Οι τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν ξυπνήσει τον φόβο για μια νέα παγκόσμια κρίση στα τρόφιμα, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, το χειρότερο σενάριο δεν επιβεβαιώνεται. Παρά τον πόλεμο με το Ιράν και το σοκ στο πετρέλαιο, οι διεθνείς αγορές βασικών αγροτικών προϊόντων και αποθεμάτων λειτουργούν προς το παρόν ως ανάχωμα σε μια άμεση έκρηξη τιμών στα τρόφιμα.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ χτυπούν την καρδιά της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας, τροφοδοτώντας άλμα στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και αναζωπυρώνοντας τους φόβους για νέα κρίση στα τρόφιμα. Τα κράτη του Κόλπου παραδοσιακά «πουλούν υδρογονάνθρακες για να αγοράσουν υδατάνθρακες», όμως αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη σιτηρών, αλλά ο κίνδυνος να εκτοξευτεί το κόστος παραγωγής τους μέσω των λιπασμάτων.
Σε αντίθεση με το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία χτύπησε άμεσα τη «σιτοβολώνα» της Ευρώπης, ο σημερινός πόλεμος διεξάγεται σε ερήμους και θαλάσσιες οδούς, όχι σε εύφορα χωράφια. Τότε, Ρωσία και Ουκρανία αντιπροσώπευαν περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών σίτου και κριθαριού, το 15% του καλαμποκιού και σχεδόν το 50% του ηλιόσπορου, πυροδοτώντας ευθεία άνοδο στις τιμές των τροφίμων.
Κρίση και τρόφιμα: τι δείχνουν οι τιμές και τα αποθέματα
Παρά το γεωπολιτικό σοκ, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου οι τιμές του σίτου και του καλαμποκιού έχουν αυξηθεί μόλις κατά περίπου 4%, η σόγια μόλις 1%, ενώ το ρύζι καταγράφει πτώση σχεδόν 6%. Την αντίστοιχη περίοδο του 2022, το ευρωπαϊκό σιτάρι είχε εκτοξευθεί πάνω από 70%, σε ιστορικό υψηλό 450 ευρώ ο τόνος, ενώ σήμερα κινείται γύρω στα 200 ευρώ, πολύ χαμηλότερα από εκείνη την αιχμή.
Καθοριστικό ρόλο στο αν θα δούμε νέα κρίση στα τρόφιμα παίζει το ρύζι, βασικό είδος διατροφής για περίπου τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό και ένα δισεκατομμύριο υποσιτιζόμενους σε Ασία και Δυτική Αφρική. Σήμερα, οι διεθνείς τιμές του ρυζιού χονδρικής στην Ασία πλησιάζουν χαμηλό 19ετίας, γύρω στα 350 δολάρια ο τόνος, σε πλήρη αντίθεση με τις ταραχές του 2007‑08 που είχαν πυροδοτηθεί από το κόστος ενός απλού μπολ ρυζιού.
Επιπλέον, το ενεργειακό κόστος στην εσωτερική παραγωγή τροφίμων παραμένει συγκρατημένο: οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος είναι «αγκυροβολημένες», προστατεύοντας φούρνους, βιομηχανίες τροφίμων και σούπερ μάρκετ από σοκ ανάλογο του 2022, ενώ το κόστος σε χαρτί και χάλυβα για τη συσκευασία δεν βρίσκεται πλέον σε ιστορικά υψηλά. Ταυτόχρονα, τα παγκόσμια αποθέματα σιταριού έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από την κρίση του 2007‑08, από περίπου 129 εκατ. τόνους σε περίπου 280 εκατ. τόνους, με ανάλογη εικόνα και στο ρύζι, όπου τα αποθέματα έχουν ανέβει από 75 σε 190 εκατ. τόνους, δημιουργώντας ουσιαστικό «μαξιλάρι» ασφάλειας, έστω κι αν μεγάλο μέρος βρίσκεται σε Κίνα και Ινδία.
Λιπάσματα: η σιωπηλή απειλή για νέα παγκόσμια κρίση τροφίμων
Εκεί που χτίζεται το σενάριο της επόμενης κρίσης στα τρόφιμα είναι στα λιπάσματα, καθώς ο αποκλεισμός του Ορμούζ εμποδίζει την έξοδο νιτρικών λιπασμάτων του Κόλπου, ενώ οι ελλείψεις φυσικού αερίου αναγκάζουν ασιατικές βιομηχανίες να κόβουν παραγωγή. Η τιμή της ουρίας στις ΗΠΑ έχει φτάσει κοντά στα 690 δολάρια τον τόνο, περίπου 60% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, αν και παραμένει χαμηλότερα από την κορύφωση των 900 δολαρίων το 2022, όταν η Ευρώπη έκλεινε εργοστάσια λόγω ακριβού φυσικού αερίου και η αγορά έχανε ρωσικές ποσότητες.
Οι απαισιόδοξοι προειδοποιούν ότι χωρίς λιπάσματα οι αποδόσεις των καλλιεργειών μπορεί να βουτήξουν έως και 40% μέσα σε έναν χρόνο, ανοίγοντας τον δρόμο για πραγματική έλλειψη τροφίμων. Ωστόσο, αυτή η εικόνα αγνοεί ότι οι αγρότες δεν θα μηδενίσουν ξαφνικά τη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων, αλλά θα τη μειώσουν σταδιακά, ενώ στην καλλιέργεια συμμετέχουν και άλλα θρεπτικά στοιχεία όπως τα φωσφορικά και το ποτάσιουμ, με το χλωριούχο κάλιο –που είχε εκτοξευθεί στα 1.200 δολάρια μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία– να κινείται σήμερα γύρω στα 370 δολάρια τον τόνο, σχεδόν αμετάβλητο από την έναρξη των βομβαρδισμών στο Ιράν, όπως γράφει το Bloomberg.
Σε πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, ειδικά στην Ασία, τα λιπάσματα παραμένουν βαριά επιδοτούμενα, κάτι που σημαίνει ότι ο κίνδυνος μεταφράζεται περισσότερο σε δημοσιονομικό σοκ για τα κράτη παρά σε άμεση έκρηξη τιμών για τον καταναλωτή. Παράλληλα, αρκετές χώρες έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τις αγροτικές τους πολιτικές και τα δίχτυα ασφαλείας για τους παραγωγούς, ενώ οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες διαθέτουν πλέον μεγαλύτερα εργαλεία για να απορροφήσουν μέρος των κραδασμών.