Η πολιτική κρίση χωρίς προηγούμενο που συνταράσσει την καναδική κυβέρνηση υπό τον Τζάστιν Τριντό επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο τη Δευτέρα, με την απροσδόκητη παραίτηση μιας από τις πιο διαπρεπείς υπουργούς του, εν μέσω των καταγγελιών περί ανάμιξης του πρωθυπουργού και του περιβάλλοντός του σε μια δικαστική διαδικασία.

Αφού εξέτασε σε βάθος «τα γεγονότα που συνταράσσουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση τις τελευταίες εβδομάδες» και «έπειτα από σοβαρό στοχασμό», η Τζέιν Φίλποτ, η υπουργός αρμόδια για τον προϋπολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «οφείλω να υποβάλλω την παραίτησή μου», ανέφερε στην επιστολή που απηύθυνε στον πρωθυπουργό των Φιλελεύθερων.

Η 58χρονη Φίλποτ, πρώην υπουργός Υγείας και πρώην υπουργός αρμόδια για τις Υποθέσεις των Αυτοχθόνων, προήχθη στη θέση της προέδρου του Conseil du Trésor, που καταρτίζει τον προϋπολογισμό και επιβλέπει τις δημόσιες δαπάνες, όταν ο Τριντό προχώρησε σε ανασχηματισμό στα μέσα Ιανουαρίου.

Το πλήγμα χαρακτηρίζεται σκληρό για τον καναδό πρωθυπουργό, καθώς οι βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου βρίσκονται πλέον στον ορίζοντα: πρόκειται για την τρίτη παραίτηση στενού συνεργάτη του, αρχής γενομένης με εκείνη της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, της Τζόντι Ουίλσον-Ρέιμπουλντ, η οποία αποκάλυψε προ ημερών ότι υπέστη ανάρμοστες «πιέσεις» από τον Τριντό και το περιβάλλον του ώστε να φροντίσει να αποφευχθεί η προσαγωγή της εταιρείας-κολοσσού των κατασκευών SNC-Lavalin ενώπιον των δικαστηρίων.

Από την πλευρά του ο πρωθυπουργός του Καναδά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του κόμματός του, των Φιλελεύθερων, στο Τορόντο, επισήμανε πως παρότι τον «απογοητεύει» η απόφασή της, την «κατανοεί» και τη «σέβεται», ενώ υπογράμμισε ακόμη πως «οι ανησυχίες αυτού του είδους πρέπει να αντιμετωπίζονται σοβαρά και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τις παίρνω σοβαρά».

Ο Τριντό ευχαρίστησε για την προσφορά της στο έργο της κυβέρνησής του την Τζέιν Φίλποτ, την υπουργό που ως χθες Δευτέρα ήταν αρμόδια για τον Προϋπολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες -κάτι το οποίο, αξιοσημείωτα, δεν είχε κάνει όταν η Τζόντι Ουίλσον-Ρέιμπουλντ, η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης που υποβιβάστηκε σε υπουργό αρμόδια για τις υποθέσεις των Βετεράνων στον ανασχηματισμό του Ιανουαρίου, υπέβαλε πρώτη την παραίτησή της την 12η Φεβρουαρίου.

Ο Τριντό απέφυγε πάντως να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο για τους λόγους που επικαλέστηκε στην επιστολή της παραίτησής της η Φίλποτ, μια από τις πιο επιτυχημένες υπουργούς των Φιλελεύθερων, που συνδέεται φιλικά με την Ουίλσον-Ρέιμπουλντ.

Την παραίτηση της Ουίλσον-Ρέιμπουλντ τη 12η Φεβρουαρίου ακολούθησε, μερικές ημέρες αργότερα, αυτή του στενότερου συνεργάτη και συμβούλου του Τριντό, του Τζέραλντ Μπατς. Ο τελευταίος, ο στόχος μεγάλου μέρους των φραστικών πυρών της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, αναμένεται να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων ενώπιον των κοινοβουλευτικών αύριο Τετάρτη.

Εξηγώντας τους λόγους που την οδήγησαν να υποβάλει την παραίτησή της, η Φίλποτ, μέλος της κυβέρνησης από το 2015, που τη συνδέει φιλική σχέση με την Ουίλσον-Ρέιμπουλντ, τη 47χρονη αυτόχθονα που έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης στην καναδική ιστορία, τόνισε πως δεν έχει πλέον «εμπιστοσύνη στον τρόπο που διαχειρίστηκε αυτή την υπόθεση» η κυβέρνηση, ούτε στην «αντίδρασή της στα ερωτήματα» που εγείρονται εξαιτίας της.

«Μπορεί να έχει κόστος το να ενεργείς βάσει αρχών, αλλά το τίμημα είναι ακόμη πιο υψηλό όταν τις εγκαταλείπεις», πρόσθεσε στην επιστολή της παραίτησής της προς τον καναδό πρωθυπουργό.

«Χάος»

Μετά τη δική της παραίτηση, η Ουίλσον-Ρέιμπουλντ κατηγόρησε τον Τριντό και τους συνεργάτες του ότι τής άσκησαν ασφυκτικές πιέσεις, συνοδευόμενες από «συγκαλυμμένες απειλές», προκειμένου να επέμβει, να απαιτήσει οι εισαγγελείς να κλείσουν εξωδικαστικό συμβιβασμό με την SNC-Lavalin και η υπόθεση να μην καταλήξει στις δικαστικές αίθουσες.

Ο κατασκευαστικός όμιλος του Κεμπέκ κατηγορείται από το 2015 για διαφθορά, πιο συγκεκριμένα ότι μοίρασε 48 εκατομμύρια καναδικά δολάρια (32 εκατ. ευρώ) σε λίβυους αξιωματούχους την εποχή του δικτάτορα Μουάμαρ Καντάφι, μεταξύ του 2001 και του 2011, ώστε να εξασφαλίσει την ανάθεση μεγάλων δημοσίων συμβάσεων στη χώρα αυτή.

Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός θα επέτρεπε στην SNC-Lavalin, που απασχολεί 50.000 ανθρώπους παγκοσμίως, εκ των οποίων 9.000 στον Καναδά, να αποφύγει μια καταδίκη που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το ίδιο το μέλλον της.

Η Ουίλσον-Ρέιμπουλντ αρνήθηκε όμως να επέμβει κι ενδέχεται πάντα να διεξαχθεί δίκη, αν και το πότε παραμένει ακόμη απροσδιόριστο.

Ο επικεφαλής της συντηρητικής αντιπολίτευσης Άντριου Σιρ έσπευσε να στηλιτεύσει μια κυβέρνηση «σε απόλυτο χάος» της οποίας ηγείται «ένας ατιμασμένος πρωθυπουργός». Ο Σιρ, που οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τον θέλουν να προηγείται ενόψει των εκλογών, προέτρεψε τους υπόλοιπους υπουργούς της κυβέρνησης να θέσουν στους εαυτούς τους τα ίδια ερωτήματα με τη Φίλποτ, που κατ’ αυτόν δεν μπορεί να έχουν παρά μόνο μία συνέπεια.

Ο Τριντό δεν είχε αντιδράσει ως νωρίς το απόγευμα. Μέχρι σήμερα, επαναλαμβάνει πως τόσο ο ίδιος, όσο και το περιβάλλον του έδρασαν με «προσήκοντα» και «επαγγελματικό» τρόπο στην υπόθεση.

Στον ανασχηματισμό στα μέσα Ιανουαρίου η Ουίλσον-Ρέιμπουλντ υποβιβάστηκε σε υπουργός αρμόδια για τις υποθέσεις των Βετεράνων. Δηλώνει πεισμένη ότι αυτή ήταν η τιμωρία της διότι δεν υπέκυψε στις πιέσεις που της ασκήθηκαν.

Το σκάνδαλο δεν θα μπορούσε να είχε ξεσπάσει σε χειρότερη συγκυρία για τον Τριντό, που ήδη ήταν αντιμέτωπος με μια διπλωματική κρίση χωρίς προηγούμενο με την Κίνα, μετά τη σύλληψη της οικονομικής διευθύντριας του κινεζικού κολοσσού της κινητής τηλεφωνίας Huawei στις αρχές του Δεκεμβρίου στο Βανκούβερ.

Η Μενγκ Ουάνγκζου συνελήφθη κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ, που απαιτούν την έκδοσή της για να την προσαγάγουν σε δίκη για φερόμενες παραβιάσεις των αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν.

Το Πεκίνο δεν έχει πάψει έκτοτε να ζητεί από την Οτάβα να την αφήσει ελεύθερη. Ο Τζάστιν Τριντό, από την πλευρά του, δεν έχει πάψει να επικαλείται την ανεξαρτησία του καναδικού συστήματος δικαιοσύνης, που εξετάζει το τρέχον διάστημα το εάν θα δώσει το πράσινο φως για την έκδοση της Μενγκ.