Αντιμέτωπη με μια συνολική πολιτική και θεσμική ανατροπή βρίσκεται η Ουγγαρία, καθώς ο Πέτερ Μάγιαρ επιχειρεί να ξηλώσει ένα βαθιά διαβρωμένο και σαθρό σύστημα εξουσίας που οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της 16ετούς διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν. Με σαφείς αιχμές για ένα πλέγμα πολιτικής και οικονομικής διαπλοκής, ο Μάγιαρ δηλώνει αποφασισμένος να φτάσει μέχρι τέλους, επιδιώκοντας όχι μόνο την αποκάλυψη των υποθέσεων, αλλά και την απόδοση ποινικών ευθυνών σε όσους εμπλέκονται.
Η πολιτική αλλαγή συνοδεύεται από μια από τις πιο φιλόδοξες δεσμεύσεις των τελευταίων ετών, καθώς ο Μάγιαρ ανακοίνωσε ότι θα διερευνήσει σε βάθος όλες τις ύποπτες υποθέσεις που εκτείνονται σε ολόκληρη την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν. Ο ίδιος έχει κάνει λόγο για ένα σύστημα που λειτούργησε προς όφελος ενός στενού κύκλου οικονομικών παραγόντων, ενώ διεθνή μέσα όπως οι Times, το Associated Press και η Washington Post έχουν ήδη συνδέσει τη φθορά της προηγούμενης κυβέρνησης με κατηγορίες περί εκτεταμένης διαφθοράς και ευνοιοκρατίας.

Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται και ο ενεργειακός τομέας, όπου οι στρατηγικές επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η στροφή προς τον αγωγό TurkStream μέσω Σερβίας, παρακάμπτοντας την Ουκρανία, χαρακτηρίστηκε από αναλυτές ως πολιτική απόφαση με σαφείς γεωπολιτικές προεκτάσεις. Το ζήτημα απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη ένταση όταν, σύμφωνα με το Reuters, εντοπίστηκαν εκρηκτικά κοντά σε ενεργειακές υποδομές που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη διαδρομή, ενώ αναλύσεις στον Guardian έκαναν λόγο ακόμα και για πιθανή γεωπολιτική προβοκάτσια. Τα γεγονότα αυτά ενίσχυσαν τις υποψίες ότι ο ενεργειακός τομέας δεν λειτουργούσε αποκλειστικά με οικονομικά κριτήρια αλλά και με έντονη πολιτική διάσταση.
Παράλληλα, η εντυπωσιακή άνοδος επιχειρηματιών με στενές σχέσεις με την εξουσία, όπως ο Λόριντς Μεσάρος, αποτελεί κεντρικό αντικείμενο έρευνας. Από τεχνικός φυσικού αερίου εξελίχθηκε στον πλουσιότερο άνθρωπο της χώρας, ενώ, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, ο ίδιος και άλλοι επιχειρηματίες του ίδιου κύκλου εξασφάλισαν δισεκατομμύρια ευρώ σε κρατικές συμβάσεις μετά το 2010, επεκτείνοντας τη δραστηριότητά τους σε στρατηγικούς τομείς όπως οι υποδομές και η ενέργεια.
Οι ανησυχίες ενισχύονται από στοιχεία που δείχνουν ότι σε πολλούς διαγωνισμούς, ιδιαίτερα σε τομείς υψηλής αξίας, υπήρχε περιορισμένος ή και ανύπαρκτος ανταγωνισμός. Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αναλύσεις που επικαλούνται οι Financial Times καταγράφουν ότι πολιτικά συνδεδεμένες εταιρείες είχαν έως και τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν συμβάσεις, ενώ αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό διαγωνισμών με έναν μόνο συμμετέχοντα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι αναφορές για τον τρόπο χρηματοδότησης μεγάλων έργων. Διεθνείς αναλύσεις επισημαίνουν ότι επιχειρηματίες που συνδέονται με το περιβάλλον Όρμπαν, όπως ο Ίστβαν Τίμπορτς, αναπτύχθηκαν μέσω συνδυασμού κρατικών συμφωνιών και χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα που σχετίζονται με το κράτος, ενώ θεσμικές εκθέσεις κάνουν λόγο για «ολιγαρχικά δίκτυα» όπου η πρόσβαση σε πόρους συγκεντρώνεται στα ίδια πρόσωπα.
Το σύστημα δημοσίων συμβάσεων και η διαπλοκή εξουσίας – επιχειρηματιών
Η έρευνα επεκτείνεται και σε ένα ευρύτερο σύστημα δημοσίων συμβάσεων, το οποίο φαίνεται να ευνόησε συστηματικά έναν περιορισμένο κύκλο επιχειρηματιών. Σε σχεδόν 350.000 διαγωνισμούς, το 14% των κρατικών κονδυλίων κατευθύνθηκε σε 42 εταιρείες που συνδέονται με 13 πρόσωπα κοντά στην κυβέρνηση, έναντι μόλις 1% πριν από το 2010.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Λάζλο Σιί και της εταιρείας Duna Aszfalt (εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα κατασκευής αυτοκινητοδρόμων και γεφυρών), η οποία εξασφάλισε συμβάσεις ύψους 7,9 δισ. ευρώ μετά την άνοδο του Όρμπαν στην εξουσία, έναντι μόλις 247 εκατ. ευρώ την προηγούμενη πενταετία.

Η δομή αυτή, που ο ίδιος ο Όρμπαν έχει περιγράψει ως «Σύστημα Εθνικής Συνεργασίας», χαρακτηρίζεται από επικριτές ως μοντέλο ευνοιοκρατίας, ενώ ο οικονομολόγος Ίστβαν Γιάνος Τοτ το έχει χαρακτηρίσει «κλεπτοκρατία», επισημαίνοντας την αδυναμία των θεσμών και τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.
Θεσμική κρίση και απαιτήσεις για αποκατάσταση του κράτους δικαίου
Η πολιτική σύγκρουση δεν περιορίζεται στην οικονομία, αλλά επεκτείνεται ευθέως στους θεσμούς. Ο Πέτερ Μάγιαρ ζήτησε την παραίτηση του προέδρου της Δημοκρατίας, Ταμάς Σούλιοκ, τονίζοντας ότι ο ουγγρικός λαός «ψήφισε για αλλαγή συστήματος, όχι απλώς για αλλαγή κυβέρνησης». Όπως δήλωσε, ο πρόεδρος «είναι ανάξιος και ακατάλληλος να είναι ο εγγυητής του κράτους δικαίου» και κάλεσε τον ίδιο να αποχωρήσει οικειοθελώς, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα απομεινάρια της δημοκρατικής τάξης. Προειδοποίησε μάλιστα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αξιοποιήσει τη λαϊκή εντολή για την απομάκρυνσή του, κάνοντας λόγο για ένα ευρύτερο σύστημα «μαριονετών».
Στο ίδιο πλαίσιο, κάλεσε ανώτατους δικαστικούς και τον γενικό εισαγγελέα να παραιτηθούν, κατηγορώντας τους ότι δεν λειτούργησαν με θεσμική ανεξαρτησία, ενώ έθεσε ως στόχο την «αποκατάσταση της χώρας» και την επαναφορά της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών.
Παράλληλα, δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με ταυτόχρονη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Από την πλευρά της, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε επικοινωνία με τον Μάγιαρ εξέφρασε αισιοδοξία για την επανεκκίνηση των σχέσεων, σημειώνοντας ότι η συνεργασία θα ξεκινήσει άμεσα προς όφελος του ουγγρικού λαού.

Ευρωπαϊκές έρευνες και το κόστος της διαφθοράς
Οι ανησυχίες για το σύστημα διακυβέρνησης οδήγησαν και σε σοβαρές συγκρούσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υπόθεση της εταιρείας φωτισμού Elios, που συνδέεται με τον Ίστβαν Τίμπορτς, αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, καθώς σύμφωνα με έρευνες εντοπίστηκαν παραβιάσεις σε έργα που χρηματοδοτήθηκαν από ευρωπαϊκά κονδύλια, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η επιστροφή περίπου 43 εκατ. ευρώ.
Το ζήτημα της διαφθοράς συνέβαλε και στο πάγωμα περίπου 27 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων προς την Ουγγαρία το 2022, εκ των οποίων περίπου 18 δισ. ευρώ παραμένουν δεσμευμένα, λόγω ανησυχιών για τη διαφάνεια και τη λειτουργία των θεσμών.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραμάτισε και η δημοσιοποίηση ηχογράφησης από τον Μάγιαρ, στην οποία γίνεται λόγος για παρέμβαση σε υπόθεση διαφθοράς από πρόσωπα κοντά στην εξουσία, γεγονός που προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις και ενίσχυσε την αμφισβήτηση απέναντι στο κυβερνητικό σύστημα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρωτοβουλία του Μάγιαρ αποκτά χαρακτήρα συνολικής ρήξης με το προηγούμενο μοντέλο εξουσίας. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει και ένα κρίσιμο πολιτικό συμπέρασμα: η πολυετής κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν φαίνεται να συνοδεύτηκε από την πεποίθηση ότι το σύστημα αυτό θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αόριστον, μια εκτίμηση που πλέον αμφισβητείται στην πράξη, καθώς το ίδιο το οικοδόμημα εξουσίας τίθεται υπό καθολικό έλεγχο.
Η δέσμευση για πλήρη διερεύνηση των υποθέσεων αποτελεί πλέον κρίσιμη δοκιμασία για το αν η Ουγγαρία μπορεί να περάσει σε μια νέα εποχή διαφάνειας, λογοδοσίας και θεσμικής αποκατάστασης.