Η Τουρκία ενδιαφέρεται να ενταχθεί στο SEPA, τον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε Ευρώ, σε μια κίνηση που μπορεί να μειώσει σημαντικά το κόστος των διασυνοριακών συναλλαγών με την Ευρώπη και να ενισχύσει την οικονομική διασύνδεση Άγκυρας-Βρυξελλών.

Την πρόθεση της Τουρκίας επιβεβαίωσε ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων μετά τις συνομιλίες που είχε στην Άγκυρα με την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας και δύο ακόμη Ευρωπαίους Επιτρόπους.

Ο Φιντάν ανέφερε ότι η Τουρκία έχει ενδιαφέρον για το σύστημα και ότι οι αρμόδιοι χρηματοπιστωτικοί και τεχνικοί φορείς εργάζονται πάνω στο ζήτημα. Η συζήτηση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο επαναπροσέγγισης ΕΕ-Τουρκίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο πλευρές αναζητούν πρακτικούς τρόπους ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών, παρά το πάγωμα της ενταξιακής διαδικασίας.

Το SEPA καλύπτει σήμερα 41 χώρες και περιοχές, δηλαδή όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ και σειρά χωρών εκτός Ένωσης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία, η Ελβετία, η Ισλανδία, το Λιχτενστάιν, η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία και η Μολδαβία. Στόχος του είναι οι πληρωμές σε ευρώ να πραγματοποιούνται γρήγορα, φθηνά και με κοινά πρότυπα, σαν να πρόκειται για εγχώριες συναλλαγές.

Τι θα σημαίνει για πολίτες και επιχειρήσεις

Για τους Τούρκους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την τουρκική διασπορά στην Ευρώπη, η πιθανή ένταξη στο SEPA θα μπορούσε να έχει άμεσο πρακτικό όφελος. Οι διασυνοριακές μεταφορές χρημάτων σε ευρώ θα γίνονταν φθηνότερες, ταχύτερες και πιο προβλέψιμες.

Σήμερα, τα εμβάσματα από και προς την Τουρκία μπορεί να έχουν σημαντικές χρεώσεις, ανάλογα με το ποσό, την τράπεζα ή την υπηρεσία μεταφοράς χρημάτων. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται διεθνή μέσα, μια μεταφορά από την Τουρκία προς την Ευρώπη ύψους 1.000 έως 5.000 ευρώ μπορεί να κοστίζει περίπου 40 ευρώ μέσω υπηρεσιών όπως η Western Union.

Η ένταξη στο SEPA θα μπορούσε να μειώσει δραστικά τέτοια κόστη. Αυτό αφορά όχι μόνο μεγάλες επιχειρήσεις που πραγματοποιούν συχνές συναλλαγές με ευρωπαϊκούς εταίρους, αλλά και οικογένειες, φοιτητές, εργαζόμενους και μέλη της τουρκικής διασποράς που στέλνουν χρήματα μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης.

Η εμπειρία χωρών των Δυτικών Βαλκανίων δείχνει γιατί το θέμα θεωρείται σημαντικό. Η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και η Βόρεια Μακεδονία εντάχθηκαν στο SEPA το 2025, με στόχο χαμηλότερα κόστη και ταχύτερες μεταφορές σε ευρώ, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα έχει επισημάνει ότι τα οφέλη για επιχειρήσεις και πολίτες μπορούν να είναι άμεσα.

Οι τράπεζες μπορεί να χάσουν έσοδα

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατη. Για τις τουρκικές τράπεζες, η ένταξη στο SEPA μπορεί να σημαίνει απώλεια μέρους των εσόδων από προμήθειες σε διεθνείς μεταφορές χρημάτων.

Οι σημερινές χρεώσεις στις διασυνοριακές συναλλαγές αποτελούν πηγή εσόδων για το τραπεζικό σύστημα. Αν οι πληρωμές σε ευρώ γίνουν σχεδόν δωρεάν ή πολύ φθηνότερες, οι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα κερδίσουν, αλλά οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμόσουν το μοντέλο εσόδων τους.

Αυτό εξηγεί γιατί το θέμα δεν είναι μόνο πολιτικό ή διπλωματικό, αλλά και τεχνικό-χρηματοπιστωτικό. Η Τουρκία θα πρέπει να προσαρμόσει υποδομές, κανόνες, εποπτεία, πρότυπα πληρωμών, μηχανισμούς συμμόρφωσης και διαδικασίες κατά του ξεπλύματος χρήματος, ώστε να μπορέσει να ενταχθεί σε ένα σύστημα με αυστηρές ευρωπαϊκές προδιαγραφές.

Ένα οικονομικό βήμα χωρίς ένταξη στην ΕΕ

Η πιθανή ένταξη της Τουρκίας στο SEPA δεν σημαίνει επανεκκίνηση της ενταξιακής πορείας της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πολιτική απόσταση παραμένει μεγάλη, με ανοιχτά ζητήματα κράτους δικαίου, δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Κυπριακού και ευρωτουρκικών διαφορών.

Σημαίνει, όμως, κάτι διαφορετικό: ότι ΕΕ και Τουρκία αναζητούν πρακτικούς μηχανισμούς οικονομικής διασύνδεσης, ακόμη κι αν η πλήρης πολιτική σύγκλιση παραμένει μακρινή.

Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, με όγκο συναλλαγών που ξεπερνά τα 200 δισ. ευρώ. Αυτό καθιστά κάθε βήμα διευκόλυνσης των πληρωμών, των τραπεζικών συναλλαγών και της οικονομικής συνεργασίας ιδιαίτερα σημαντικό.

Η συζήτηση για το SEPA συνδέεται και με την ευρύτερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, ένα θέμα που βρίσκεται εδώ και χρόνια στην ατζέντα, αλλά παραμένει πολιτικά δύσκολο. Στην κοινή ανακοίνωση μετά τις συνομιλίες της Άγκυρας, οι δύο πλευρές επανέλαβαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τις προσπάθειες για βελτίωση της εφαρμογής της τελωνειακής ένωσης και προετοιμασία του εκσυγχρονισμού της.

Η ΕΕ ανοίγει οικονομικά παράθυρα στην Άγκυρα

Το ενδιαφέρον για το SEPA δεν είναι απομονωμένο. Έρχεται μαζί με μια ευρύτερη προσπάθεια να ανοίξουν πιο λειτουργικοί δίαυλοι ανάμεσα στην Άγκυρα και τις Βρυξέλλες.

Στην ίδια δέσμη συζητήσεων περιλαμβάνονται η τελωνειακή ένωση, η οικονομική συνεργασία, η μετανάστευση, η ασφάλεια, η ενέργεια, το εμπόριο, η συνδεσιμότητα και η πιθανή επανεκκίνηση δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Τουρκία.

Η λογική των Βρυξελλών φαίνεται πιο πραγματιστική: η Τουρκία μπορεί να παραμένει δύσκολος πολιτικός εταίρος, αλλά είναι πολύ μεγάλη και πολύ συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομία για να αγνοηθεί.

Για τον Ερντογάν, αυτό αποτελεί ευκαιρία. Η Τουρκία επιδιώκει να αποσπάσει πρακτικά οφέλη από την ΕΕ χωρίς να υποχρεωθεί να μπει άμεσα σε μια δύσκολη συζήτηση πλήρους πολιτικής ευθυγράμμισης. Το SEPA είναι ιδανικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης: δεν είναι ένταξη, αλλά είναι βαθύτερη οικονομική ενσωμάτωση.

Το μήνυμα πίσω από την κίνηση Φιντάν

Η δήλωση Φιντάν έχει σημασία και σε επίπεδο συμβολισμού. Δείχνει ότι η Άγκυρα δεν θέλει να περιορίσει τη σχέση της με την Ευρώπη μόνο σε θέματα άμυνας, ΝΑΤΟ, μετανάστευσης ή γεωπολιτικής. Θέλει να ανοίξει και το οικονομικό κεφάλαιο, εκεί όπου τα οφέλη είναι άμεσα, απτά και μετρήσιμα.

Για τις τουρκικές επιχειρήσεις, το SEPA θα μπορούσε να μειώσει το κόστος συναλλαγών με την Ευρώπη. Για τους πολίτες, θα μπορούσε να κάνει φθηνότερες τις μεταφορές χρημάτων. Για την τουρκική οικονομία, θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα σύνδεσης με τον ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό χώρο. Για την ΕΕ, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα περιορισμένο αλλά ουσιαστικό εργαλείο οικονομικής προσέγγισης.

Το ερώτημα είναι αν η τεχνική πρόοδος μπορεί να ξεπεράσει τα πολιτικά εμπόδια.

Η Τουρκία θέλει τα οφέλη της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης, χωρίς να έχει λύσει τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα με την ΕΕ. Οι Βρυξέλλες θέλουν συνεργασία με την Τουρκία, χωρίς να εμφανιστούν ότι παρακάμπτουν ζητήματα κράτους δικαίου, Κύπρου και ευρωπαϊκών αρχών.

Η πιθανή ένταξη της Τουρκίας στο SEPA μπορεί να μοιάζει τεχνικό ζήτημα πληρωμών. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επανασύνδεσης της Άγκυρας με την Ευρώπη σε τομείς όπου υπάρχει κοινό συμφέρον.

Δεν λύνει το Κυπριακό. Δεν ξεπαγώνει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Δεν αίρει τις ενστάσεις για το κράτος δικαίου. Δεν αλλάζει από μόνη της τη δύσκολη πολιτική σχέση ΕΕ-Τουρκίας. Αλλά δημιουργεί έναν ακόμη πρακτικό δεσμό. Και αυτό ακριβώς επιδιώκει η Άγκυρα: να χτίζει βήμα-βήμα οικονομική, τεχνική και θεσμική διασύνδεση με την Ευρώπη, ακόμη κι αν η πλήρης ένταξη παραμένει εκτός ορίζοντα.

Το SEPA μπορεί να είναι σύστημα πληρωμών. Για την Τουρκία, όμως, είναι και ένα ακόμη κομμάτι στο μεγάλο παζάρι με την ΕΕ.