Ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία του Νικολάς Μαδούρο, με τον ίδιο και τη σύζυγό του να δηλώνουν αθώοι.

Ο ανατραπείς ηγέτης της Βενεζουέλας είπε στο δικαστήριο του Μανχάταν: «Δεν είμαι ένοχος, είμαι έντιμος άνθρωπος. Είμαι ακόμα ο πρόεδρος της χώρας μου».

«Είμαι ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, με συνέλαβαν στο σπίτι μου στο Καράκας της Βενεζουέλας μαζί με την σύζυγό μου και θα τοποθετηθώ αναφορικά με τις κατηγορίες μόλις τις διαβάσω αναλυτικά – προσεκτικά – μόνος μου», πρόσθεσε στη συνέχεια.

Στη συνέχεια, η σύζυγός του Σίλια Φλόρες, ανέφερε: «Είμαι αθώα, εντελώς αθώα».

Ο δικηγόρος του Μαδούρο, Μπάρι Πόλακ, δήλωσε ότι «σε αυτή τη φάση δεν ζητά την αποφυλάκισή του με εγγύηση», με την ακρόαση του Μαδούρο μετά την απαγγελία των κατηγοριών να ορίζεται για τις 17 Μαρτίου.

Σημειώνεται, ότι ο 92χρονος Ορθόδοξος Εβραίος ομοσπονδιακός δικαστής Άλβιν Χέλερσταϊν διορίστηκε για να προεδρεύσει της ποινικής διαδικασίας κατά του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας.

Η δίκη θα πραγματοποιηθεί στο δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης, στο Μανχάταν, το οποίο θεωρείται ευρέως ως ένα από τα πιο ισχυρά και με επιρροή δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο χειρίζεται συνήθως υποθέσεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια, την τρομοκρατία και το διεθνές έγκλημα μεγάλης κλίμακας.

Ο Χέλερσταϊν είναι ένας από τους μακροβιότερους εν ενεργεία ομοσπονδιακούς δικαστές της χώρας. Διορίστηκε δικαστής το 1998 από τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, ανέλαβε καθήκοντα ανώτερου δικαστή το 2011, αλλά συνέχισε να εκδικάζει υποθέσεις μέχρι και την τρίτη δεκαετία της ζωής του.

Εικόνα έξω από το δικαστήριο:

Έκτακτο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ

Σε εξέλιξη βρίσκεται ανοιχτή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ υπό το θέμα «Απειλές κατά της Διεθνούς Ειρήνης και Ασφάλειας». Η Κολομβία, Μη Μόνιμο Μέλος του Συμβουλίου, ζήτησε κατεπείγουσα συνεδρίαση μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου 2026, κατά την οποία απομακρύνθηκαν από τη χώρα ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες.

Η Αναπ. Γενική Γραμματέας του ΟΗΕ Ρόζμαρι ΝτιΚάρλο ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας εκ μέρους του ΓΓ ΟΗΕ Aντόνιο Γκουτέρες επισημαίνοντας ότι «αμερικανικές δυνάμεις έδρασαν σε ολόκληρο το Καράκας και στις βόρειες πολιτείες Μιράντα, Αραγκούα και Λα Γκουάιρα», ενώ «η έκταση των απωλειών που προέκυψαν από αυτές τις ενέργειες παραμένει άγνωστη». Υπενθύμισε ότι ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πως «θα διοικήσουμε τη χώρα μέχρις ότου καταστεί δυνατή μια ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση».

Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας χαρακτήρισε την αμερικανική ενέργεια ως «στρατιωτική επίθεση που πραγματοποιήθηκε σε πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές» και ως «κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη, που συνιστά απειλή για τη διεθνή και περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια». Σημείωσε επίσης ότι ο Πρόεδρος Μαδούρο «κρατείται στη Νέα Υόρκη, κατηγορούμενος από τις αμερικανικές αρχές, μαζί με τη σύζυγό του Σίλια Φλόρες, για σοβαρά ποινικά αδικήματα», υπογραμμίζοντας ότι «το άμεσο μέλλον της Βενεζουέλας παραμένει αβέβαιο».

Η κ. ΝτιΚάρλο εξέφρασε «βαθιά ανησυχία για την πιθανή κλιμάκωση της αστάθειας στη χώρα, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο στην περιοχή και το προηγούμενο που ενδέχεται να δημιουργηθεί».

Aνέφερε ότι η κατάσταση «αποτελεί αντικείμενο περιφερειακής και διεθνούς ανησυχίας εδώ και πολλά χρόνια», ιδίως μετά τις «αμφισβητούμενες προεδρικές εκλογές του Ιουλίου 2024», κατά τις οποίες επισημάνθηκαν «σοβαρά ζητήματα» και διατυπώθηκε σταθερά το αίτημα για «πλήρη διαφάνεια και πλήρη δημοσιοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων».

Παράλληλα, ανέφερε ότι έχουν καταγραφεί «σοβαρές παραβιάσεις» ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι στις 3 Ιανουαρίου εκδόθηκε «διάταγμα έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, το οποίο επεκτείνει πρόσθετες εξουσίες ασφάλειας στην κυβέρνηση».

Αναφερόμενη στο διεθνές δίκαιο, δήλωσε ότι παραμένει «βαθιά ανήσυχη ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν έγιναν σεβαστοί σε σχέση με την στρατιωτική ενέργεια της 3ης Ιανουαρίου», υπενθυμίζοντας ότι ο Χάρτης του ΟΗΕ κατοχυρώνει «την απαγόρευση της απειλής ή της χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους».

Κάλεσε όλους τους Βενεζουελάνους δρώντες να εμπλακούν σε «έναν χωρίς αποκλεισμούς, δημοκρατικό διάλογο», με «πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της κυρίαρχης βούλησης του λαού της Βενεζουέλας», ενώ προέτρεψε τη διεθνή κοινότητα να ενεργήσει «σε πνεύμα αλληλεγγύης».

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι σε καταστάσεις όπως η παρούσα «πρέπει να σεβαστούμε τον Χάρτη του ΟΗΕ» και την «απαγόρευση της απειλής ή της χρήσης βίας», τονίζοντας ότι «η δύναμη του νόμου πρέπει να υπερισχύσει» και ότι «αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε».