Νομικά αμφιλεγόμενη φαίνεται να είναι η πολιτική της «ανεξάρτητης» Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να εκβιάζει εκλεγμένες κυβερνήσεις για τη λήψη συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών, μέσω της απειλής διακοπής της Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance – ELA) στα τραπεζικά συστήματα κρατών μελών της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία. Αυτό προκύπτει από απάντηση του Προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, σε σχετική ερώτηση του Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρη Παπαδημούλη.

Πιο συγκεκριμένα, ο Δ. Παπαδημούλης στην ερώτησή του μνημονεύει αποκαλύψεις και ρεπορτάζ του διεθνούς (Irish Times) και ελληνικού (Εφημερίδα Συντακτών) Tύπου, σχετικά με τη λειτουργία της ΕΚΤ ως «μηχανισμού πίεσης και εκβιασμού χωρών, με στόχο την αποδοχή πολιτικών λιτότητας», όπως συνέβη «με τις επιστολές του κ. Τρισέ σε Ιρλανδία (19/11/2010) και Ελλάδα (07/04/2011) και του κ. Ντράγκι σε Ισπανία (04/08/2011), Ιταλία (05/08/2011) και Κύπρο (Μάρτιος 2013)», στις οποίες απαιτούνταν από εκλεγμένες κυβερνήσεις «συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές, υπό το βάρος του εκβιασμού της διακοπής χορήγησης ρευστότητας προς τις τράπεζες των χωρών τους».

Στη συνέχεια της ερώτησής του ο Έλληνας ευρωβουλευτής, αφού υπενθυμίζει ότι «καθήκον της ΕΚΤ είναι “να προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών” και ότι ο ELA διακόπτεται με απόφαση των 2/3 του ΔΣ της ΕΚΤ, μόνο εφόσον “οι λειτουργίες αυτές παρακωλύουν τους στόχους και τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ”», ρωτούσε τον Πρόεδρο της ΕΚΤ, εάν «υπήρξε ποτέ απόφαση του ΔΣ της ΕΚΤ για διακοπή χορήγησης ρευστότητας και εάν ναι, ποια εξήγηση δόθηκε», «γιατί η επίλυση προβλημάτων ρευστότητας τραπεζών, ειδικά σε χώρες που βρίσκονται σε κρίση, “παρακωλύει” τους στόχους και τα καθήκοντα της ΕΚΤ, που είναι η διατήρηση των τιμών και η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος», καθώς επίσης, «πόση είναι η συνολική και ανά κράτος μέλος παροχή τακτικής και έκτακτης (ELA) ρευστότητας από το Ευρωσύστημα».

Στην απάντησή του ο Μάριο Ντράγκι, αφού παραθέτει το άρθρο 14.4 του Καταστατικού της ΕΚΤ, σύμφωνα με το οποίο «ανατίθεται στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ η αρμοδιότητα να θέτει περιορισμούς, όσον αφορά τις πράξεις παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (emergency liquidity assistance – ELA), εφόσον κρίνεται ότι οι πράξεις αυτές παρακωλύουν τους στόχους και τα καθήκοντα του Ευρωσυστήματος», τονίζει, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πρακτικές εκβιασμών και απειλών της ΕΚΤ προς εκλεγμένες κυβερνήσεις, ότι σκοπός του ΔΣ της Τράπεζας είναι να «αξιολογεί προσεκτικά, αφενός τα χαρακτηριστικά των εν λόγω πράξεων και τον αντίκτυπό τους στη ρευστότητα και αφετέρου κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβληθούν ειδικοί όροι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ».

Ωστόσο, ξεχνά να αναφέρει ότι η απρόσκοπτη χορήγηση έκτακτης ρευστότητας σε τραπεζικά ιδρύματα που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όχι μόνο δεν αμφισβητεί τους στόχους και τα καθήκοντα της ΕΚΤ, όπως η «σταθερότητα των τιμών» και η «ακεραιότητα της νομισματικής πολιτικής της», αλλά υπερασπίζεται και το έτερο καθήκον της, που είναι η «ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών».

Καταλήγοντας ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, αρνείται να απαντήσει στο ερώτημα για το ύψος της συνολικής και ανά κράτος-μέλος παροχής έκτακτης ρευστότητας, μέσω ELA, δηλώνοντας απλά ότι «η ΕΚΤ δεν σχολιάζει τις ενέργειές της έναντι μεμονωμένων τραπεζών, όσον αφορά είτε την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα είτε άλλες πράξεις. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ δεν δημοσιεύει στοιχεία σχετικά με πράξεις παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα».