Μέτωπο κατά της επέκτασης των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών επί αμερικανικού εδάφους συγκροτούν τρεις κορυφαίοι Δημοκρατικοί γερουσιαστές, στέλνοντας σαφές μήνυμα στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Οι Τάμι Μπάλντγουιν, Ελίσα Σλότκιν και ο επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, ζητούν απόλυτο «μπλόκο» στην κατασκευή κινεζικών οχημάτων στις ΗΠΑ.

Η παρέμβαση των γερουσιαστών δεν είναι τυχαία. Στην επιστολή τους επικαλούνται δηλώσεις που είχε κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Ιανουάριο στο Ντιτρόιτ. Τότε, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εμφανιστεί απρόσμενα «ανοιχτός» στο ενδεχόμενο να κατασκευάσουν οι Κινέζοι εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιούν Αμερικανούς εργάτες.

Αυτή η τοποθέτηση προκάλεσε την αντίδραση των Δημοκρατικών, οι οποίοι θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε «κερκόπορτα» για την κινεζική επιρροή στην καρδιά της αμερικανικής βιομηχανίας. Οι γερουσιαστές δεν περιορίζονται μόνο στα εργοστάσια εντός των ΗΠΑ. Ζητούν από τον Τραμπ:

  • Να αποτρέψει τις εισαγωγές κινεζικών αυτοκινήτων που συναρμολογούνται σε γειτονικές χώρες, όπως το Μεξικό και ο Καναδάς.
  • Να θωρακίσει την εγχώρια παραγωγή από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σύμφωνα με τους γερουσιαστές, η Κίνα χρησιμοποιεί τις γειτονικές χώρες ως «ενδιάμεσους σταθμούς» για να παρακάμψει τους δασμούς και να πλημμυρίσει την αμερικανική αγορά με φθηνά οχήματα, θέτοντας σε κίνδυνο χιλιάδες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ.

Η πίεση προς τον Λευκό Οίκο κορυφώνεται, με το ζήτημα της αυτοκινητοβιομηχανίας να αναδεικνύεται σε κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης για το 2026, την ώρα που ο οικονομικός πόλεμος Ουάσινγκτον και Πεκίνου καλά κρατεί.

«Πρέπει να έχουμε σαφή εικόνα ότι η πρόσκληση προς τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Κίνας να εγκατασταθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες θα τους παρείχε ένα ανυπέρβλητο οικονομικό πλεονέκτημα, που θα ήταν αδύνατο να ξεπεράσουν οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, και θα πυροδοτούσε μια κρίση εθνικής ασφάλειας που δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιστραφεί», αναφέρουν οι γερουσιαστές σε επιστολή τους προς τον Τραμπ, την οποία μετέδωσε πρώτο το Reuters, όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.