Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 15 Μαρτίου 2026 αμοιβή ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη ανώτερων ιρανικών στελεχών. Αν και δύο από αυτά τα πρόσωπα έχουν ήδη σκοτωθεί σε ισραηλινά πλήγματα, περιλαμβάνονται στην παρούσα ανάλυση προκειμένου να παρουσιαστεί μια πληρέστερη εικόνα της ισχυρής ελίτ του Ιράν, η οποία είναι βαθιά ενσωματωμένη στην πολιτική, πληροφοριακή και στρατιωτική δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Οι διαδρομές αυτών των προσώπων αντικατοπτρίζουν τους βασικούς πυλώνες του καθεστώτος, τη θρησκευτική εξουσία, τον συντονισμό των μυστικών υπηρεσιών και τη στρατιωτική ισχύ και εξηγούν γιατί θεωρούνται στόχοι υψηλής αξίας.

Σεγιέντ Μοτζταμπά Χαμενεΐ

Ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ, 56 ετών, γιος του πρώην ανώτατου ηγέτη, Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε σε αμερικανοϊσραηλινό πλήγμα τον Φεβρουάριο του 2026, επιλέχθηκε στις αρχές Μαρτίου ως νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν. Θεωρούνταν επί μακρόν ισχυρή προσωπικότητα στο παρασκήνιο, δρώντας εντός του στενού κύκλου του πατέρα του, ενώ είχε αναπτύξει ισχυρές σχέσεις με τους μηχανισμούς ασφαλείας και πληροφοριών της χώρας, αποκτώντας φήμη πολιτικού διαμεσολαβητή και εκτελεστή αποφάσεων.

Παρά το γεγονός ότι δεν κατείχε ποτέ εκλεγμένη ή ανώτερη διοικητική θέση, είχε ευρέως θεωρηθεί πιθανός διάδοχος του πατέρα του. Μια τέτοια διαδοχή θα προκαλούσε αντιδράσεις υπό φυσιολογικές συνθήκες, λόγω της περιορισμένης εμπειρίας του και της ιδεολογικής ευαισθησίας γύρω από την κληρονομική διαδοχή σε ένα σύστημα που προέκυψε από αντιμοναρχική επανάσταση.

Το όνομά του συνδέθηκε επίσης με πολιτικές αντιπαραθέσεις. Στις προεδρικές εκλογές του 2005, ο μεταρρυθμιστής υποψήφιος Μεχντί Καρουμπί τον κατηγόρησε για εμπλοκή σε εκλογική νοθεία, ενώ ο πρώην πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ τον κατηγόρησε αργότερα για οικονομικές παρατυπίες. Η κοινωνική αντίδραση απέναντι στην προοπτική ανόδου του ήταν εμφανής και στις διαδηλώσεις του 2022-23, όταν διαδηλωτές φώναζαν: «Μοτζτάμπα, να πεθάνεις και να μη δεις ηγεσία».

Σεγιέντ Αλί-Ασγκάρ (Μιρ) Χετζαζί

Ο Σεγιέντ Αλί-Ασγκάρ Χετζαζί, κληρικός με μακροχρόνιους δεσμούς με τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών, συγκαταλεγόταν στους στενότερους συνεργάτες του Αλί Χαμενεΐ. Ξεκίνησε την πολιτική του πορεία το 1980 ως μέλος «επιτροπής εκκαθάρισης», με αποστολή την απομάκρυνση αντιφρονούντων από κρατικούς θεσμούς μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979.

Στη συνέχεια υπηρέτησε ως αναπληρωτής για θέματα εξωτερικών υποθέσεων στο υπουργείο Πληροφοριών στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και πιο πρόσφατα ως αναπληρωτής διευθυντής του γραφείου του ανώτατου ηγέτη. Από τη θέση αυτή λειτουργούσε ως βασικός ενδιάμεσος μεταξύ κυβερνητικών δομών και θρησκευτικών και πολιτικών προσώπων, μεταφέροντας τις οδηγίες του Χαμενεΐ, διαμορφώνοντας υψηλού επιπέδου πολιτικές και συντονίζοντας το πολύπλοκο δίκτυο πληροφοριών και ασφάλειας του Ιράν.

Το 2013 τέθηκε υπό κυρώσεις από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών για φερόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εμπλοκής στην καταστολή του «Πράσινου Κινήματος» το 2009, ενώ το 2019 επιβλήθηκαν κυρώσεις και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Φέρεται να επέζησε ισραηλινής επίθεσης στις 6 Μαρτίου 2026.

Σεγιέντ Εσμαΐλ Χατίμπ

Ο Σεγιέντ Εσμαΐλ Χατίμπ, 64 ετών, ο οποίος σκοτώθηκε στις 18 Μαρτίου 2026, είχε διαμορφώσει την καριέρα του εντός του μηχανισμού πληροφοριών και ασφάλειας του Ιράν. Εντάχθηκε το 1980 σε επιχειρήσεις πληροφοριών που συνδέονταν με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ.

Μετά τον πόλεμο κατείχε σειρά ανώτερων θέσεων πληροφοριών, μεταξύ των οποίων γενικός διευθυντής πληροφοριών της επαρχίας Κομ από το 1991. Υπηρέτησε επίσης στο γραφείο ασφάλειας του ανώτατου ηγέτη την περίοδο 2009-11 και διετέλεσε επικεφαλής του Κέντρου Προστασίας και Πληροφοριών της Δικαιοσύνης από το 2012 έως το 2019. Αργότερα ανέλαβε ανώτερο ρόλο στον οργανισμό Αστάν Κουντς Ραζαβί, έναν σημαντικό θρησκευτικό και οικονομικό φορέα υπό τον άμεσο έλεγχο του ανώτατου ηγέτη.

Τέθηκε υπό κυρώσεις από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών το 2020 για φερόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το 2021 ανέλαβε υπουργός Πληροφοριών του Ιράν.

Αλί Λαριτζανί

Ο Αλί Λαριτζανί, 68 ετών, που δολοφονήθηκε στις 17 Μαρτίου 2026, υπήρξε ένας από τους πιο έμπειρους πολιτικούς του ιρανικού καθεστώτος. Προερχόμενος από επιφανή κληρική οικογένεια, ανέβηκε στην ιεραρχία τόσο μέσω στρατιωτικών όσο και πολιτικών θεσμών, ξεκινώντας από ρόλους που συνδέονταν με τους Φρουρούς της Επανάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του κατείχε πολυάριθμες υψηλόβαθμες θέσεις, όπως υπουργός Πολιτισμού (1992-94) και επικεφαλής της κρατικής ραδιοτηλεόρασης (1994-2004). Υπηρέτησε επίσης ως γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (2004-08 και 2025-26) και ως επικεφαλής διαπραγματευτής για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν την περίοδο 2005-07.

Από τις αρχές Ιανουαρίου 2026 και ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Αγιατολάχ Χαμενεΐ στις 28 Φεβρουαρίου, αναδείχθηκε σε κεντρικό παράγοντα λήψης αποφάσεων στο σύστημα, μέχρι τον θάνατό του.

Ταξίαρχος Εσκαντάρ Μομενί

Ο Εσκαντάρ Μομενί, 64 ετών, αξιωματούχος ασφαλείας με διασυνδέσεις στους Φρουρούς της Επανάστασης, είναι βετεράνος του πολέμου Ιράν-Ιράκ και συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά αντάρτικων αριστερών ομάδων στο βόρειο Ιράν.

Στη συνέχεια κατείχε σειρά υψηλόβαθμων θέσεων στις δυνάμεις επιβολής του νόμου, μεταξύ των οποίων επικεφαλής του Κέντρου Άμεσης Δράσης της Αστυνομίας (2004-05), αναπληρωτής επιχειρήσεων της εθνικής αστυνομίας (2005-08) και αρχηγός της τροχαίας (2009-14). Διαθέτει επίσης διδακτορικό στην εθνική ασφάλεια.

Ως αναπληρωτής διοικητής της Δύναμης Επιβολής του Νόμου (2015-18), αρμόδιος για τη δημόσια ασφάλεια, επέβλεψε την καταστολή των διαδηλώσεων του 2017-18. Από τον Αύγουστο του 2024, οπότε και ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών, παραμένει κεντρική μορφή της εσωτερικής πολιτικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της αιματηρής καταστολής των αναταραχών στις αρχές του 2026, κατά την οποία εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν από 7.000 έως 30.000 Ιρανοί.

Υποστράτηγος Γιαχία Ραχίμ Σαφαβί

Ο Γιαχία Ραχίμ Σαφαβί, 73 ετών, ανώτατος διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης και στρατιωτικός στρατηγιστής, έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση στη Συρία πριν από την επανάσταση του 1979 και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ.

Υπηρέτησε ως διοικητής των χερσαίων δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης (1985-89), αναπληρωτής αρχηγός (1989-97) και αρχηγός των Φρουρών (1997-2007), περίοδο κατά την οποία φέρεται να απέκτησε και διδακτορικό στη γεωγραφία. Τον Δεκέμβριο του 2006, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον ενέταξε σε λίστα κυρώσεων για τη συμμετοχή του στα πυρηνικά και βαλλιστικά προγράμματα του Ιράν.

Μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία των Φρουρών, διορίστηκε ανώτερος στρατιωτικός σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη, θέση στην οποία παραμένει έως σήμερα, ενώ συνεχίζει να τελεί υπό αμερικανικές κυρώσεις.