Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν υποδέχθηκε στο Ελιζέ τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, φάνηκε πως η Ευρώπη ήταν έτοιμη να αποκτήσει επιτέλους ρόλο στον πόλεμο με το Ιράν και στη μάχη για τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών στη Μέση Ανατολή. Στόχος της συνάντησης σχεδόν 50 χωρών στο Παρίσι ήταν η επαναφορά της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, μια αποστολή με τεράστια γεωπολιτική και οικονομική σημασία για την ενεργειακά εκτεθειμένη ευρωπαϊκή ήπειρο. Όμως, παρά τις μεγαλόστομες δηλώσεις, η πραγματικότητα υπενθύμισε γρήγορα ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού: στην Τεχεράνη και στην Ουάσινγκτον.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας διάσκεψης στο Παρίσι, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ανακοίνωσε μονομερώς το «άνοιγμα» των Στενών, για να ακολουθήσει ο Ντόναλντ Τραμπ με θριαμβευτικό μήνυμα στα κοινωνικά δίκτυα ότι ο διάδρομος είναι «READY FOR BUSINESS». Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι δύο αντίπαλοι ακύρωσαν στην πράξη τα ίδια τους τα λόγια: οι ΗΠΑ κατέσχεσαν ιρανικό δεξαμενόπλοιο που επιχειρούσε διέλευση, ενώ το Ιράν άνοιξε πυρ προειδοποιητικά εναντίον διαφόρων πλοίων, μεταξύ των οποίων και ενός γαλλικού, κρατώντας ουσιαστικά τα Στενά κλειστά και τα σχέδια των Ευρωπαίων «παγωμένα».
Η «αδυναμία» της Ευρώπης να επηρεάσει την έκβαση του πολέμου αποδίδεται, σύμφωνα με αναλυτές, και στην επιλογή της να μείνει εκτός του πρώτου γύρου των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, από τις οποίες ούτε ρωτήθηκε ούτε ενημερώθηκε εγκαίρως. Η στάση αυτή αποδείχθηκε πολιτικά δημοφιλής για κυβερνήσεις που δεν ήθελαν να συνδεθούν με μια αμφιλεγόμενη πολεμική εκστρατεία, αλλά τώρα πληρώνεται ακριβά: η σύγκρουση επιστρέφει στην ευρωπαϊκή πόρτα, προκαλώντας βαθύ οικονομικό πόνο με την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η Ευρώπη μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ
Όπως εξηγεί η επικεφαλής του γραφείου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων στο Παρίσι, για όσο καιρό η Ευρώπη δεν είναι πρόθυμη «να παίξει το σκληρό παιχνίδι» και να χρησιμοποιήσει πραγματική ισχύ για να επιβάλει τους στόχους της, δεν θα μετράει όσο οι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης. Το κενό αυτό αποτυπώνεται και στη δυσκολία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να πιέσουν αποτελεσματικά τον Τραμπ, τον οποίο είχαν προηγουμένως αποδοκιμάσει, στερώντας σήμερα από τον εαυτό τους πολύτιμη διπλωματική μόχλευση.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζεται ως σοβαρός παράγοντας ούτε από την πλευρά της Τεχεράνης. Το Ιράν προτιμά να στραφεί ρητορικά εναντίον των απειλών του Αμερικανού προέδρου, ενώ ο Τραμπ, με διαδοχικές επιθέσεις κατά του ΝΑΤΟ, όρος που συχνά χρησιμοποιεί σχεδόν ταυτόσημα με την «Ευρώπη», παρουσιάζει τους συμμάχους ως «χάρτινη τίγρη» που ήταν «άχρηστη όταν χρειάστηκε».
Παρά την εικόνα περιθωριοποίησης, η Γαλλία επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ. Το γαλλικό σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ δεν στοχεύει μόνο στην προστασία της ναυσιπλοΐας, αλλά φιλοδοξεί να επιταχύνει μια ευρύτερη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που θα «στερεώσει» την εκεχειρία σε βάθος χρόνου.
Ευρώπη – Ιράν: Η «τρίτη οδός» του Μακρόν και οι ρωγμές
Ο Μακρόν προβάλλει το όραμα μιας «τρίτης οδού», με την Ευρώπη να τοποθετείται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος – είτε πρόκειται για ΗΠΑ και Κίνα στο εμπόριο, είτε για ΗΠΑ και Ιράν στη Μέση Ανατολή. Η ιδέα είναι μια Ευρώπη ικανή να διαμεσολαβεί, όχι απλώς να ακολουθεί, ωστόσο το όραμα αυτό δεν συμμερίζονται πλήρως όλοι οι εταίροι.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ξεκαθαρίζει ότι θέλει την αμερικανική συμμετοχή στην αποστολή για το άνοιγμα των Στενών, την ώρα που το Παρίσι επιμένει πως η διάσκεψη στο Ελιζέ ήταν αποκλειστικά για «μη εμπόλεμους» – μια έμμεση πόρτα κλειστή προς την Ουάσινγκτον. Η Βρετανία από την πλευρά της δείχνει μεγαλύτερη διάθεση συντονισμού με τις ΗΠΑ, στέλνοντας ήδη αξιωματούχους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για τον σχεδιασμό επιχειρήσεων επαναλειτουργίας του θαλάσσιου διαδρόμου.
Οι ρωγμές δεν σταματούν εκεί: Βρετανοί αξιωματούχοι κατηγορούν κατ’ ιδίαν τον Μακρόν για «επικοινωνιακή φιγούρα», ενώ Γάλλοι αξιωματούχοι υποτιμούν την βρετανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Παρά τις εντάσεις, η πραγματικότητα επιβάλλει συνεργασία: η γαλλική ανάπτυξη, που περιλαμβάνει αεροπλανοφόρο, έξι φρεγάτες και περίπου 50 μαχητικά, συνυπάρχει με τη μικρότερης κλίμακας βρετανική δύναμη σε μια προσπάθεια συγχρονισμού των σχεδίων για τα Στενά.
Στο βάθος, η πρωτοβουλία για τον Ορμούζ θυμίζει την «Συμμαχία των Προθύμων» για την ασφάλεια της μεταπολεμικής Ουκρανίας: ένα σύνθετο σχήμα υπό βρετανογαλλική ηγεσία, με δεκάδες εταίρους, που όμως εξαρτάται από το πότε και αν θα σιγήσουν τα όπλα. Διπλωμάτες εκφράζουν αμφιβολίες αν τα σχέδια για την Ουκρανία θα υλοποιηθούν, λόγω της σθεναρής αντίθεσης του Βλαντιμίρ Πούτιν σε δυτική στρατιωτική παρουσία επί του εδάφους, σε αντίθεση με την, θεωρητικά, πιο ρεαλιστική αποστολή στα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με τους New York Times.
Κι όμως, παρά τις κατηγορίες ότι «όλα γίνονται για το θεαθήναι», πρώην υπουργοί και έμπειροι διπλωμάτες βλέπουν στις συζητήσεις για το Ιράν κάτι βαθύτερο: μια Ευρώπη που, μέσα από σφάλματα και αντιφάσεις, μαθαίνει πώς να λειτουργεί σε έναν κόσμο όπου δεν μπορεί πια να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική ομπρέλα ασφάλειας. Στο τέλος της ημέρας, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά μια πρώην Ισπανίδα ΥΠΕΞ, το ζητούμενο για τους Ευρωπαίους παραμένει το ίδιο: πώς θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ – και πώς θα ανοίξουν, ταυτόχρονα, έναν δρόμο για μια πιο αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατηγική στον σκληρό γεωπολιτικό ανταγωνισμό με το Ιράν και τις μεγάλες δυνάμεις.