Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, η χώρα μας τον τελευταίο καιρό κάνει άλματα στον τομέα του διαστήματος, με την επιτυχημένη εκτόξευση πέντε νέων ελληνικών μικροδορυφόρων από το Space Launch Complex 4E της βάσης Vandenberg Space Force Base της Καλιφόρνιας να αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό επίτευγμα που θα συνδράμει σημαντικά σε τομείς της καθημερινότητάς μας. Οι συγκεκριμένοι δορυφόροι, που εκτοξεύτηκαν προ ημερών, ανήκουν στην κατηγορία των CubeSats, δηλαδή μικρών δορυφορικών πλατφορμών που έχουν σχεδιαστεί για να δοκιμάζουν καινοτόμες τεχνολογίες σε πραγματικές συνθήκες Διαστήματος. Παρά το περιορισμένο τους μέγεθος, ενσωματώνουν προηγμένα συστήματα που μέχρι πρόσφατα συναντούσε κανείς μόνο σε πολύ μεγαλύτερες και ακριβότερες αποστολές.

Μία από τις σημαντικότερες δυνατότητες που φέρνουν οι νέοι αυτοί ελληνικοί μικροδορυφόροι είναι καταρχάς οι ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες. Μέσω προηγμένων τεχνολογιών και συστημάτων κρυπτογράφησης, θα μπορούν να εξασφαλίσουν αξιόπιστη μετάδοση δεδομένων, κάτι που είναι κρίσιμο τόσο για εμπορικές εφαρμογές όσο και για ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Παράλληλα, ανοίγουν τον δρόμο για την ανάπτυξη δικτύων Internet of Things (IoT) από το Διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι συσκευές και αισθητήρες σε απομακρυσμένες περιοχές (όπως π.χ. πάνω σε πλοία, σε μακρινές αγροτικές εκτάσεις ή σε δυσπρόσιτες περιοχές) θα μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους και να στέλνουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, χωρίς να εξαρτώνται από επίγεια δίκτυα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται όμως και στις οπτικές δορυφορικές επικοινωνίες, μια τεχνολογία που χρησιμοποιεί φως αντί για ραδιοκύματα. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων, αλλά και αυξημένη ασφάλεια, καθώς τα σήματα είναι πιο δύσκολο να υποκλαπούν. Οι ελληνικοί μικροδορυφόροι που συμμετέχουν στην αποστολή δοκιμάζουν ακριβώς αυτές τις τεχνολογίες, φέρνοντας τη χώρα πιο κοντά στην επόμενη γενιά επικοινωνιών, όπως επισημαίνεται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Εξίσου σημαντική όμως είναι η συμβολή τους και στην παρατήρηση της Γης. Μέσω ειδικών αισθητήρων, οι δορυφόροι μπορούν να συλλέγουν γεωχωρικά δεδομένα, τα οποία αξιοποιούνται ακολούθως σε πολλούς τομείς. Στη γεωργία, για παράδειγμα, θα μπορούν να βοηθήσουν τους παραγωγούς να παρακολουθούν την κατάσταση των καλλιεργειών και να χρησιμοποιούν πιο αποδοτικά το νερό και τα λιπάσματα. Ενώ στο περιβάλλον, επιτρέπουν την παρακολούθηση αλλαγών σε δάση, θάλασσες και ατμόσφαιρα. Οι εφαρμογές επεκτείνονται και στη ναυτιλία και τις μεταφορές, όπου τα δορυφορικά δεδομένα θα μπορούν να βελτιώσουν τη διαχείριση στόλων, την ασφάλεια των δρομολογίων και τη συνολική αποδοτικότητα. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ισχυρή ναυτιλιακή δραστηριότητα, αυτό έχει αν μη τι άλλο ιδιαίτερη σημασία, όπως αντιλαμβάνεται κανείς.

Ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία αξιοποίησης πάντως θα είναι η πολιτική προστασία. Οι μικροδορυφόροι μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη ανίχνευση φυσικών καταστροφών, όπως πυρκαγιές ή πλημμύρες, προσφέροντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στις Αρχές να αντιδρούν πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, μειώνοντας τις επιπτώσεις. Καθοριστικό ρόλο σε όλες αυτές τις εφαρμογές παίζει η διασύνδεση των δορυφόρων με επίγειους σταθμούς στην Ελλάδα. Οι σταθμοί αυτοί, που βρίσκονται σε περιοχές όπως ο Χελμός, ο Σκίνακας και ο Χολομώντας, επιτρέπουν τη γρήγορη λήψη και επεξεργασία των δεδομένων, ενισχύοντας την αξιοπιστία και την ταχύτητα των υπηρεσιών.

Να σημειωθεί πως οι πέντε νέοι μικροδορυφόροι (ERMIS-1, ERMIS-2, ERMIS-3, PeakSat και Optisat) αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής. Το «Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων» προβλέπει τη δημιουργία συνολικά 11 δορυφόρων, οι οποίοι θα λειτουργούν ως πλατφόρμες δοκιμών για νέες τεχνολογίες. Ήδη, η Ελλάδα διαθέτει περισσότερους από δέκα μικροδορυφόρους σε λειτουργία ή ανάπτυξη, ενισχύοντας σταθερά τη θέση της στον τομέα. Το πρόγραμμα υλοποιείται με τη συνεργασία πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας, ενώ υποστηρίζεται και από την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία. Η συνεργασία αυτή δεν περιορίζεται στην έρευνα, αλλά δημιουργεί και τις βάσεις για την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών και προϊόντων. Η χρηματοδότηση προέρχεται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ την ευθύνη υλοποίησης έχει το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.