέναρξη του «Project Freedom», με το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό να επιχειρεί να σπάσει το αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ.
Μια άλλη πιθανότητα είναι η έναρξη νέας εκστρατείας βομβαρδισμών με στόχο ιρανικές υποδομές, κάτι που ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει ότι θα πράξει. Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι βρίσκονται σε αυξημένη επιφυλακή ενόψει του Σαββατοκύριακου, σε περίπτωση που ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίσει την επανέναρξη του πολέμου. Όπως αναφέρουν, οποιαδήποτε τέτοια επιχείρηση θα πραγματοποιηθεί σε συντονισμό με τον ισραηλινό στρατό.
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός ασκεί ήδη έντονη πίεση στο Ιράν και θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε υποχώρηση ακόμη και χωρίς νέες στρατιωτικές ενέργειες. Ο Ντόναλντ Τραμπ και η ομάδα του παρουσιάζουν το Ιράν ως μια χώρα που βρίσκεται κοντά σε οικονομική καταστροφή, αν και ορισμένες αμερικανικές αναλύσεις πληροφοριών υποστηρίζουν ότι η ιρανική οικονομία και οι πετρελαϊκές υποδομές θα μπορούσαν να αντέξουν για αρκετούς ακόμα μήνες.
Παράλληλα, αν και οι απλοί Ιρανοί πολίτες αναμένεται να αισθανθούν την πίεση, το αυταρχικό σύστημα της χώρας θεωρείται λιγότερο ευάλωτο στη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Ακόμα κι αν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωνε αύριο το τέλος του πολέμου, το Ιράν θα μπορούσε να συνεχίσει να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Σε περίπτωση νέων επιθέσεων, αναμένεται άμεση άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και πτώση στα χρηματιστήρια. Ωστόσο, η τελευταία στάση της Τεχεράνης έχει μειώσει τις ελπίδες για συμφωνία, αυξάνοντας τις εκτιμήσεις για επανέναρξη των συγκρούσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι δεν θα σκεφτεί «ούτε στο ελάχιστο» τα οικονομικά των Αμερικανών αν χρειαστεί να λάβει μια τέτοια απόφαση, υποστηρίζοντας ότι ο μοναδικός του στόχος είναι να αποτρέψει το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Με αυτή τη δήλωση, όμως, έδωσε ταυτόχρονα στους Δημοκρατικούς ένα ισχυρό πολιτικό όπλο για την προεκλογική αντιπαράθεση.