Οι αποχές της Ρωσίας και της Κίνας και το γεγονός ότι δεν άσκησαν βέτο στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 11 Μαρτίου που καταδίκαζε το Ιράν έχουν τη σημασία τους για τον ρόλο που διαδραματίζουν αυτές οι δύο χώρες στη ροή των εξελίξεων και μέσα από τον διεθνή οργανισμό.

Ειδικά η Μόσχα έχει κινηθεί πολύ προσεκτικά. Αποφεύγοντας να εγκρίνει ιρανικά πλήγματα σε στόχους που συνδέονται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στον Κόλπο, Ρώσοι αξιωματούχοι τόνισαν επανειλημμένα ότι το κεντρικό ζήτημα παραμένει η αμερικανοϊσραηλινή επιθετικότητα – και ότι η κριτική προς το Ιράν δεν πρέπει να την επισκιάζει. Ο υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, αποτύπωσε αυτή την ισορροπία στις 5 Μαρτίου, κατά τη διάρκεια στρογγυλής τράπεζας πρέσβεων για την κρίση στην Ουκρανία. Αν και αντιτάχθηκε σε ιρανικά πλήγματα κατά κρατών του Κόλπου και αμφισβήτησε τη στρατιωτική τους αποτελεσματικότητα, προειδοποίησε ότι «το να λέμε απλώς ότι το Ιράν δεν έχει δικαίωμα να κάνει τίποτα ισοδυναμεί με το να ενθαρρύνουμε ανοιχτά τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να συνεχίσουν αυτό που κάνουν». Αυτή η στάση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τον κρίσιμο ρόλο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στη διευκόλυνση της διακίνησης κεφαλαίων για τη Ρωσία υπό δυτικές κυρώσεις.

Η δημόσια στάση της Ρωσίας ήταν έντονη και αναμενόμενη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για δύο λόγους. Πρώτον, σχετίζεται με το νομικό καθεστώς της Κασπίας Θάλασσας. Σε αντίθεση με άλλα υδάτινα σώματα, η Κασπία δεν υπάγεται στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η διακυβέρνησή της καθορίζεται από τη Σύμβαση του 2018 για το Νομικό Καθεστώς της Κασπίας Θάλασσας, που συμφωνήθηκε από τα πέντε παράκτια κράτη.

Σύμφωνα με αυτό το πλαίσιο, όλες οι αποφάσεις σχετικά με την Κασπία πρέπει να λαμβάνονται από κοινού από τα πέντε παράκτια κράτη – Ρωσία, Ιράν, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν και Τουρκμενιστάν. Μη παράκτια κράτη απαγορεύεται να διατηρούν στρατιωτική παρουσία, ενώ τα παράκτια κράτη δεν μπορούν να επιτρέπουν τη χρήση του εδάφους τους για επιθέσεις μεταξύ τους. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αποτελεί κοινή ευθύνη.

Το πλήγμα στο λιμάνι Μπαντάρ Ανζαλί σχετίζεται άμεσα με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και δημιουργεί ευθύνη για όλα τα παράκτια κράτη. Ωστόσο, πέρα από τη Ρωσία και το Ιράν, κανένα άλλο δεν αντέδρασε, μια σιωπή που έχει τη δική της σημασία.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι πιο απλός: η γεωγραφία. Η Κασπία αποτελεί τον κύριο εμπορικό διάδρομο μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, και το Μπαντάρ Ανζαλί είναι ένας από τους βασικούς κόμβους του.

Το εμπόριο αυτό δεν περιορίζεται σε πολιτικά αγαθά. Από την υπογραφή της συνολικής συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας στις 17 Ιανουαρίου 2025, θεωρείται ευρέως ότι μέσω αυτής της διαδρομής μεταφέρονται και στρατιωτικά υλικά.

Η συμφωνία υπογράφηκε στη Μόσχα από τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Ιρανό πρόεδρο, Μασούντ Πεζεσκιάν, εγκρίθηκε από τη ρωσική Δούμα, υπογράφηκε από τον Πούτιν, εγκρίθηκε από το ιρανικό κοινοβούλιο και τέθηκε σε ισχύ στις 2 Οκτωβρίου 2025. Ξένοι αναλυτές λένε ότι δεν πρόκειται για δεσμευτική αμυντική συμμαχία αλλά για δήλωση στρατηγικής πρόθεσης. Το κατώφλι στρατιωτικής υποστήριξης της Ρωσίας εξαρτάται από το νομικό πλαίσιο, ειδικά από το αν μια ενέργεια θεωρείται «επιθετικότητα». Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει απορρίψει ρυθμίσεις που θα επέτρεπαν ξένη στρατιωτική παρουσία στο έδαφός του. Ωστόσο, η συμφωνία δεν είναι απλώς συμβολική. Προβλέπει εκτεταμένη συνεργασία στην άμυνα, την ασφάλεια και τις πληροφορίες, και δεσμεύει ρητά τα δύο μέρη να αντιμετωπίζουν παρεμβάσεις τρίτων στην Κασπία, την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και τη Δυτική Ασία.

Τα άρθρα 4, 5 και 6 καθορίζουν το πλαίσιο στρατιωτικής και ασφαλείας συνεργασίας, ενώ άλλα άρθρα θεσμοθετούν ειδικά την ανταλλαγή πληροφοριών, τη μεταφορά εμπειρίας και τον επιχειρησιακό συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών των δύο χωρών.

Από το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, οι διεθνείς συγκρούσεις αντιμετωπίζονται με έναν από δύο τρόπους: συλλογικά – μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ή μονομερώς, συχνά μέσω των λεγόμενων «συνασπισμών των προθύμων».

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μετά, παγκόσμιες υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία έχουν συχνά επιδιώξει μεθόδους που εξυπηρετούν τα εθνικά τους συμφέροντα για αλλαγή καθεστώτων ή για τη διαμόρφωση γεωπολιτικών ισορροπιών ισχύος.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και τώρα, αποδυναμώνοντας στην πράξη τον ουσιαστικό ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.