Υιοθετώντας έναν λόγο που αγγίζει τα όρια της απειλής, ο Ταγίπ Ερντογάν υποστήριξε ότι η Ευρώπη είναι εκείνη που εξαρτάται πλέον από την Τουρκία και όχι το αντίστροφο. Στην προσπάθειά του να παρουσιάσει την Άγκυρα ως μια αναντικατάστατη δύναμη σε έναν πολυπολικό κόσμο, έστρεψε τα πυρά του προς τις Βρυξέλλες, δηλώνοντας με νόημα:

«Το ζήτημα δεν είναι πού βρίσκεται η Άγκυρα, αλλά πού θέλουν να βρίσκονται οι Βρυξέλλες στον κόσμο του μέλλοντος. Η ανάγκη της Ευρώπης για την Τουρκία είναι σήμερα μεγαλύτερη από την ανάγκη της Τουρκίας για την Ευρώπη και αύριο θα είναι ακόμη μεγαλύτερη».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε ένα κρίσιμο «σταυροδρόμι» και κινδυνεύει να δει το μέλλον της να «σκοτεινιάζει» αν συνεχίσει να κρατά την Τουρκία εκτός. Η ρητορική αυτή, αν και παρουσιάζεται ως γεωπολιτική ανάλυση, ερμηνεύεται ως μια σαφής προσπάθεια πίεσης για την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων, την ώρα που η Άγκυρα αυτοπροβάλλεται ως «νησίδα σταθερότητας» μέσα σε ένα σκηνικό παγκόσμιας αστάθειας.

Στο στόχαστρο ξανά Ελλάδα και Κύπρος

Ο Ταγίπ Ερντογάν επέστρεψε στη γνωστή τακτική των αιχμών κατά της Αθήνας και της Λευκωσίας, επιχειρώντας να δικαιολογήσει το πολυετές αδιέξοδο στις σχέσεις της Άγκυρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός για τον χρόνο ένταξης της Ελλάδας, τον οποίο χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για να καταγγείλει «πολιτικό αποκλεισμό» της χώρας του.

«Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Δείτε, εκείνη την περίοδο η γειτονική μας Ελλάδα υπέβαλε αίτηση ένταξης το 1975 και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έγινε δεκτή το 1981. Η Τουρκία, αντίθετα, απομακρύνθηκε από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων για καθαρά πολιτικούς λόγους», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, επανέφερε την πάγια ρητορική του για το Κυπριακό, στοχοποιώντας τη διεύρυνση του 2004 και την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία αποκάλεσε «ελληνοκυπριακή πλευρά της νότιας Κύπρου».

Δικαιολογίες και θεωρίες περί «προκαταλήψεων»

Αντί να εστιάσει στα ζητήματα δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν τα πάγια «αγκάθια» στις εκθέσεις προόδου της ΕΕ, ο Ταγίπ Ερντογάν προτίμησε να μιλήσει για «βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις».

Κατηγόρησε την Ευρώπη ότι χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τη δημοκρατία, την οικονομία, αλλά ακόμα και τη θρησκεία της Τουρκίας για να επιβραδύνει την ένταξή της.

«Κάθε φορά βρίσκουν ένα πρόσχημα για να μας αποκλείσουν», δήλωσε χαρακτηριστικά, ισχυριζόμενος ότι από την πρώτη αίτηση το 1959 μέχρι σήμερα, ορισμένοι κύκλοι επιδιώκουν να κρατήσουν την Τουρκία «στην πόρτα».

Ο Τούρκος Πρόεδρος έκανε μια εκτενή αναδρομή, από τη Συμφωνία της Άγκυρας το 1963 μέχρι την Τελωνειακή Ένωση του 1996 και τη Σύνοδο του Ελσίνκι το 1999, επιμένοντας ότι η δική του κυβέρνηση εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της μετά το 2005.

Η μετάθεση ευθυνών για το αδιέξοδο

Στο κλείσιμο της τοποθέτησής του, ο Ταγίπ Ερντογάν υποστήριξε ότι η Τουρκία αναγκάστηκε να δώσει μάχη όχι μόνο με τα τεχνικά κριτήρια αλλά και με μια «εχθρική νοοτροπία». Παρά τις 218 αλλαγές σε άρθρα νόμων και τα συνεχή πακέτα μεταρρυθμίσεων, ο ίδιος θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταποκρίθηκε με τον ίδιο ρυθμό, ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, την οποία χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για την «ανεπαρκή αντίδραση» των Βρυξελλών.

Το αφήγημα του Τούρκου Προέδρου περί «διπλών μέτρων και σταθμών» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πραγματικότητα των παγωμένων διαπραγματευτικών κεφαλαίων, καθώς η Ευρώπη συνεχίζει να εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για την οπισθοδρόμηση της Άγκυρας σε κρίσιμους τομείς.

 Ωστόσο, ο ίδιος επέμεινε στη θεωρία του ότι η Τουρκία περιθωριοποιείται λόγω της πίστης της και του πληθυσμού της, καταλήγοντας πως οι Βρυξέλλες είναι εκείνες που θα χάσουν από τη συνέχιση αυτής της στάσης.