Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει εισέλθει σε μια φάση που θυμίζει έντονα τον Ψυχρό Πόλεμο, με οικονομικές κυρώσεις, ναυτικούς αποκλεισμούς και συζητήσεις για ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται άμεση λύση. Η τεταμένη αυτή ισορροπία δημιουργεί ανησυχία για παρατεταμένη κρίση, ενώ οι τιμές της ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν αυξημένες για μήνες, με τον κίνδυνο μιας ανοιχτής στρατιωτικής σύγκρουσης να είναι υπαρκτός ανά πάσα στιγμή.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν στο Axios, υπάρχει έντονη ανησυχία ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να εγκλωβιστούν σε μια «ψυχρή σύγκρουση», χωρίς πόλεμο αλλά και χωρίς συμφωνία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι αμερικανικές δυνάμεις θα παραμείνουν στην περιοχή για πολλούς ακόμα μήνες, τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός θα συνεχιστεί και οι δύο πλευρές θα περιμένουν την κίνηση του αντιπάλου.
Η πολιτική διάσταση της σύγκρουσης είναι επίσης κρίσιμη, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου απέχουν μόλις έξι μήνες. Όπως ανέφερε πηγή κοντά στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, «μια ψυχρή σύγκρουση είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο πολιτικά και οικονομικά».
Ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίζεται διχασμένος ως προς τα επόμενα βήματα, εξετάζοντας είτε την έναρξη νέων στρατιωτικών πληγμάτων είτε την αναμονή για να διαπιστωθεί εάν η πολιτική «μέγιστης πίεσης» μέσω οικονομικών κυρώσεων θα οδηγήσει το Ιράν σε διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος. Σύμφωνα με πέντε συμβούλους που έχουν συνομιλήσει μαζί του, ο πρόεδρος εμφανίζεται «απογοητευμένος αλλά ρεαλιστής». Όπως φέρεται να δήλωσε σε έναν εξ αυτών, «το μόνο που καταλαβαίνουν (οι ηγέτες του Ιράν) είναι οι βόμβες», αν και δεν επιθυμεί τη χρήση στρατιωτικής βίας, χωρίς όμως να υποχωρεί.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ανώτεροι σύμβουλοι προτείνουν τη διατήρηση του ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ και την περαιτέρω ενίσχυση των οικονομικών κυρώσεων πριν εξεταστεί εκ νέου η στρατιωτική επιλογή. Ο υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι «το επίπεδο των κυρώσεων κατά του Ιράν είναι εξαιρετικό και η πίεση είναι τεράστια», προσθέτοντας ότι υπάρχει περιθώριο για ακόμα μεγαλύτερη πίεση. Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα ότι και άλλες χώρες θα συμμετάσχουν στις κυρώσεις, ώστε να αναγκαστεί το ιρανικό καθεστώς σε παραχωρήσεις.

Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ δέχεται πιέσεις και από εξωτερικούς συμβούλους και πολιτικούς συμμάχους, όπως ο αρθρογράφος της Washington Post, Μαρκ Τίσεν, ο απόστρατος στρατηγός, Τζακ Κιν, και ο γερουσιαστής, Λίντσεϊ Γκράχαμ, οι οποίοι τον προτρέπουν να προχωρήσει σε στρατιωτική δράση για να σπάσει το αδιέξοδο. Ο Γκράχαμ μάλιστα κάλεσε δημόσια τον πρόεδρο να απορρίψει την τελευταία πρόταση του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα είναι το ίδιο το ιρανικό καθεστώς.
Σε επίπεδο διαπραγματεύσεων, ο Τραμπ συζήτησε με την ομάδα εθνικής ασφάλειας πρόταση του Ιράν για μια παράλληλη συμφωνία, σύμφωνα με την οποία τα Στενά του Ορμούζ θα άνοιγαν με αντάλλαγμα την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που ενημερώθηκαν για τη συνάντηση, δεν ελήφθη καμία απόφαση, ενώ ο πρόεδρος δεν φάνηκε πρόθυμος να αποδεχτεί την πρόταση, καθώς θα καθυστερούσε τις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, βασικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε ότι «οι κόκκινες γραμμές του προέδρου όσον αφορά το Ιράν έχουν γίνει απολύτως σαφείς».
Η κρίση κλιμακώθηκε όταν ο Τραμπ επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό μετά την απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ και να επιβάλει τέλη σε δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο, περιοχή που αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού πετρελαίου. Ο αμερικανικός στρατός αναγκάζει ιρανικά πλοία να επιστρέφουν στις ακτές, ενώ έχει κατασχέσει και άλλα δεξαμενόπλοια που μετέφεραν ιρανικό πετρέλαιο και υλικά που θεωρούνται «λαθραία» και πιθανώς χρησιμοποιήσιμα για πολεμικούς σκοπούς.
Ο πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να άρει τον αποκλεισμό πριν το Ιράν συμφωνήσει σε μια συνολική συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Την ίδια ώρα, ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, έχει εντείνει την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης», στοχεύοντας χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ναυτιλιακές εταιρείες και ακόμη και μικρά διυλιστήρια στην Κίνα που επεξεργάζονται ιρανικό πετρέλαιο υπό κυρώσεις.
Ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης δήλωσε ότι «η μέγιστη πίεση ασκείται παντού και από όλες τις πλευρές», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, σημειώνοντας ωστόσο ότι η τελική απόφαση ανήκει στον πρόεδρο. Σύμφωνα με αξιωματούχους και συμμάχους της κυβέρνησης, οι κυρώσεις ενδέχεται να οδηγήσουν το Ιράν σε αδυναμία αποθήκευσης πετρελαίου, αναγκάζοντάς το να διακόψει την παραγωγή, προκαλώντας σοβαρό οικονομικό πλήγμα. Ωστόσο, αναλυτές που ασκούν κριτική εκτιμούν ότι η στρατηγική αυτή δεν θα αποδώσει και δεν θα οδηγήσει το Ιράν σε ουσιαστικές παραχωρήσεις.