Υπάρχουν τραγούδια που, όταν ακούγονται live, δεν εκλαμβάνονται ως μία απλή στιγμή ακρόασης. Είναι κάτι που συμβαίνει, στο παρόν, στο τώρα, το νιώθεις παντού: στα αυτιά, στο δέρμα, στο βλέμμα, στην ψυχή.
Όπως συνέβη και την Τετάρτη 24 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού, όπου ο Νick Cave στάθηκε ξανά απέναντι στο ελληνικό κοινό του Release Athens για μία βραδιά γεμάτη ένταση, συγκίνηση, έκσταση, λύτρωση.
Το έζησα το 2022. Όμως, όσες φορές κι αν έρθει ο Cave στην Ελλάδα -και οπουδήποτε εμφανιστεί- το live του δεν είναι ποτέ το ίδιο. Ακόμη κι αν ακούσεις τα ίδια κομμάτια, η αίσθηση είναι ότι τα ακούς για πρώτη φορά. Με άλλο συναίσθημα, άλλη ματιά.
Η καλύτερη στιγμή της χθεσινής συναυλίας έκανε τον γύρο των social media με δεκάδες reels και story να αποτυπώνουν την μυσταγωγία της, να μιλούν για μία ανατριχιαστική ερμηνεία. Ήταν η στιγμή που ο Nick Cave εμφανίστηκε στη σκηνή με ένα πιάνο να ερμηνεύει το “Into My Arms”, τον δικό του προσωπικό ψίθυρο, μία από τις ωραιότερες μπαλάντες του.
Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που το ερμηνεύει ζωντανά, αποκτά άλλη βαρύτητα. Γιατί πίσω από τη λιτότητά του κρύβεται μια ιστορία πόνου, χωρισμού, εξάρτησης και εύθραυστης ελπίδας, η ανάγκη να πιστέψεις σε μία ανώτερη δύναμη, όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.
“Into my arms, oh Lord…”
Ένας ύμνος γεννημένος από τον πόνο, την ερωτική απογοήτευση και μια εύθραυστη ελπίδα, το “Into My Arms” παραμένει η απόλυτη κατάθεση ψυχής του Nick Cave για την αγάπη και την ανθρώπινη υπόσταση, με όλες τις αντιφάσεις, την πολυπλοκότητα και τα μυστήριά της.
Αν και αρχικά κρυβόταν πίσω από μια επιθετική southern gothic αισθητική, δίσκοι όπως το The Good Son του 1990 και τραγούδια όπως τα “The Ship Song”»” και “Sorrow’s Child”»” ανέδειξαν την εξαιρετική ικανότητα του Cave να γράφει μουσικά κηρύγματα στο πιάνο, όσο και σκοτεινά blues αφηγήματα. Ήταν κατά τη διάρκεια της απεξάρτησής του από την ηρωίνη, μερικά χρόνια αργότερα, που έγραψε ίσως το πιο ολοκληρωμένο ερωτικό τραγούδι του.
Βυθισμένος στη θλίψη για τη διάλυση των σχέσεών του με τη Viviane Carneiro, μητέρα του γιου του Luke, και την PJ Harvey, και ενώ εξακολουθούσε να παλεύει με την απεξάρτησή του, το “Into My Arms” γεννήθηκε μέσα σε μια στιγμή ωμής ευαλωτότητας.
Στα απομνημονεύματά του Faith, Hope, and Carnage του 2022, ο Κέιβ αποκάλυψε πώς δημιουργήθηκε το τραγούδι. Εξήγησε ότι οι ασθενείς συχνά παρακολουθούσαν τις κυριακάτικες λειτουργίες και κάποια στιγμή αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Επιστρέφοντας στο νοσοκομείο, μέσα από τα χωράφια του Somerset όπου βρισκόταν, του ήρθε η μελωδία του “Into My Arms”»”. Μόλις γύρισε, κάθισε αμέσως στο πιάνο και άρχισε να δουλεύει το κομμάτι.
Το τραγούδι κυκλοφόρησε ως single από το “The Boatman’s Call” των Bad Seeds, το άλμπουμ του 1997 που απέσπασε καθολική αναγνώριση από τους κριτικούς χάρη στις λιτές, μπαλάντες του στο πιάνο και τους βαθιά προσωπικούς στίχους του.
Το “Into My Arms” ήταν εκείνο που μπήκε στις προσωπικές λίστες πολλών ακροατών με τα πιο αγαπημένα ερωτικά τραγούδια και εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις κορυφαίες συνθέσεις του Αυστραλού πολυσχιδή καλλιτέχνη.
Το μυστήριο γύρω από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η λατρεία του είναι ασαφές και αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι καθοριστική για τη διαχρονική, οικουμενική δύναμη του τραγουδιού. Θα μπορούσε να απευθύνεται στις πρώην συντρόφους του ή σε μια ανώτερη δύναμη που τον παρακολουθεί, ενώ παλεύει με την εξάρτηση.
Όντας ένας άνθρωπος που φτάνει στα όριά του και στρέφεται στην πίστη ως ύστατη προσπάθεια λύτρωσης, ή σαν κάποιος τόσο συγκλονισμένος από την ομορφιά ενός άλλου ανθρώπου, ώστε να ξαναβρίσκει νόημα στη ζωή, το τραγούδι εγκαταλείπει τον κυνικό μηδενισμό και τη βεβαιότητα του κοσμικού βλέμματος, ανοίγοντας χώρο για μια σχεδόν μυστικιστική παρέμβαση.
«Όταν έφτιαχνα εκείνο τον δίσκο, ήμουν έξαλλος, επειδή είχαν συμβεί κάποια πράγματα στην ερωτική μου ζωή που με είχαν εξοργίσει σοβαρά. Και μερικά από αυτά τα τραγούδια βγήκαν κατευθείαν από εκεί. Δεν μετανιώνω που τον έκανα… τα τραγούδια ανήκουν σε μια στιγμή όπου ένιωθες με έναν συγκεκριμένο τρόπο», είχε δηλώσει ο Nick Cave στον Guardian το 2008.
Το κομμάτι διασκευάστηκε με εξίσου συγκινητική χροιά από τον Διονύση Σαββόπουλο, υπό τον τίτλο «Άδεια μου αγκαλιά».
«Ένα live μας επιτρέπει να πονάμε και να θεραπευόμαστε»
Στα Red Hand Files του, ένα project που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2018 και αποτελεί έναν χώρο βαθιάς ενδοσκόπησης, όπου ο Nick Cave απαντά προσωπικά σε ερωτήσεις θαυμαστών του από όλον τον κόσμο, ένας φαν του τού εξομολογήθηκε, ότι πήγε σε συναυλία του στο Μπέρμιγχαμ και αναγκάστηκε να φύγει όταν έπαιξε το κομμάτι καθώς του θύμιζε τις όμορφες στιγμές με την πρώην σύντροφό του και τη σχέση τους που τελείωσε.

Ο Cave του απάντησε: «Μια ζωντανή συναυλία μπορεί να σε κατακλύσει, ακόμη και να σε τρομάξει, γιατί η συναισθηματική της δύναμη μπορεί ξαφνικά να φέρει στην επιφάνεια τις πιο βαθιά θαμμένες εμπειρίες μας. Όμως τα συναισθήματα είναι φτιαγμένα για να βιώνονται, γι’ αυτό υπάρχουν. Θεραπευόμαστε όταν αναγνωρίζουμε όσα νιώθουμε και δοκιμάζουμε την αντοχή της καρδιάς μας μένοντας λίγο μέσα σε αυτό που μοιάζει αβάσταχτο. Είναι κάτι που η μουσική μπορεί να μας βοηθήσει να πραγματοποιήσουμε. Ανακαλύπτουμε ότι η καρδιά μας είναι πολύ πιο δυνατή απ’ όσο πιστεύαμε και ότι αυτό που θεωρούσαμε αβάσταχτο δεν ήταν τελικά τέτοιο. Η μουσική φέρνει στην επιφάνεια αυτά τα υπόγεια συναισθήματα και, την ίδια στιγμή, μας σώζει από αυτά.
Χαίρομαι που ήρθες στη συναυλία στο Μπέρμιγχαμ, αλλά πιστεύω ότι το να «φύγεις νωρίς» από ένα συναίσθημα πριν αυτό ολοκληρώσει τη διαδρομή του και κάνει την επουλωτική του δουλειά ήταν μια χαμένη ευκαιρία. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι επώδυνο να νιώθεις πως εκείνες οι «εκπληκτικές στιγμές» ανήκουν πια στο παρελθόν, όμως δεν είναι έτσι· υπάρχουν πολλές ακόμη μπροστά σου. Θα υπάρξουν και άλλες απογοητεύσεις, αλλά οι καρδιές σπάνε και ξαναχτίζονται πιο δυνατές. Δεν πρέπει να υποχωρούμε μπροστά στα συναισθήματά μας. Πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε. Να τα εξασκούμε. Να γινόμαστε καλύτεροι σε αυτά. Παραφράζοντας τον Samuel Beckett: πόνεσε, πόνεσε ξανά, πόνεσε καλύτερα. Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μας επιτρέπει να κάνουμε η ζωντανή μουσική, να πονάμε και να θεραπευόμαστε ταυτόχρονα. Η συμβουλή μου; Βγες ξανά εκεί έξω. Ζήσε τη ζωή όσο πιο γεμάτα μπορείς και μείνε μέχρι το τέλος της συναυλίας. Είναι εκπληκτικό».
«Όταν το κοινό τραγουδά μαζί μου το “Into my Arms” μοιάζει με μία αμοιβαία αγκαλιά»
Μία άλλη του θαυμάστρια στα Red Hand Files τον ρώτησε με αφορμή το τραγούδι: «Πάντα λες στο κοινό σου “σας αγαπώ. Πώς γίνεται να αγαπάς τόσους ανθρώπους, άγνωστους σε σένα;»
Η απάντησή του βαθιά συγκινητική. Όταν λέω στο κοινό ότι το αγαπώ, το εννοώ απολύτως. Νιώθω με το πλήθος μια συναισθηματική ανταλλαγή που είναι ισχυρή και βαθιά οικεία. Στέκομαι μπροστά σε όλους εσάς -αγνώστους- σας βλέπω ταυτόχρονα ως ξεχωριστές υπάρξεις και ως σύνολο, και αισθάνομαι μια απεριόριστη αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αληθινή. Δεν είναι συμβολική, μεταφορική ή κοινοτοπία. Βλέπω μπροστά μου μια ομάδα ανθρώπων, εύθραυστων και ευάλωτων, στους οποίους έχει δοθεί ένας σύντομος χρόνος πάνω σε αυτή τη γη. Ανθρώπων που ο καθένας τους κουβαλά μια συγκλονιστική δυνατότητα για ομορφιά και τρόμο, για καλό και κακό, αλλά και μια εξαιρετική ικανότητα να δίνει και να δέχεται αγάπη. Εκείνη τη στιγμή, η αγάπη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση.
Όταν το κοινό ενώνεται μαζί μου τραγουδώντας το “Into My Arms”, μοιάζει με μια αμοιβαία αγκαλιά, με μια πράξη συμφιλίωσης, παρηγοριάς και συντροφικότητας , μια αναγνώριση της κοινής μας μοίρας: ότι εκείνη τη στιγμή ζούμε και πεθαίνουμε μαζί, μέσα στη μουσική. Και, για να είμαι ειλικρινής, είναι δύσκολο να κρατηθώ».
Από τις απώλειες στην αναζήτηση της χαράς
Αυτή η αγκαλιά, η παρηγοριά, η στιγμή που ζεις και πεθαίνεις μαζί με το κοινό μέσα στη μουσική, είναι ο ίδιος ο Nick Cave. Η απώλεια και ο προσωπικός πόνος επηρέασαν ριζικά τον ψυχικό κόσμο, την τέχνη και την κοσμοθεωρία του.
Έχασε τον πατέρα του, Collin, σε τροχαίο δυστύχημα το 1978, όταν ο Κέιβ ήταν μόλις 19 ετών. Αυτός ο αδόκητος χαμός συνέπεσε χρονικά με τις πρώτες καλλιτεχνικές ανησυχίες του τραγουδιστή, σημαδεύοντας βαθιά την προσωπικότητά του και οδηγώντας των στα μονοπάτια της μουσικής.
Όμως, το γεγονός που έμελλε να αλλάξει δραματικά τη ζωή του ήταν ο θάνατος του 15χρονου γιου του, Άρθουρ, το 2015, έπειτα από πτώση σε βραχώδη περιοχή κοντά στο Μπράιτον της Αγγλίας.
Στο βιβλίο «Faith, Hope and Carnage», που δημιουργήθηκε έπειτα από μια σειρά συνομιλιών με τον δημοσιογράφο Sean O’Hagan, εξομολογήθηκε όσα συνέβησαν τις μέρες μετά από το τραγικό γεγονός. «Ο θάνατος του Arthur άλλαξε κυριολεκτικά τα πάντα για μένα. Τα πάντα. Με οδήγησε σε μια διαφορετική σχέση με την πίστη και τον κόσμο γύρω μου», διηγήθηκε.
Το άλμπουμ «Skeleton Tree» (2016) αποτυπώνει όσα βίωσε εκείνη την χρονική περίοδο. Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει πριν από το δυστύχημα, όμως το τελικό αποτέλεσμα επηρεάστηκε βαθιά από τα γεγονότα που ακολούθησαν. «Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για όλους. Όταν επιστρέψαμε στο στούντιο, όλα είχαν αλλάξει», θυμάται.
Το 2019 κυκλοφόρησε το «Ghosteen», που ο ίδιος έχει περιγράψει ως «ένα τραγούδι προς τον Arthur» και μια προσπάθεια να δοθεί μορφή σε συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να ειπωθούν με λέξεις.
Οι απώλειες για τον Cave δεν σταμάτησαν στον Άρθουρ. Αργότερα ακολούθησε η μητέρα του, ο πρωτότοκος γιος του Jethro και η επί χρόνια συνεργάτιδα και σύντροφός του Anita Lane. Ωστόσο, δεν αποσύρθηκε, δεν άφησε το κοινό του, παρά επέλεξε να μιλήσει για τη θλίψη, την μνήμη, την αγάπη και τη δύναμή που κρύβεται μέσα της.
Το 2024 επανήλθε με τo “Wild God” ένα άλμπουμ, που μοιάζει με αυτήν την αναζήτηση της χαράς. «Ξεπηδάει από τα ηχεία και με έχει παρασύρει. Είναι ένας περίπλοκος δίσκος, αλλά είναι επίσης βαθιά και χαρούμενα μεταδοτικός. Δεν υπάρχει ποτέ κάποιο μεγάλο πλάνο όταν φτιάχνουμε δίσκο. Οι δίσκοι αντικατοπτρίζουν περισσότερο τη συναισθηματική κατάσταση των συνθετών και των μουσικών που παίζουν σε αυτούς. Ακούγοντας το νέο μας δίσκο… δεν ξέρω, φαίνεται ότι είμαστε χαρούμενοι», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.
Άλλωστε όπως έχει δηλώσει ο ίδιος: «ποτέ δεν ήμουν καταθλιπτικός. Κατά βάση, ήμουν πάντα αισιόδοξος. Διακρίνω πολλή ομορφιά στον κόσμο. Πάντοτε έτσι ένιωθα…»