Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ο ήλιος, η θάλασσα και οι υψηλές θερμοκρασίες είναι συνώνυμα του ελληνικού καλοκαιριού. Όμως, πίσω από την ανεμελιά των διακοπών κρύβεται ένας κίνδυνος που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους και παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστος: η αλληλεπίδραση της ακραίας ζέστης με τη φαρμακευτική αγωγή.

Δεν είναι μόνο η θερμοκρασία που ανεβαίνει επικίνδυνα. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά ο ανθρώπινος οργανισμός όταν προσπαθεί να αποβάλει τη θερμότητα, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνει φάρμακα για την καρδιά, την υπέρταση, τον διαβήτη, την κατάθλιψη ή άλλες χρόνιες παθήσεις.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι σε συνθήκες καύσωνα ορισμένα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν:

  • την εφίδρωση,
  • τη δίψα,
  • την κυκλοφορία του αίματος,
  • τη λειτουργία των νεφρών και
  • την ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι:

  • αφυδάτωση,
  • θερμική εξάντληση,
  • ηλεκτρολυτικές διαταραχές,
  • λιποθυμικά επεισόδια ή ακόμη και
  • θερμοπληξία, μια κατάσταση που μπορεί να εξελιχθεί σε επείγον ιατρικό περιστατικό.

Οι κίνδυνοι αυτοί γίνονται ακόμη μεγαλύτεροι καθώς οι καύσωνες είναι πλέον συχνότεροι, εντονότεροι και μεγαλύτερης διάρκειας. Σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας, η παρατεταμένη έκθεση σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες αυξάνει σημαντικά τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, στα άτομα με χρόνια νοσήματα, στους καρδιοπαθείς, στους διαβητικούς και σε όσους λαμβάνουν πολλαπλές φαρμακευτικές αγωγές.

Γιατί ο καύσωνας γίνεται πιο επικίνδυνος όταν λαμβάνουμε φάρμακα

Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει έναν εξαιρετικά πολύπλοκο μηχανισμό θερμορρύθμισης. Όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία του περιβάλλοντος, τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονται, αυξάνεται η εφίδρωση και η καρδιά εργάζεται περισσότερο ώστε να αποβάλει τη θερμότητα.

Ορισμένα φάρμακα, όμως, επηρεάζουν ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς.

Σύμφωνα με το CDC, μπορούν να:

  • μειώσουν την αίσθηση της δίψας,
  • περιορίσουν ή να διαταράξουν την εφίδρωση,
  • προκαλέσουν αφυδάτωση,
  • μειώσουν την αρτηριακή πίεση,
  • διαταράξουν την ισορροπία νατρίου και καλίου,
  • επιβαρύνουν τη νεφρική λειτουργία,
  • επηρεάσουν την καρδιακή παροχή,
  • μειώσουν την ικανότητα του εγκεφάλου να αντιλαμβάνεται την υπερθέρμανση.

Με απλά λόγια, το σώμα δυσκολεύεται να δροσιστεί ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζεται περισσότερο.

Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία υπενθυμίζει ότι οι ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα είναι από τις ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν την καταπόνηση του καρδιαγγειακού συστήματος, προκαλούν αγγειοδιαστολή, πτώση της αρτηριακής πίεσης και αυξημένες ανάγκες σε υγρά, ενώ η αφυδάτωση μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσες καρδιακές παθήσεις.

Για τον λόγο αυτό, οι καρδιολόγοι τονίζουν ότι οι ασθενείς δεν πρέπει ποτέ να διακόπτουν μόνοι τους την αγωγή τους. Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα όπως έντονη ζάλη, υπόταση, αδυναμία ή επαναλαμβανόμενα επεισόδια αφυδάτωσης, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται αποκλειστικά από τον θεράποντα ιατρό.

Οι ηλικιωμένοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου

Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τους ηλικιωμένους ως τη σημαντικότερη ομάδα υψηλού κινδύνου. Με την πάροδο της ηλικίας μειώνεται φυσιολογικά το αίσθημα της δίψας, ενώ τα νεφρά δυσκολεύονται να διατηρήσουν την ισορροπία των υγρών. Ταυτόχρονα, πολλοί ηλικιωμένοι λαμβάνουν καθημερινά πέντε, έξι ή και περισσότερα φάρμακα για υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη ή νευρολογικά νοσήματα. Ο συνδυασμός πολυφαρμακίας και καύσωνα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Ποτέ μη διακόπτετε μόνοι σας τη θεραπεία

Ένα από τα συχνότερα λάθη που καταγράφονται κάθε καλοκαίρι είναι η αυθαίρετη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής: «Αφού κάνει τόση ζέστη, θα σταματήσω για λίγες ημέρες το διουρητικό» ή «δεν θα πάρω σήμερα το χάπι για την πίεση γιατί ιδρώνω πολύ» είναι αποφάσεις που μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες.

Τόσο ο ΕΟΔΥ όσο και οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες υπογραμμίζουν ότι οποιαδήποτε αλλαγή στη θεραπεία πρέπει να γίνεται μόνο μετά από επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί πράγματι να απαιτηθούν προσαρμογές, όμως αυτές εξατομικεύονται ανάλογα με την ηλικία, τη νόσο, τις εργαστηριακές εξετάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε ασθενούς.

Τα φάρμακα που απαιτούν τη μεγαλύτερη προσοχή

  • Αντικαταθλιπτικά

Τα αντικαταθλιπτικά συγκαταλέγονται στα φάρμακα που έχουν μελετηθεί περισσότερο σε σχέση με τη δυσανεξία στη ζέστη. Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), αλλά και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs), μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τη λειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων.

Όπως εξηγεί ο οικογενειακός ιατρός David Cutler από το Providence Saint John’s Health Center στην Καλιφόρνια, τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν είτε υπερβολική εφίδρωση είτε, αντίθετα, σημαντική μείωση της εφίδρωσης. Και στις δύο περιπτώσεις διαταράσσεται ο φυσιολογικός μηχανισμός ψύξης του οργανισμού.

Μελέτες δείχνουν ότι σε ακραίες περιπτώσεις η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να φθάσει ακόμη και τους 41 βαθμούς Κελσίου, αυξάνοντας τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας.

Οι ειδικοί συμβουλεύουν όσους λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά να αποφεύγουν την παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο, να ενυδατώνονται επαρκώς και να ενημερώνουν άμεσα τον γιατρό τους εάν εμφανίσουν σύγχυση, έντονη ζάλη ή αδυναμία.

  • Αντιψυχωσικά και λίθιο

Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Εκτός από τη διαταραχή της θερμορρύθμισης, ορισμένα από αυτά μειώνουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιλαμβάνεται ότι υπερθερμαίνεται. Ο ασθενής μπορεί να μην αισθανθεί έγκαιρα τη δίψα ή την έντονη θερμική καταπόνηση και να συνεχίσει να παραμένει σε περιβάλλον με υψηλές θερμοκρασίες.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το λίθιο, βασικό φάρμακο στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Η έντονη αφυδάτωση μπορεί να αυξήσει τα επίπεδά του στο αίμα και να οδηγήσει σε τοξικότητα.

Τα πρώτα σημάδια περιλαμβάνουν:

  • τρόμο,
  • αστάθεια,
  • δυσκολία στην ομιλία,
  • έντονη υπνηλία,
  • σύγχυση,
  • ναυτία και
  • διαταραχές ισορροπίας.

Πρόκειται για κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση και δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται.

  • Β-αναστολείς

Μετοπρολόλη, προπρανολόλη, ατενολόλη και άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας χορηγούνται καθημερινά σε εκατοντάδες χιλιάδες ασθενείς για:

  • υπέρταση,
  • στεφανιαία νόσο,
  • καρδιακή ανεπάρκεια,
  • αρρυθμίες αλλά και
  • ορισμένες αγχώδεις διαταραχές.

Οι β-αναστολείς μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την ένταση με την οποία εργάζεται η καρδιά. Αν και αυτό αποτελεί βασικό θεραπευτικό τους πλεονέκτημα, σε συνθήκες ακραίας ζέστης μπορεί να περιορίσει την ικανότητα του οργανισμού να αποβάλει θερμότητα μέσω της αυξημένης κυκλοφορίας του αίματος προς το δέρμα.

Η συνέπεια μπορεί να είναι:

  • μεγαλύτερη δυσανεξία στη ζέστη,
  • εύκολη κόπωση,
  • υπόταση,
  • ζάλη και
  • λιποθυμικά επεισόδια, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει αφυδάτωση ή λήψη διουρητικών.

Η American Heart Association επισημαίνει ότι οι καρδιοπαθείς πρέπει να παραμένουν ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τις ημέρες καύσωνα, να αποφεύγουν τις μετακινήσεις τις θερμότερες ώρες της ημέρας και να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες του καρδιολόγου τους.

  • Αναστολείς ΜΕΑ και ανταγωνιστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης (ARBs)

Τα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και της χρόνιας νεφρικής νόσου συγκαταλέγονται επίσης στις κατηγορίες που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει.

Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE inhibitors) και οι ανταγωνιστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης (ARBs) δεν προκαλούν από μόνοι τους θερμοπληξία. Ωστόσο, μπορούν να επηρεάσουν τη φυσιολογική ισορροπία υγρών και τη λειτουργία των νεφρών, ιδιαίτερα όταν ο οργανισμός χάνει μεγάλες ποσότητες νερού μέσω της εφίδρωσης.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι:

  • πτώση της αρτηριακής πίεσης,
  • έντονη κόπωση,
  • ζάλη και,
  • σε ορισμένες περιπτώσεις, οξεία νεφρική βλάβη,

ειδικά όταν συνυπάρχουν αφυδάτωση, γαστρεντερίτιδα ή λήψη διουρητικών.

Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία επισημαίνει ότι οι ασθενείς με υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια δεν πρέπει να τροποποιούν μόνοι τους τη θεραπεία τους, ακόμη κι αν αισθάνονται ότι η πίεσή τους είναι χαμηλή κατά τη διάρκεια του καύσωνα. Αντίθετα, συνιστάται τακτική μέτρηση της αρτηριακής πίεσης στο σπίτι και άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα καρδιολόγο εάν εμφανιστούν επίμονη υπόταση, έντονη ζάλη ή λιποθυμικά επεισόδια.

Διουρητικά: τα φάρμακα που αυξάνουν περισσότερο τον κίνδυνο αφυδάτωσης

Εάν υπάρχει μία κατηγορία φαρμάκων που απασχολεί ιδιαίτερα τους γιατρούς κάθε καλοκαίρι, αυτή είναι τα διουρητικά. Χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, της καρδιακής ανεπάρκειας και των οιδημάτων, αυξάνοντας την αποβολή νερού και ηλεκτρολυτών μέσω των ούρων.

Το πρόβλημα γίνεται εμφανές όταν αυτή η απώλεια υγρών συνδυάζεται με πολύωρη έκθεση στη ζέστη και έντονη εφίδρωση. Ο οργανισμός μπορεί να χάσει μέσα σε λίγες ώρες μεγάλες ποσότητες νερού και νατρίου, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν:

  • έντονη δίψα,
  • ξηροστομία,
  • κράμπες,
  • υπόταση,
  • ταχυκαρδία,
  • σύγχυση,
  • λιποθυμία,
  • επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.

Σύμφωνα με το CDC, ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά όταν τα διουρητικά συνδυάζονται με αναστολείς ΜΕΑ, ARBs ή άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα. Οι ειδικοί συμβουλεύουν τους ασθενείς να μην περιμένουν να διψάσουν για να πιούν νερό. Η δίψα είναι ήδη ένδειξη ότι ο οργανισμός έχει αρχίσει να αφυδατώνεται.

Ινσουλίνη: η ζέστη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο δράσης της

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί από μόνος του παράγοντα κινδύνου κατά τη διάρκεια του καύσωνα. Η χρόνια υπεργλυκαιμία μπορεί:

  • να επηρεάσει τους ιδρωτοποιούς αδένες,
  • να μειώσει την ικανότητα του οργανισμού να αποβάλλει θερμότητα και
  • να αυξήσει τον κίνδυνο αφυδάτωσης.

Όμως η υψηλή θερμοκρασία επηρεάζει και την ίδια την ινσουλίνη.

Όπως επισημαίνει το CDC, όταν το δέρμα είναι θερμό και η κυκλοφορία του αίματος αυξημένη, η απορρόφηση της ινσουλίνης γίνεται ταχύτερα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αιφνίδια υπογλυκαιμία, ακόμη και σε άτομα που μέχρι τότε είχαν σταθερό σάκχαρο.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η ίδια η ινσουλίνη είναι ευαίσθητη στη θερμότητα. Η παραμονή της σε αυτοκίνητο, στην παραλία ή σε χώρο χωρίς κλιματισμό μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητά της.

Οι διαβητολόγοι συνιστούν:

  • συχνότερες μετρήσεις σακχάρου,
  • επαρκή ενυδάτωση,
  • σωστή συντήρηση της ινσουλίνης σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή,
  • άμεση επικοινωνία με τον γιατρό όταν εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες υπογλυκαιμίες.
  • Μετφορμίνη

Η μετφορμίνη εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική θεραπεία για εκατομμύρια ανθρώπους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Αν και θεωρείται ιδιαίτερα ασφαλές φάρμακο, η σοβαρή αφυδάτωση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μιας σπάνιας αλλά σοβαρής επιπλοκής: της γαλακτικής οξέωσης.

Ο κίνδυνος αφορά κυρίως άτομα με:

  • χρόνια νεφρική νόσο,
  • προχωρημένη ηλικία ή
  • σοβαρή απώλεια υγρών λόγω καύσωνα, διάρροιας ή εμέτων.

Οι ειδικοί συνιστούν στους ασθενείς να αναζητούν ιατρική συμβουλή όταν δεν μπορούν να διατηρήσουν επαρκή πρόσληψη υγρών ή παρουσιάζουν επίμονους εμέτους και διάρροια.

GLP-1: η νέα κατηγορία φαρμάκων που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή

Τα τελευταία χρόνια τα φάρμακα GLP-1, χρησιμοποιούνται ευρέως τόσο για τον διαβήτη όσο και για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Η εντυπωσιακή αποτελεσματικότητά τους συνοδεύεται όμως από ορισμένες ιδιαιτερότητες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Τα φάρμακα αυτά:

  • μειώνουν την όρεξη,
  • περιορίζουν συχνά και την αίσθηση της δίψας,
  • προκαλούν ναυτία σε αρκετούς ασθενείς,
  • επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου.

Έτσι, πολλοί άνθρωποι καταναλώνουν πολύ λιγότερα υγρά χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Σε συνθήκες καύσωνα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αφυδάτωση, ζάλη, υπόταση και λιποθυμικά επεισόδια.

Διεγερτικά για τη ΔΕΠΥ

Τα διεγερτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας επηρεάζουν επίσης τους μηχανισμούς θερμορρύθμισης. Επιπλέον, μειώνουν την όρεξη και συχνά περιορίζουν και την πρόσληψη υγρών. Η προσοχή είναι ακόμη μεγαλύτερη σε παιδιά, εφήβους και αθλητές που προπονούνται σε υψηλές θερμοκρασίες.

Αν και πρόσφατες μελέτες εξετάζουν εάν ο πραγματικός κίνδυνος είναι μικρότερος από ό,τι πιστευόταν παλαιότερα, οι ειδικοί εξακολουθούν να συνιστούν αυξημένη επαγρύπνηση, ιδιαίτερα κατά τις ημέρες ακραίου καύσωνα.

Αντισπασμωδικά

Φάρμακα όπως η τοπιραμάτη και η ζονισαμίδη μπορούν να μειώσουν σημαντικά την παραγωγή ιδρώτα. Χωρίς επαρκή εφίδρωση, ο οργανισμός δυσκολεύεται να αποβάλει τη θερμότητα και η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να αυξηθεί επικίνδυνα. Το πρόβλημα είναι πιο έντονο στα παιδιά, όμως αφορά και τους ενήλικες που εργάζονται ή αθλούνται σε υψηλές θερμοκρασίες.

Οι 10 χρυσοί κανόνες για όσους λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή

Οι οδηγίες του ΕΟΔΥ, του CDC και των επιστημονικών εταιρειών συγκλίνουν σε δέκα βασικές συστάσεις:

  • Μην διακόπτετε ποτέ μόνοι σας τα φάρμακά σας.
  • Συζητήστε πριν από το καλοκαίρι με τον γιατρό σας ένα σχέδιο αντιμετώπισης του καύσωνα.
  • Πίνετε νερό σε τακτά χρονικά διαστήματα, ακόμη και χωρίς αίσθημα δίψας, εφόσον δεν υπάρχουν ιατρικοί περιορισμοί.
  • Αποφύγετε την έκθεση στον ήλιο από τις 11:00 έως τις 17:00.
  • Παραμείνετε σε κλιματιζόμενους ή καλά αεριζόμενους χώρους.
  • Μετράτε συχνότερα την αρτηριακή πίεση ή το σάκχαρό σας όταν σας το έχει συστήσει ο γιατρός.
  • Φυλάσσετε τα φάρμακα στις θερμοκρασίες που αναγράφει το φύλλο οδηγιών.
  • Αποφεύγετε την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
  • Ζητήστε βοήθεια εάν εμφανίσετε ζάλη, σύγχυση ή λιποθυμική τάση.
  • Ελέγχετε καθημερινά ηλικιωμένους συγγενείς και άτομα που ζουν μόνα τους.

Πότε πρέπει να καλέσετε άμεσα το 166 ή το 112

Ζητήστε επείγουσα ιατρική βοήθεια εάν εσείς ή κάποιο άτομο δίπλα σας εμφανίσει:

  • θερμοκρασία σώματος πάνω από 40°C,
  • σύγχυση ή αποπροσανατολισμό,
  • απώλεια αισθήσεων,
  • δυσκολία στην ομιλία ή στη βάδιση,
  • σπασμούς,
  • έντονη δύσπνοια ή πόνο στο στήθος,
  • απουσία εφίδρωσης παρά την έντονη ζέστη ή, αντίθετα, σημεία σοβαρής αφυδάτωσης με έντονη αδυναμία και κατάρρευση.

Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η άμεση μεταφορά σε δροσερό περιβάλλον μέχρι να φτάσει η ιατρική βοήθεια μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την έκβαση του περιστατικού.

Το σημαντικότερο μήνυμα των ειδικών

Οι γιατροί επιμένουν σε ένα σημείο που μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο: η λύση δεν είναι να σταματήσει κανείς το φάρμακό του επειδή κάνει ζέστη. Η λύση είναι:

  • η σωστή προετοιμασία,
  • η στενή επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό,
  • η καλή ενυδάτωση και
  • η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων.

Καθώς οι καύσωνες γίνονται ολοένα συχνότεροι και πιο ακραίοι, η γνώση αυτών των απλών κανόνων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με το ίδιο το φάρμακο. Γιατί πολλές φορές, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η θεραπεία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο οργανισμός αντιδρά όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τα όριά του.