Η είδηση ότι εξοντώθηκε ένα από τα πλέον ισχυρά πρόσωπα του Ιράν προκάλεσε έντονο διεθνές αντίκτυπο, με το Τελ Αβίβ να επιβεβαιώνει την επιχείρηση μέσω επίσημης δημοσιοποίησης φωτογραφικού υλικού του πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η ανακοίνωση συνοδεύτηκε από σαφές μήνυμα για την επιθετική στρατηγική που ακολουθεί το Ισραήλ απέναντι στην ιρανική ηγεσία.
Με μια φωτογραφία του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, «σφράγισε» το Τελ Αβίβ την είδηση του θανάτου του νο 2 του Ιράν και επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, σε βομβαρδισμό το βράδυ της Δευτέρας προς Τρίτη.
«Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου δίνει την εντολή της εξόντωσης των ανώτερων Ιρανών αξιωματούχων», αναφέρεται στη λεζάντα της φωτογραφίας που δόθηκε στη δημοσιότητα από το γραφείο του πρωθυπουργού του Ισραήλ.
Photo: Prime Minister Benjamin Netanyahu ordering the elimination of senior Iranian regime officials. pic.twitter.com/av6rIqNOFt
— Prime Minister of Israel (@IsraeliPM) March 17, 2026
Σύμφωνα με πληροφορίες του ισραηλινού Channel 12, η επιχείρηση που οδήγησε στη δολοφονία του Λαριτζανί είχε αρχικά σχεδιαστεί να πραγματοποιηθεί το βράδυ της Κυριακής προς Δευτέρα, ωστόσο ανεστάλη την τελευταία στιγμή.
Την Τρίτη το απόγευμα, όμως, οι ισραηλινές αρχές φέρεται να ενημερώθηκαν ότι ο Λαριτζανί επρόκειτο να μεταβεί σε ένα από τα διαμερίσματα που χρησιμοποιούσε ως κρησφύγετα, αντί για την οικία του. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι μαζί του βρισκόταν και ο γιος του.
Κατά το ίδιο μέσο, αμέσως μετά τον βομβαρδισμό, ισραηλινή πηγή ασφαλείας εκτίμησε ότι ο θάνατός του ήταν βέβαιος, δηλώνοντας χαρακτηριστικά «δεν υπάρχει περίπτωση να επέζησε αυτής της επίθεσης».
Israeli Defense Minister Israel Katz announced that Iran’s top security official Ali Larijani and Basij commander Gholamreza Soleimani were killed in an overnight airstrike in Iran. pic.twitter.com/DNY2ptheES
— Open Source Intel (@Osint613) March 17, 2026
Σε τηλεοπτική του παρέμβαση, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ίσραελ Κατζ, ανακοίνωσε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις προχώρησαν στην εξόντωση τόσο του Λαριτζανί όσο και του διοικητή των δυνάμεων Μπασίτζ, Σολεϊμανί, υπογραμμίζοντας: «Οι ηγέτες του καθεστώτος σκοτώνονται και οι δυνατότητές τους εξουδετερώνονται».
«Ο στρατός μας καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να συνεχίσει να πλήττει και να εξουδετερώνει τις πυραυλικές δυνατότητες, καθώς και τη στρατηγική υποδομή του Ιράν» πρόσθεσε ο Κατζ.
Ποιος ήταν ο Αλί Λαριτζανί
Ο Αλί Λαριτζανί, σε ηλικία 67 ετών, συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιο επιδραστικών μορφών του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Με παρελθόν ως διοικητής στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και πολυετή παρουσία στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, κατείχε τη θέση του γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, του ανώτατου θεσμού για ζητήματα ασφάλειας στη χώρα.
Κατά τους τελευταίους μήνες, σε μια περίοδο έντονων εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αλλά και εσωτερικών αναταραχών λόγω μαζικών διαδηλώσεων, ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ φέρεται να βασίστηκε ιδιαίτερα στον Λαριτζανί για τη διαχείριση κρίσιμων καταστάσεων. Ιρανοί αξιωματούχοι τον περιέγραφαν ως στενό και απολύτως έμπιστο συνεργάτη, με άμεση πρόσβαση στον ανώτατο ηγέτη.
Ο ρόλος του είχε ενισχυθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, καθώς είχε αναλάβει την εποπτεία μέτρων εσωτερικής ασφάλειας εν μέσω διαδηλώσεων, τον συντονισμό επαφών με χώρες όπως η Ρωσία, το Κατάρ και το Ομάν, καθώς και ενεργό συμμετοχή στις πυρηνικές συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, είχε εμπλοκή σε σχέδια έκτακτης ανάγκης για την περίπτωση πολεμικής σύρραξης ή αποσταθεροποίησης της ηγεσίας.

Προερχόμενος από ισχυρή πολιτική και θρησκευτική οικογένεια, ο Λαριτζανί είχε διατελέσει πρόεδρος της Βουλής για 12 χρόνια, ενώ είχε ήδη υπηρετήσει ως γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας την περίοδο 2005-2007, πριν επιστρέψει στη θέση στις 5 Αυγούστου του τρέχοντος έτους. Το 2021 ανέλαβε επίσης σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την 25ετή στρατηγική συμφωνία με την Κίνα, ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που αποτυπώνει την επιρροή του στο ιρανικό σύστημα εξουσίας.
Παρά την κεντρική του θέση στο πολιτικό σκηνικό, δεν θεωρούνταν πιθανός διάδοχος του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς δεν ήταν ανώτερος σιίτης κληρικός, προϋπόθεση απαραίτητη για την ανάληψη της ηγεσίας. Ωστόσο, συγκαταλεγόταν μεταξύ των βασικών επιλογών σε σενάρια έκτακτης ανάγκης για τη διακυβέρνηση της χώρας σε περίπτωση κρίσης.
Αναλυτές τον περιέγραφαν ως έναν υπολογιστικό συντηρητικό, που συνδύαζε πραγματισμό και εθνικιστική προσέγγιση. Αν και επικριτές τον συνέδεσαν με σκληρές πρακτικές καταστολής και του απέδιδαν ευθύνες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι υποστηρικτές του τον θεωρούσαν μία από τις ελάχιστες προσωπικότητες που μπορούσαν να διασφαλίσουν τη σταθερότητα ενός συστήματος που δοκιμάζεται έντονα.