Η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται στις χαμηλές θέσεις της διεθνούς κατάταξης ανταγωνιστικότητας, παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάκαμψη των επενδύσεων των τελευταίων ετών. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης του ΚΕΦΙΜ, η οποία καταγράφει την επιδείνωση της θέσης της χώρας στο διεθνές περιβάλλον και αναδεικνύει ως κρίσιμες προκλήσεις τη μείωση της γραφειοκρατικής πολυπλοκότητας, την ενίσχυση των επενδύσεων και την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με το policy paper με τίτλο «Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές», η Ελλάδα κατατάσσεται στην 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών στην Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας 2025 του International Institute for Management Development, χάνοντας τρεις θέσεις σε σχέση με το 2024 και τέσσερις σε ορίζοντα πενταετίας.
Η μελέτη συνδέει τις ελληνικές επιδόσεις με τη γενικότερη ευρωπαϊκή συζήτηση που έχει ανοίξει μετά την Έκθεση Draghi, την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον σχεδιασμό του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034.
Η εικόνα που προκύπτει για την ελληνική οικονομία παραμένει αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η χώρα εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων μετά την πανδημία, με τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου να αυξάνεται κατά 21,8% το 2021 και 21,9% το 2022, έναντι πολύ χαμηλότερων επιδόσεων στην ΕΕ. Από την άλλη, οι επιδόσεις αυτές αποδίδονται κυρίως στην αναπλήρωση των απωλειών της δεκαετίας της κρίσης και όχι ακόμη σε μια σταθερή δυναμική παραγωγικών επενδύσεων συγκρίσιμη με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Ιδιαίτερα αρνητική καταγράφεται η εικόνα στους επιμέρους πυλώνες ανταγωνιστικότητας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 53η θέση στους δείκτες Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας, Οικονομικής Αποδοτικότητας και Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας, ενώ η μεγαλύτερη επιδείνωση σημειώνεται στην επιχειρηματική αποτελεσματικότητα, όπου η χώρα έχασε εννέα θέσεις μέσα σε έναν χρόνο.

Brain drain
Η μελέτη αποδίδει την υποχώρηση κυρίως στο επίμονο brain drain, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην 64η θέση μεταξύ 69 χωρών, αλλά και στις αδυναμίες του χρηματοπιστωτικού τομέα και της πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Παράλληλα, σημειώνεται ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση του κόστους κεφαλαίου, ενώ οι υποδομές παραμένουν στάσιμες, με τη χώρα να διατηρείται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στην 40ή θέση.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα αφορά το επιχειρηματικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας της TMF Group, η Ελλάδα καταγράφεται για τρίτη συνεχή χρονιά ως η πιο πολύπλοκη χώρα στον κόσμο για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η συνεχής αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου και οι αλλεπάλληλες ρυθμιστικές παρεμβάσεις θεωρούνται βασικοί παράγοντες που αποτρέπουν τη δημιουργία σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος.
Το policy paper επισημαίνει ακόμη ότι οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη εντοπίζονται στους τομείς της Δικαιοσύνης, της αγοράς εργασίας και της χρηματοδότησης, ακριβώς δηλαδή στα πεδία που καθορίζουν εάν οι επενδύσεις μπορούν να μετατραπούν σε διατηρήσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, η μελέτη ασκεί κριτική και στη συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική ανταγωνιστικότητας. Όπως αναφέρεται, το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ επικαλείται την Έκθεση Draghi προκειμένου να στηρίξει νέες ψηφιακές επιδοτήσεις ύψους 51,5 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει επαρκώς τα βαθύτερα προβλήματα που σχετίζονται με τον κατακερματισμό των κεφαλαιαγορών και τα ρυθμιστικά εμπόδια στην ενιαία αγορά.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, υπογραμμίζει ότι η σταθεροποίηση της οικονομίας δεν αρκεί πλέον και ότι το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η παραγωγική αναβάθμιση της χώρας μέσω λιγότερων εμποδίων, βαθύτερων κεφαλαιαγορών, περισσότερων ιδιωτικών επενδύσεων και ενός πιο φιλικού περιβάλλοντος για την καινοτομία και την εργασία.