Ένα σύνθετο σύστημα σχέσεων, παρεμβάσεων και πιθανών ποινικών ευθυνών, το οποίο ακουμπά την περίοδο διακυβέρνησης του Νίκου Αναστασιάδη αποκαλύπτει το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής Κατά της Διαφθοράς της Κύπρου που είδε το φως της δημοσιότητας και εξακολουθεί να απασχολεί τη Μεγαλόνησο. Το εν λόγω πόρισμα, που αριθμεί περίπου 3.000 σελίδες και προέκυψε έπειτα από διετή έρευνα, καταθέσεις και εξέταση εγγράφων, αφορά ισχυρισμούς που είχαν διατυπωθεί στο 281 σελίδων βιβλίο του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη υπό τον τίτλο «Κράτος Μαφία». Στην ανακοίνωση της Αρχής, που προφανώς δεν συνιστά δικαστική απόφαση, καταγράφονται ευρήματα και ενδείξεις που πλέον καλείται να αξιολογήσει η Νομική Υπηρεσία, προκειμένου να αποφασιστεί αν και ποιες υποθέσεις θα πάρουν τον δρόμο της ποινικής διερεύνησης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η υπόθεση του Ρώσου μεγιστάνα, νυν προέδρου της ποδοσφαιρικής ομάδας ΑΣ Μονακό, Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, και της πρώην συζύγου του, Ελένας Ριμπολόβλεβα, με την οποία γνωρίζονταν από τα φοιτητικά χρόνια. Μια ιδιωτική οικογενειακή και περιουσιακή σύγκρουση, με φόντο ένα διαζύγιο δισεκατομμυρίων, όπου φέρεται, σύμφωνα με τα όσα καταγράφει η Αρχή, να ενεργοποίησε κρατικούς μηχανισμούς, νομικούς κύκλους και πολιτικές επαφές στην Κύπρο.
Το διαζύγιο που έγινε κρατική υπόθεση
Η υπόθεση Ριμπολόβλεφ ξεκίνησε από μια σκληρή διαμάχη για την περιουσία του Ρώσου ολιγάρχη. Αντικείμενο μιας από τις επίμαχες πτυχές ήταν ένα πολύτιμο δαχτυλίδι, αξίας περίπου 25 εκατομμυρίων ευρώ που είχε αγοράσει ο μεγαλοεπιχειρηματίας προς την τότε σύζυγό του (με την οποία χώρισαν το 2015 έπειτα από πολύχρονη δικαστική διαμάχη που κατέληξε ωστόσο σε εξωδικαστικό συμβιβασμό).
Η πλευρά της Ελένας Ριμπολόβλεβα υποστήριζε ότι το κόσμημα ήταν δώρο του τότε συζύγου της. Από την άλλη, η πλευρά εμπιστεύματος (δηλαδή του Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ) θεωρούσε ότι το κόσμημα ανήκε στο ίδιο το εμπίστευμα και όχι στην πρώην σύζυγό του. Δεν θεωρούνταν με άλλα λόγια προσωπική ιδιοκτησία της Ριμπολόβλεβα, αλλά αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο εμπιστεύματος που συνδεόταν με τον μεγιστάνα. Εμπίστευμα είναι μια νομική δομή στην οποία περιουσιακά στοιχεία – χρήματα, ακίνητα, μετοχές, κοσμήματα κ.λπ. – δεν ανήκουν τυπικά σε ένα φυσικό πρόσωπο, αλλά έχουν μεταβιβαστεί σε ένα σχήμα που τα διαχειρίζεται για συγκεκριμένο σκοπό ή προς όφελος συγκεκριμένων προσώπων.
Σύμφωνα λοιπόν με την Αρχή κατά της Διαφθοράς, υπάρχουν ισχυρισμοί πως «πρόσωπα που σχετίζονται με τον κ. Ριμπολόβλεφ, σε συνεργασία με δικηγόρους και άλλα πρόσωπα στην Κύπρο, φέρονται να προέβησαν σε ενέργειες για την παγίδευση και ποινική δίωξη της κας Ριμπολόβλεβα, αξιοποιώντας καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία από τον δικηγόρο κ. Παναγιώτη Νεοκλέους, εκ μέρους συγκεκριμένου εμπιστεύματος, σχετικά με πολύτιμο κόσμημα μεγάλης αξίας. Οι εν λόγω ενέργειες φέρεται να περιλάμβαναν συντονισμό, καθώς και συνεχή ενημέρωση αναφορικά με την πορεία της επιχείρησης, με κρατικούς αξιωματούχους και την Αστυνομία». Η Αρχή καταλήγει στο ότι η καταγγελία φέρεται να εντασσόταν σε ένα σχέδιο σύλληψης της Ελένας Ριμπολόβλεβα, με σκοπό να ασκηθεί πίεση στην ίδια για τη διευθέτηση των οικονομικών όρων του διαζυγίου.
Η Ριμπολόβλεβα αφίχθη στην Κύπρο στις 24 Φεβρουαρίου 2014 και συνελήφθη βάσει εντάλματος που είχε εκδοθεί μετά την καταγγελία. Η υπόθεση έλαβε αμέσως διεθνή διάσταση, λόγω του μεγέθους της περιουσίας, του ονόματος του Ρώσου επιχειρηματία και της δικαστικής αντιπαράθεσης που βρισκόταν σε εξέλιξη. Η Αρχή σημειώνει ότι στην πορεία προέκυψαν στοιχεία και ισχυρισμοί που έθεταν υπό αμφισβήτηση τη βασιμότητα των κατηγοριών. Παρότι η Ελένα Ριμπολόβλεβα αφέθηκε ελεύθερη, στο πόρισμα περιγράφονται περαιτέρω ενέργειες που, κατά την Αρχή, στόχευαν στη συνέχιση της πίεσης προς την πλευρά της.
Ο «νόμος Ριμπολόβλεφ» και η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, η οποία είχε χαρακτηριστεί δημοσίως ως «νόμος Ριμπολόβλεφ». Με την αλλαγή αυτή, τα κυπριακά δικαστήρια μπορούσαν να αποκτήσουν δικαιοδοσία για αδικήματα που φέρονταν να τελέστηκαν στο εξωτερικό, εφόσον συνδέονταν με περιουσιακά στοιχεία εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο ή με κυπριακό καταπίστευμα. Κατά την Αρχή, η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση είχε καθοριστική σημασία, καθώς δημιουργούσε τη δυνατότητα ποινικής δίωξης της Ελένας Ριμπολόβλεβα στην Κύπρο. Πρόκειται για εύρημα με ιδιαίτερο θεσμικό βάρος, καθώς συνδέει μια ιδιωτική περιουσιακή αντιπαράθεση με αλλαγές στο νομικό πλαίσιο της χώρας. Η Αρχή εξετάζει αν η κρατική μηχανή και οι νομοθετικές διαδικασίες χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που εξυπηρετούσε συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφέρον. Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης και εξηγεί γιατί το πόρισμα έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές και νομικές αντιδράσεις.
Ο ρόλος του δικαστή και η πρόσληψη της συζύγου του
Ένα από τα πλέον ευαίσθητα κεφάλαια αφορά τον πρώην πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Χάρη Σολομωνίδη. Η αναφορά της Αρχής επικεντρώνεται σε δικαστικές διαδικασίες που είχαν κινηθεί από εταιρείες καταπιστευμάτων συνδεόμενες με την πλευρά Ριμπολόβλεφ.
Τον Οκτώβριο του 2013, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αρχής, καταχωρίστηκαν αιτήσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με τις οποίες ζητούνταν να περιοριστεί η δυνατότητα της Ελένας Ριμπολόβλεβα και των δικηγόρων της να κινηθούν νομικά εκτός Κύπρου για ζητήματα που αφορούσαν τα εμπιστεύματα και τις οικονομικές της αξιώσεις. Οι αιτήσεις καταχωρίστηκαν από τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ και τέθηκαν ενώπιον του Χάρη Σολομωνίδη. Ο δικαστής εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα υπέρ των αιτητριών εταιρειών του Ρώσου μεγιστάνα, χωρίς να ακουστεί προηγουμένως η πλευρά της Ριμπολόβλεβα.
Η Αρχή εστιάζει στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Λίγες ημέρες μετά την έκδοση των διαταγμάτων, την 1η Νοεμβρίου 2013, η σύζυγος του δικαστή φέρεται να προσλήφθηκε στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, «με υψηλές απολαβές» όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ενώ προηγουμένως ήταν άνεργη (συγκεκριμένα από τον Φεβρουάριο του 2013). Κατά την Αρχή, η πρόσληψη αυτή συνιστούσε ουσιαστικό οικονομικό όφελος για την οικογένεια του δικαστή.
Στο πόρισμα καταγράφεται επίσης ότι ο δικαστής φέρεται να απέκρυψε ή να συνέβαλε στη μη πλήρη αποκάλυψη του πραγματικού εργοδότη της συζύγου του, παρουσιάζοντας διαφορετική εικόνα από εκείνη που, κατά την Αρχή, προκύπτει από τη μαρτυρία.
Η Αρχή αναφέρει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δημιουργούν εύλογη υπόνοια για κατάχρηση ή εκμετάλλευση δικαστικού αξιώματος, με πιθανό αντάλλαγμα την έκδοση αποφάσεων υπέρ πελατών της συγκεκριμένης δικηγορικής εταιρείας. Για τον πρώην δικαστή καταγράφονται ενδεχόμενα αδικήματα που σχετίζονται με δεκασμό δημόσιου λειτουργού, συναλλαγές που υποδηλώνουν διαφθορά και αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους. Για τη δικηγορική εταιρεία καταγράφονται, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενα αδικήματα ενεργού δωροδοκίας οικείων δημόσιων αξιωματούχων και εταιρικής ευθύνης νομικού προσώπου. Για τον Παναγιώτη Νεοκλέους γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενο αδίκημα συνωμοσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης.
Ο φάκελος στη Νομική Υπηρεσία και ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου
Στο πόρισμα υπάρχει εκτενής αναφορά και στον Ρίκκο Ερωτοκρίτου, ο οποίος την επίμαχη περίοδο υπηρετούσε ως βοηθός γενικός εισαγγελέας. Σύμφωνα με την Αρχή, η καταγγελία που είχε υποβληθεί στην Αστυνομία διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία για οδηγίες. Κατόπιν αιτήματος του κ. Ερωτοκρίτου, ο φάκελος χρεώθηκε προσωπικά στον ίδιο.
Η Αρχή καταγράφει ότι ο κ. Ερωτοκρίτου χειρίστηκε ο ίδιος την υπόθεση, δεν την προώθησε στον τότε γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και μερίμνησε για την άμεση επιστροφή του φακέλου στην Αστυνομία, κατά παρέκκλιση των συνήθων διαδικασιών. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το σημείο του πορίσματος που αφορά την ένορκη δήλωση με βάση την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης της Ελένας Ριμπολόβλεβα. Η Αρχή αναφέρει ότι υπήρξε άμεση παρέμβαση του κ. Ερωτοκρίτου στο περιεχόμενό της. Για τον κ. Ερωτοκρίτου καταγράφεται ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος. Η Αρχή, πάντως, σημειώνει πάντως ότι δεν προέκυψαν στοιχεία για άμεσο ή έμμεσο προσωπικό οικονομικό ή υλικό όφελος.
Οι κινήσεις της Αστυνομίας και η καθυστέρηση του διαβατηρίου
Σημαντική θέση στο πόρισμα έχει και ο τότε διοικητής του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού, Ιωάννης Σωτηριάδης. Η Αρχή αναφέρει ότι αστυνομικοί, μεταξύ των οποίων και ο κ. Σωτηριάδης, είχαν επισκεφθεί το γραφείο του Ρίκκου Ερωτοκρίτου κατά την επίμαχη περίοδο. Παράλληλα, καταγράφεται περιστατικό παρακολούθησης αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν η Ελένα Ριμπολόβλεβα και η δικηγόρος της, ενώ κατευθύνονταν προς τη ρωσική πρεσβεία στη Λευκωσία. Κατά την Αρχή, ο κ. Σωτηριάδης φέρεται να απέκρυψε την αρχική καταγγελία από τον άμεσο προϊστάμενό του, παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Επίσης, γίνεται λόγος για διαρροή πληροφοριών της Αστυνομίας προς την πλευρά Ριμπολόβλεφ, ακόμη και σε πραγματικό χρόνο.
Ένα ακόμη εύρημα αφορά τη σκόπιμη καθυστέρηση στην επιστροφή του διαβατηρίου της Ελένας Ριμπολόβλεβα, παρά τις οδηγίες του τότε γενικού εισαγγελέα και του αστυνομικού διευθυντή Λεμεσού. Η Αρχή συνδέει τη στάση αυτή με προσπάθεια να παραμείνει ανοικτή η ποινική υπόθεση, ώστε να συνεχιστεί η πίεση στο πλαίσιο της διαμάχης για το διαζύγιο. Και για τον κ. Σωτηριάδη καταγράφεται ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος.
Η ιδιωτική πτήση Αναστασιάδη και η εμπορία επηρεασμού

Το πόρισμα εισάγει στο κάδρο και τον δημοσιογράφο Ανδρέα Χατζηκυριάκο, τον οποίο η Αρχή εμφανίζει ως ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ του τότε προέδρου της Κύπρου, Νίκου Αναστασιάδη, και του Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο κ. Χατζηκυριάκος φέρεται να είχε ρόλο στον συντονισμό στήριξης ή φαινομενικής στήριξης κρατικών λειτουργών στο σχέδιο σύλληψης της Ελένας Ριμπολόβλεβα.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται και ιδιωτική πτήση του τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις Βρυξέλλες προς την Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2014. Κατά την Αρχή, «βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων» υπήρξε συμφωνία σύμφωνα με την οποία το κόστος της πτήσης θα καλυπτόταν από τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, με διευκόλυνση του Ανδρέα Χατζηκυριάκου.
Η πτήση φέρεται να είχε αρχικό προορισμό την Αθήνα, όμως τελικά κατευθύνθηκε απευθείας στη Λάρνακα, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας (εγκεφαλικό επεισόδιο) υπουργού. Η Αρχή αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την απουσία κράτησης από την πλευρά του τότε προέδρου, την απουσία πληρωμής από το Γενικό Λογιστήριο και την έλλειψη σχετικών καταγραφών από την Προεδρία και την Πολιτική Αεροπορία. Ο Νίκος Αναστασιάδης, σύμφωνα με την Αρχή, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι τα έξοδα της πτήσης είχαν καλυφθεί από οικογένεια επιχειρηματία φίλου του.
Το πιθανό αδίκημα που αναδεικνύει η Αρχή στο συγκεκριμένο σκέλος είναι η εμπορία επηρεασμού. Για τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο αναφέρεται ότι φέρεται να διευκόλυνε την παροχή αθέμιτου πλεονεκτήματος. Για τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ ότι φέρεται να παρείχε ή να προσέφερε τέτοιο πλεονέκτημα. Για τον Νίκο Αναστασιάδη ότι φέρεται να έλαβε ή να αποδέχθηκε αθέμιτο πλεονέκτημα, προκειμένου να ασκήσει ή να εμφανιστεί ότι θα ασκήσει επιρροή σε αποφάσεις δημόσιων λειτουργών.
Τα 220.000 ευρώ και το δικηγορικό γραφείο
Η Αρχή ανοίγει επίσης ζήτημα πιθανής φοροδιαφυγής και ενδεχόμενου ξεπλύματος χρήματος, με επίκεντρο ποσό 220.000 ευρώ. Στο σημείο αυτό το ενδιαφέρον στρέφεται στο δικηγορικό γραφείο «Νίκος Αναστασιάδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ». Παρότι ο Νίκος Αναστασιάδης είχε δηλώσει ότι αποχώρησε από την ενεργό δραστηριότητα του γραφείου όταν ανέλαβε την προεδρία, το γραφείο συνέχισε να φέρει το όνομά του, ενώ σε αυτό δραστηριοποιούνταν πρόσωπα του στενού οικογενειακού και επαγγελματικού του περιβάλλοντος.
Η Αρχή εξετάζει τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν σε σχέση με την προέλευση των χρημάτων και τον βαθμό συμμόρφωσης με τους απαιτούμενους ελέγχους. Το συγκεκριμένο σκέλος συνδέεται με το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική εξουσία, τα δικηγορικά γραφεία και πελάτες μεγάλης οικονομικής επιφάνειας.
Τα «χρυσά διαβατήρια» και οι σχέσεις με ξένους κροίσους
Το πόρισμα δεν περιορίζεται όμως στην υπόθεση Ριμπολόβλεφ. Επαναφέρει στο προσκήνιο και το ευρύτερο πλαίσιο των λεγόμενων «χρυσών διαβατηρίων», δηλαδή του προγράμματος πολιτογραφήσεων που λειτούργησε στην Κύπρο με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση και το κούρεμα των καταθέσεων το 2013. Στην πράξη, όμως, εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά προσοδοφόρα δραστηριότητα για δικηγορικά γραφεία, ελεγκτικούς οίκους και επιχειρηματίες ανάπτυξης γης. Σύμφωνα με όσα έχουν απασχολήσει επανειλημμένα την κυπριακή δημόσια ζωή, το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομα του τότε προέδρου είχε υποβάλει αιτήσεις για ξένους επενδυτές, οι οποίες εγκρίνονταν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η διασύνδεση αυτή εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα για σύγκρουση συμφερόντων και για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι θεσμικές δικλείδες ασφαλείας.
Η υπόθεση Focus και η πολιτική χρηματοδότηση
Ένα ακόμη κεφάλαιο αφορά την υπόθεση της εταιρείας Focus, συμφερόντων του εφοπλιστή Μιχάλη Ζολώτα, και τη χρηματοδότηση μεγάλων κυπριακών κομμάτων. Η υπόθεση είχε συνδεθεί με τον Ανδρέα Βγενόπουλο και τη Λαϊκή Τράπεζα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος όδευε προς τη βαθιά τραπεζική κρίση. Η Focus, εταιρεία με έδρα τις Νήσους Μάρσαλ, φέρεται να αποτέλεσε τον δίαυλο μέσω του οποίου διοχετεύθηκαν ποσά προς τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ. Η Αρχή καταγράφει πιθανή κατάχρηση εξουσίας από τον Νίκο Αναστασιάδη, καθώς, σύμφωνα με την ανακοίνωση, όταν ήταν πρόεδρος φέρεται να παρενέβη στον τότε γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας και ζητώντας ουσιαστικά να σταματήσουν ανακρίσεις που αφορούσαν την εταιρεία Focus. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται και ο τότε βοηθός εισαγγελέα Ρίκκος Ερωτοκρίτου, που αναφέρθηκε και παραπάνω, ο οποίος φέρεται να ζήτησε πρωτότυπα τεκμήρια για την πολιτική χρηματοδότηση και να υπέδειξε στους ανακριτές να μη διατηρήσουν αντίγραφα.
Το θεσμικό αδιέξοδο μετά το πόρισμα
Το πιο δύσκολο ερώτημα δεν αφορά μόνο όσα έγιναν στο παρελθόν, αλλά το ποιος μπορεί σήμερα να χειριστεί την υπόθεση με τρόπο που να πείθει για την ανεξαρτησία του. Το πόρισμα της Αρχής πρέπει να αξιολογηθεί από τη Νομική Υπηρεσία, ώστε να αποφασιστεί αν θα ακολουθήσουν ποινικές διαδικασίες. Όμως ο γενικός εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης δήλωσε αυτοεξαίρεση, καθώς είχε διατελέσει υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Αναστασιάδη και έχει δημόσια γνωστή μακρά προσωπική σχέση με τον τέως πρόεδρο. Αυτοεξαίρεση δήλωσε και ο βοηθός γενικός εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως υπουργός Άμυνας στην ίδια κυβέρνηση και διορίστηκε στη σημερινή του θέση επί Αναστασιάδη. Αντίστοιχα, η ανώτερη εισαγγελέας Έλενα Κλεόπα, επικεφαλής του Ποινικού Τμήματος, δεν μπορεί να αναλάβει, καθώς υπήρξε μάρτυρας στην έρευνα της Αρχής. Η λύση που φαίνεται να προκρίνεται είναι η παραπομπή του πορίσματος σε εισαγγελικό συμβούλιο. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα μέλη του προέρχονται από τη Νομική Υπηρεσία και είναι υφιστάμενοι των αξιωματούχων που αυτοεξαιρέθηκαν δημιουργεί νέα ερωτήματα για την εικόνα ανεξαρτησίας της διαδικασίας.
Εναλλακτικά, ποινικούς ανακριτές μπορεί να διορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο. Και εκεί, όμως, οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι σύνθετοι. Ο σημερινός πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης υπήρξε στενός συνεργάτης, κυβερνητικός εκπρόσωπος και υπουργός Εξωτερικών του Νίκου Αναστασιάδη, ενώ στην κυβέρνηση συμμετέχουν επίσης πρόσωπα που υπηρέτησαν σε κρίσιμες θέσεις κατά την περίοδο Αναστασιάδη. Δύσκολη η εξίσωση…