Εκτιμάται ότι η σταδιακή αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας και εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των εξαγωγών (έως και 30%) στο μέλλον, όπως επισημαίνεται στην πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για την Νομισματική Πολιτική 2013-2014.

Σε εκτενή αναφορά για τα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές των ελληνικών εξαγωγών επισημαίνεται ότι οι εξελίξεις του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών υπήρξαν σημαντικές.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που κορυφώθηκε το 2008 αγγίζοντας περίπου το 15% του ΑΕΠ, μετατράπηκε σε μικρό πλεόνασμα ύψους 0,8% του ΑΕΠ το 2013.

Πολλοί θεωρούν ότι η βελτίωση αυτή είναι συγκυριακή, αποτέλεσμα μιας προσωρινής συμπίεσης της εγχώριας ζήτησης η οποία περιόρισε τις εισαγωγές, τάση η οποία αναμένεται να αντιστραφεί, καθώς η ύφεση θα υποχωρεί.
Η άποψη αυτή, επισημαίνει η ΤτΕ, παραβλέπει τη σημαντική βελτίωση της εξαγωγικής επίδοσης της χώρας, η οποία παρατηρήθηκε κυρίως στον τομέα των αγαθών και αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ανάκαμψη των ελληνικών εξαγωγών αγαθών μετά το 2009 ήταν αξιόλογη, καθώς οι ελληνικές επιχειρήσεις, πιεζόμενες από τον περιορισμό της εγχώριας ζήτησης, στράφηκαν στις αγορές του εξωτερικού εκμεταλλευόμενες και τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Αντίθετα, οι εξαγωγές υπηρεσιών παρέμειναν στάσιμες λόγω της υψηλής αβεβαιότητας και της αρνητικής εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, η οποία επηρέασε δυσμενώς τον τουρισμό, αλλά και εξαιτίας της συνεχιζόμενης διεθνούς κρίσης στον κλάδο της ναυτιλίας.

Η συμμετοχή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο συνολικό ΑΕΠ αυξήθηκε από 19% το 2009 σε 29% το 2013. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών οι εξαγωγές αγαθών σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκαν συνολικά κατά 47%, έναντι αύξησης 36,5% στις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ.

Σε σταθερές τιμές, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν συνολικά κατά 23,5% την περίοδο 2009-2013, έναντι 25,5% στη ζώνη του ευρώ ενώ το μερίδιό τους στο παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε κατά 30% από το 2010 και μετά.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε και σημαντική στροφή των ελληνικών εξαγωγών εκτός των παραδοσιακών αγορών (ΕΕ και ΝΑ Ευρώπη) και προς άλλους γεωγραφικούς προορισμούς όπως οι χώρες της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής, η Ρωσία και η Κίνα. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν αξιόλογες μεταβολές στη σύνθεση των εξαγωγών κατά κλάδο. Εκτός από τα καύσιμα, των οποίων το μερίδιο στις συνολικές εξαγωγές διπλασιάστηκε, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό την άνοδο των τιμών, οι κλάδοι που σημείωσαν καλές επιδόσεις, όπως “τρόφιμα και ποτά”, “χημικά και πλαστικά”, “μεταλλουργία”, “μηχανολογικός και ηλεκτρολογικός εξοπλισμός”, ήταν ήδη οι πλέον εξωστρεφείς.
Σε αντίθεση με την εντυπωσιακή επίδοση των εξαγωγών αγαθών, οι εξαγωγές υπηρεσιών σε σταθερές τιμές μειώθηκαν κατά 4% την περίοδο 2009-2013, έναντι αύξησης 16% των εξαγωγών υπηρεσιών από τη ζώνη του ευρώ. Οι παράγοντες που απέτρεψαν την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τις εξελίξεις στον τουρισμό και τη ναυτιλία.

Συγκεκριμένα, η αβεβαιότητα σχετικά με την παραμονή της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ αλλά και η γενικότερα αρνητική εικόνα της χώρας στο εξωτερικό είχαν αποτέλεσμα τη μέτρια επίδοση του τουρισμού έως τα μέσα του 2012.

Επιπλέον, η πτώση της διεθνούς ναυλαγοράς, λόγω της παγκόσμιας ύφεσης από το 2008 και μετά, επέδρασε αρνητικά στις εισπράξεις από ναυτιλιακό συνάλλαγμα, οι οποίες το 2013 ήταν μειωμένες κατά 39% σε σχέση με το 2008 όταν παρατηρήθηκε το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών. Υπενθυμίζεται ότι οι εισπράξεις από ναυτιλιακό συνάλλαγμα ιστορικά αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% των εξαγωγών υπηρεσιών της χώρας.
Σημειώνεται ότι οι ελληνικές εξαγωγές εξαρτώνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις υπηρεσίες από ό,τι οι εξαγωγές των λοιπών χωρών της ζώνης του ευρώ. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές υπηρεσιών αντιπροσωπεύουν το 65% (μέσος όρος περιόδου 2000-2010) των συνολικών ελληνικών εξαγωγών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη ζώνη του ευρώ εκτός Ελλάδος είναι μόνο 22%.

Αυτό αποτελεί κρίσιμη διαφορά που συχνά αγνοείται κατά τη σύγκριση των εξελίξεων στις ελληνικές εξαγωγές με τις εξαγωγές άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ.

Η δραστική βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η αντιστροφή από έλλειμμα σε μικρό πλεόνασμα οφείλεται τόσο σε κυκλικούς όσο και σε διαρθρωτικούς παράγοντες.2 Η μειωμένη εγχώρια ζήτηση και κατά συνέπεια η μείωση των εισαγωγών αποτελεί τον πιο σημαντικό από τους κυκλικούς παράγοντες.
Η επικείμενη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται ότι θα προκαλέσει και μία σχετική αύξηση των εισαγωγών ―πρώτων υλών, κεφαλαιακού εξοπλισμού αλλά και καταναλωτικών αγαθών― με αποτέλεσμα την απώλεια μέρους της θετικής προσαρμογής του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, εφόσον επικρατήσει η επίδραση των κυκλικών παραγόντων.

Εντούτοις πρέπει να σημειωθεί ότι η βαθιά ύφεση των τελευταίων πέντε ετών συνοδεύθηκε από σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές σε σχέση με το παρελθόν. Κατά συνέπεια, η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών η οποία παρατηρήθηκε την τελευταία τετραετία είναισε μεγάλο βαθμό διατηρήσιμη.

Μεταξύ των διαρθρωτικών παραγόντων που επηρεάζουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών περιλαμβάνονται η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας με βάση το κόστος εργασίας, η οποία μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε αύξηση των εξαγωγών και υποκατάσταση εισαγωγών καθώς και η αύξηση στις τιμές των εμπορεύσιμων σε σχέση με τα μη εμπορεύσιμα προϊόντα και κατά συνέπεια η βελτίωση των περιθωρίων κέρδους στην πρώτη κατηγορία, η οποία δημιουργεί ευνοϊκές προοπτικές για άνοδο των κλάδων των εμπορευσίμων και ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, Επίσης, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και προϊόντων καθώς και η μείωση του κόστους και χρόνου ίδρυσης επιχειρήσεων, αλλαγές οι οποίες ενισχύουν την κινητικότητα εργασίας και κεφαλαίου μεταξύ των κλάδων της οικονομίας και ενισχύουν τη δυναμική των εξαγωγών.

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική οικονομία έχει κάνει σημαντικά βήματα στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας κυρίως ως προς το κόστος εργασίας και δευτερευόντως ως προς τις τιμές, με αποτέλεσμα την ανάκτηση από το 2010 και μετά μεγάλου τμήματος των απωλειών σχεδόν δύο δεκαετιών.

Η σημαντική υποχώρηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υπεραντιστάθμισε τη συνολική απώλεια ανταγωνιστικότητας κόστους της περιόδου 2001-2009. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ, στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε η δεύτερη μεγαλύτερηπροσαρμογή ανταγωνιστικότητας κόστους μετά από εκείνη της Γερμανίας την περίοδο 1998-2013.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους που επιτεύχθηκε τα τέσσερα τελευταία χρόνια δεν έχει αποτυπωθεί πλήρως στις εξαγωγές, καθώς οι εξαγωγείς αντιμετώπιζαν σημαντικά προβλήματα χρηματοδότησης και ο τουρισμός επηρεάστηκε αρνητικά λόγω αυξημένης αβεβαιότητας έως το 2013.

Στην περίοδο 2000-2008 η σχέση μεταξύ ανταγωνιστικότητας κόστους και εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (εκτός ναυτιλίας) έναντι των χωρών της ζώνης του ευρώ (ΕΕ-17) ήταν πολύ στενή.

Συγκεκριμένα, για κάθε μονάδα μείωσης της ανταγωνιστικότητας κόστους, ο ρυθμός μεταβολής των εξαγωγών ήταν κατά μία μονάδα χαμηλότερος σε σχέση με τις χώρες της ΕΕ-17. Καθώς ο δείκτης ανταγωνιστικότητας με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους αυξήθηκε συνολικά κατά 26% την
περίοδο 2000-2009, οδηγώντας σε ισόποση μείωση της ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (εκτός ναυτιλίας) μειώθηκαν κατά 27% σε σχέση με τις εξαγωγές της ΕΕ-17.5 Όμως η στενή συσχέτιση μεταξύ εξαγωγικών επιδόσεων και ανταγωνιστικότητας διακόπηκε απότομα μετά το 2009, καθώς η ανταγωνιστικότητα μισθών αυξήθηκε κατά περίπου 30% την περίοδο 2010-2013, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόνο κατά 5% ταχύτερα από τις εξαγωγές της ΕΕ-17, κυρίως εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας σχετικά με τις προοπτικές της χώρας και της στενότητας χρηματοδότησης

Προοπτικές

Εκτιμάται ότι η σταδιακή αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας και εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των εξαγωγών (έως και 30%) στο μέλλον.
Η ανάκαμψη των επενδύσεων και η αύξηση της παραγωγικότητας θα δώσουν επιπλέον ώθηση στις εξαγωγές, καθώς θα διευρύνουν την παραγωγική βάση της οικονομίας και θα αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα κόστους και ποιότητας.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις διεθνών οργανισμών, ο ρυθμός ανόδου των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να επιταχυνθεί σε σχέση με το 2013 (για το 2014 και το 2015 αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση 4,1% και 5,2% και ο ΟΟΣΑ 4,5% και 7,7%).

Το διεθνές περιβάλλον αναμένεται ευνοϊκό για τις ελληνικές εξαγωγές, με την εξωτερική ζήτηση να ενισχύεται και από την επιτάχυνση των ρυθμών ανόδου των ανεπτυγμένων οικονομιών, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στους παραδοσιακούς προορισμούς των ελληνικών προϊόντων.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις και στο παρελθόν κατόρθωσαν ναεκμεταλλευθούν τις εξελίξεις της διεθνούς ζήτησης και να επεκταθούν σε αγορές με ταχείς ρυθμούς ανόδου6 και ήδη έχουν γίνει βήματα για την επέκταση σε νέες αγορές. Η καθιέρωση όμως των ελληνικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στο χαμηλό κόστος, αλλά και σε χαρακτηριστικά εκτός των τιμών. Η ανάπτυξη της έρευνας και τεχνολογίας θα δημιουργήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την πιο αποτελεσματική κατανομή των παραγωγικών πόρων της ελληνικής οικονομίας, επηρεάζοντας και τη σύνθεση του εξαγόμενου προϊόντος, η οποία δεν ήταν δυνατόν να μεταβληθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης, με τους υπάρχοντες περιορισμούς στη χρηματοδότηση και την επενδυτική δραστηριότητα.

Θα συνεχιστεί η ανάκαμψη του Τουρισμού

Από το 2013 είναι ήδη ορατή η ανάκαμψη του τουρισμού, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί. Σημειώνεται ότι για το 2014, σύμφωνα με το Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), προβλέπεται οι αφίξεις ταξιδιωτών να αυξηθούν κατά 6% και να διαμορφωθούν σε 19 εκατομμύρια επισκέπτες.

Παράλληλα, δεδομένης της σημασίας της ναυτιλίας στο σύνολο των εισπράξεων από υπηρεσίες και του χαμηλού επιπέδου των ναυτιλιακών εισπράξεων σε σχέση με το 2008 (όπως έχει ήδη αναφερθεί), η συμβολή της ανάκαμψης των ναυτιλιακών μεταφορών στη συνολική εξαγωγική επίδοση θα είναι σημαντική. Η εξέλιξη αυτή είναι αναμενόμενη τα επόμενα έτη, λόγω της ενίσχυσης του παγκόσμιου εμπορίου και του περιορισμού της πλεονάζουσας προσφοράς υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών. Τέλος, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα ευνοηθεί μακροχρόνια από τη σταθεροποίηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς δεν αναμένεται σημαντική ανάκαμψη των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος.

Έτσι, η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας θα οδηγήσει σε αύξηση των εισαγωγών, όχι όμως σε μέγεθος ικανό να αντιστρέψει τις θετικές επιδράσεις της εξωστρέφειας και της βελτίωσης της εξαγωγικής επίδοσης.