Η απαίτηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να στείλει η Κίνα πολεμικά πλοία στα στενά του Ορμούζ δεν πρόκειται να γίνει δεκτή, όμως άνοιξε ένα ευαίσθητο μέτωπο για το Πεκίνο: μέχρι πού είναι έτοιμος ο Σι Τζινπίνγκ να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να διαμορφώσει τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η Κίνα δεν έχει εμπλακεί σε μεγάλο πόλεμο εδώ και σχεδόν μισό αιώνα και, παρά τη θεαματική ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού της, δεν διαθέτει ακόμη την ικανότητα – ούτε τη βούληση – να προβάλει παγκόσμια ισχύ στον βαθμό των ΗΠΑ. Ωστόσο, όσο ο Τραμπ αποδομεί το μεταπολεμικό «κανόνα δικαίου» που οικοδόμησε η Δύση, στο Πεκίνο ωριμάζει μια σιωπηρή συζήτηση για μια πιο διεκδικητική Κίνα, που θα υπερασπίζεται ενεργά τα συμφέροντά της στο εξωτερικό.
Οι αντιδράσεις της κινεζικής ελίτ στην πρόταση Τραμπ είναι αποκαλυπτικές. Επικεφαλής ακαδημαϊκών κέντρων, όπως ο Γου Σινμπό του Πανεπιστημίου Φουντάν, προειδοποιούν ότι ένα κινεζικό ναυτικό αποσπασμα στα στενά θα γινόταν στόχος σε έναν πόλεμο που «ξεκίνησε η Ουάσινγκτον και δεν μπορεί να τελειώσει», ενώ το Πεκίνο θα ρισκάρει να βρεθεί μπλεγμένο σε ένα χάος που δεν ελέγχει. Το μήνυμά τους είναι σαφές: ο Σι Τζινπίνγκ δεν έχει κανένα κίνητρο να σηκώσει το βάρος μιας αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Ιράν που μπορεί να εκτροχιαστεί ανά πάσα στιγμή, ιδίως όταν ακόμη και σύμμαχοι της Ουάσινγκτον αποφεύγουν να στείλουν πλοία. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιοι κύκλοι αναγνωρίζουν ότι η στρατηγική αναταραχή που προκαλεί ο αμερικανός πρόεδρος δημιουργεί για την Κίνα μια ιστορική ευκαιρία να επανασχεδιάσει την παγκόσμια αρχιτεκτονική ισχύος προς όφελός της.
Κίνα, Σι Τζινπίνγκ και «χρυσός κανόνας» μη επέμβασης
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του διλήμματος για τον Σι Τζινπίνγκ: να παραμείνει πιστός στον «χρυσό κανόνα» της μη επέμβασης, που από το 1955 διαφοροποιεί την Κίνα από τις μεγάλες αποικιακές δυνάμεις, ή να περάσει σε μια φάση «ενεργητικής παρέμβασης» όταν απειλούνται τα εκτεταμένα συμφέροντά της στο εξωτερικό. Ο επιφανής πολιτικός επιστήμονας Τζενγκ Γιονγκνιάν ζητά ήδη επείγουσα αναθεώρηση της παραδοσιακής γραμμής, επιμένοντας ότι το Πεκίνο δεν πρέπει να επιδιώκει αλλαγές καθεστώτων ή «έγχρωμες επαναστάσεις», αλλά οφείλει να αντιδρά δυναμικά όταν βλέπει να θίγονται ζωτικά κινεζικά συμφέροντα σε κρίσιμες περιοχές, όπως ο Παναμάς ή η Μέση Ανατολή. Στο ίδιο μήκος κύματος, άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν πως η Κίνα πρέπει να εξοικειωθεί με την προβολή σκληρής ισχύος – αν όχι στα στενά του Ορμούζ σήμερα, τότε αύριο σε άλλα στρατηγικά περάσματα από τα οποία περνούν το πετρέλαιο και τα εμπορεύματά της.
Στο πεδίο, βέβαια, η εικόνα της «συγκρατημένης» Κίνας είναι πολύ πιο γκρίζα για τους γείτονές της. Η κυβέρνηση Σι έχει στρατιωτικοποιήσει τεχνητά νησιά και υφάλους στη Νότια Σινική Θάλασσα, έχει συγκρουστεί θανατηφόρα με την Ινδία στα Ιμαλάια και στέλνει σχεδόν καθημερινά πολεμικά αεροσκάφη για να παρενοχλούν την Ταϊβάν, δοκιμάζοντας τα αντανακλαστικά της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και του Βιετνάμ. Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα αποφεύγει προσεκτικά να δεσμευτεί σε σχήματα αμοιβαίας άμυνας στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, ακόμη και με στενούς εταίρους όπως το Ιράν ή η Βενεζουέλα, όπου προτίμησε να παραμείνει θεατής όταν η Ουάσινγκτον ανέτρεψε τον Νικολάς Μαδούρο και δολοφόνησε τον ανώτατο ηγέτη της Τεχεράνης. Έτσι, ο Σι επιχειρεί μια λεπτή ισορροπία: στρατιωτικά επιθετικός στην «γειτονιά» της Ανατολικής Ασίας, αλλά διεθνώς προσεκτικός ώστε να μην εγκλωβιστεί σε πολέμους φθοράς τύπου Ιράκ.
Κίνα, Σι Τζινπίνγκ και η παγκόσμια οικονομική λαβή
Αντί για τανκς, η Κίνα έχει επιλέξει μέχρι τώρα να διαμορφώνει τον κόσμο με το πορτοφόλι της. Με επενδύσεις και έργα υποδομών άνω των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με το China Global Investment Tracker, και δεκάδες δισεκατομμύρια σε Βραζιλία, Περού και Χιλή, το Πεκίνο έχει απλώσει ένα πυκνό οικονομικό αποτύπωμα από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Λατινική Αμερική. Παράλληλα, κινεζικές κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες ελέγχουν ή διαχειρίζονται τερματικούς σταθμούς σε κρίσιμα λιμάνια παγκοσμίως, από τον Πειραιά, έναν από τους 50 πιο πολυσύχναστους λιμένες, μέχρι το Τζιμπουτί στην Αφρική, τη Δαρβίνο στην Αυστραλία και δύο λιμάνια στη Διώρυγα του Παναμά που έχουν ήδη γίνει «κόκκινο πανί» για την Ουάσινγκτον. Το λιμάνι του Λέκι στη Νιγηρία και ο νέος τερματικός στο Τσάνκαϊ του Περού είναι ενδεικτικά παραδείγματα του πώς το Πεκίνο χτίζει εμπορικούς κόμβους που μεταφράζονται σε μακροχρόνια πολιτική και στρατηγική επιρροή.
Η ίδια λογική εξηγεί γιατί το Πεκίνο κάθεται σήμερα «στην κερκίδα» κοιτάζοντας τις ΗΠΑ να βυθίζονται ξανά στη Μέση Ανατολή. Η Κίνα είναι ο πιο εξαρτημένος εισαγωγέας πετρελαίου που περνά από τα στενά του Ορμούζ, ωστόσο προτιμά να αφήσει το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό να ασφαλίζει τις θαλάσσιες οδούς, ενώ εκείνη παρουσιάζεται ως «υπεύθυνη δύναμη» που καταδικάζει τις επιθέσεις και καλεί σε διπλωματικές λύσεις. Επιφανείς Κινέζοι αναλυτές, όπως ο Σεν Ντινγκλί, υπενθυμίζουν ότι η ίδια η οικονομική άνοδος της Κίνας οικοδομήθηκε πάνω στο σύστημα ανοιχτών αγορών, παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και ναυτικών διαδρομών που φύλαγε η Δύση, ένα σύστημα που σήμερα ο Τραμπ υποσκάπτει, ανοίγοντας για το Πεκίνο ένα νέο «παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας». Δεν είναι τυχαίο ότι ο αναλυτής Λι Γουεϊτζιάν θυμίζει το 20ετές διάλειμμα που πρόσφερε στην Κίνα ο πόλεμος στο Ιράκ, επιτρέποντάς της να αναπτυχθεί χωρίς το αμερικανικό βλέμμα καρφωμένο στην Ασία, και αναρωτιέται αν ο Λευκός Οίκος θα κάνει το ίδιο λάθος δεύτερη φορά.
Κίνα, Σι Τζινπίνγκ και η «σιωπηλή» στρατιωτικοποίηση
Παρά τα παραπάνω, κανείς στο Πεκίνο δεν κρύβει ότι η εποχή της απόλυτης στρατηγικής αυτοσυγκράτησης τελειώνει. Η πρώτη υπερπόντια κινεζική βάση στο Τζιμπουτί, που άνοιξε το 2017, παραμένει επισήμως ένα «χαμηλών τόνων» φυλάκιο για αποστολές κατά της πειρατείας και συνεκπαιδεύσεις, όμως για τους στρατιωτικούς σχεδιαστές της Δύσης αποτελεί το πιο καθαρό σημάδι ότι η Κίνα δοκιμάζει την παρουσία της ως παγκόσμια ναυτική δύναμη. Οι διαδοχικές περιπολίες κινεζικών πολεμικών που εναλλάσσονται εκεί στέλνουν ένα μήνυμα ότι, όταν η οικονομική διείσδυση φτάνει σε ένα κρίσιμο σημείο, ακολουθεί και η στρατιωτική προστασία, έστω και σε «δοκιμαστική» κλίμακα, σύμφωνα με το Bloomberg.
Για την ώρα, η προτεραιότητα του Σι είναι επικοινωνιακή. Ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι παρουσιάζει την Κίνα ως πυλώνα σταθερότητας απέναντι στον «μονομερή εκφοβισμό» των ΗΠΑ, ενώ Πεκίνο και κρατικά ΜΜΕ εκμεταλλεύονται τις αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές στο Ιράν για να ενισχύσουν το αφήγημα ότι η Ουάσινγκτον καταπατά την κυριαρχία κρατών και αποσταθεροποιεί τον πλανήτη. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση Τραμπ για κινεζικά πολεμικά στα στενά του Ορμούζ λειτουργεί σαν επιταχυντής μιας εσωτερικής συζήτησης που βράζει: αν η Κίνα είναι όντως έτοιμη να γίνει η «επόμενη υπερδύναμη», μπορεί να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τη μη επέμβαση ή θα χρειαστεί να αναλάβει τα ρίσκα της σκληρής ισχύος που σήμερα καταγγέλλει; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο τη μοίρα της Μέσης Ανατολής ή της Ταϊβάν, αλλά και τη μορφή του παγκόσμιου συστήματος ισχύος στην μετά–Τραμπ εποχή.