Για το τετ α τετ του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη με τους αγρότες στις 13/1 μίλησε το πρωί του Σαββάτου ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Θανάσης Κοντογεώργης, Τονίζοντας πως «ο διάλογος είναι θετικό βήμα» σημείωσε πως στόχος είναι η αποκλιμάκωση των κινητοποίησεων.

Μιλώντας στο ΕΡΤnews και την εκπομπή «Σαββατοκύριακο από τις 5» δήλωσε πως «η κυβέρνηση προσέρχεται στον διάλογο με τους αγρότες με συγκεκριμένα μέτρα στο τραπέζι και με στόχο την αποκλιμάκωση των κινητοποιήσεων και την εξεύρεση λύσεων για τον πρωτογενή τομέα».

Όπως σημείωσε, η συνάντηση κρίθηκε αναγκαία, καθώς «δεν μπορούσε να συνεχιστεί μια τακτική χωρίς πλαίσιο διεκδίκησης», ενώ τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη φτάσει «μέχρι εκεί που μπορούσε», παρότι αναγνώρισε ότι τα μέτρα δεν ικανοποιούν πλήρως όλα τα αιτήματα των αγροτών.

Ο κ. Κοντογεώργης υπενθύμισε πως η κυβέρνηση έθεσε ως προϋποθέσεις τη συλλογική και αναλογική εκπροσώπηση όλων των μπλόκων και το άνοιγμα των δρόμων, επισημαίνοντας ότι καταγράφεται ήδη αποκλιμάκωση και ότι εντός της ημέρας αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαδικασία συγκρότησης της αγροτικής επιτροπής στα Μάλγαρα, ενώ πρόσθεσε πως «δεν θέλω να προδικάσω, ούτε να μιλήσω για ένα αρνητικό σενάριο για το τι θα γίνει μετά».

Παράλληλα, σημείωσε ότι βασική προτεραιότητα έως το τέλος του έτους ήταν οι πληρωμές προς τους αγρότες, οι οποίες – όπως αναφέρθηκε – ήταν αυξημένες σε σχέση με πέρυσι, αλλά και ο δεύτερος κύκλος ενισχύσεων το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ύψους 160 εκατ. ευρώ, για βαμβάκι, σιτάρι και κτηνοτρόφους.

Εστιάζοντας στο αγροτικό ρεύμα, τόνισε ότι το τιμολόγιο των 8,5 λεπτών/kWh καλύπτει περίπου το 90% των αγροτών, καθώς από τις 170.000 αγροτικές παροχές:

  • 88% δεν έχουν καμία οφειλή και είναι ενταγμένοι στο ευνοϊκό τιμολόγιο, περίπου 10% έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές και πληρώνουν 10,5 λεπτά/kWh, 3% παραμένουν εκτός τιμολογίου.

Σε ό,τι αφορά το αγροτικό πετρέλαιο, υπογράμμισε ότι «το 2016 καταργήθηκε η επιστροφή, το 2022 επανήλθε στο 50%, το 2025 έφτασε στο 100%, ενώ φέτος εφαρμόζεται πλαφόν 150%, με ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής του αλγορίθμου ανά καλλιέργεια».

Για τη συμφωνία Mercosur

Αναφερόμενος στη συμφωνία ΕΕ – Mercosur, ο κ. Κοντογεώργης υπογράμμισε πως «κάθε τι καινούργιο γεννά ανησυχία», υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η μεγάλη εικόνα αφορά την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης και τη μείωση της εξάρτησής της από αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα.

Όπως είπε, η συμφωνία ανοίγει μια αγορά περίπου 300 εκατομμυρίων καταναλωτών σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη, δημιουργώντας νέες δυνατότητες για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τα αγροτικά προϊόντα.

Παράλληλα, τόνισε ότι έχουν προβλεφθεί δικλείδες ασφαλείας, όπως:

  • προστασία για ελληνικά προϊόντα και προϊόντα ΠΟΠ, ενεργοποίηση μηχανισμών δασμών σε περιπτώσεις απότομων διακυμάνσεων, όπως αύξηση εισαγωγών άνω του 5% ή σημαντική πτώση των τιμών εισαγόμενων προϊόντων.

«Δεν πρέπει να φοβούνται οι αγρότες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η συμφωνία να υλοποιηθεί με τρόπο που να ενισχύει την εξωστρέφεια, να στηρίζει επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό και να δημιουργεί ευκαιρίες και για νέους αγρότες.

«Για την κυβέρνηση, ο πρωτογενής τομέας αποτελεί προτεραιότητα, καθώς συνδέεται άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας», σημείωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλώντας στο ΕΡΤnews.

Παράλληλα, αναγνώρισε ότι υπάρχει κρίση με μερίδα του αγροτικού κόσμου, επαναλαμβάνοντας ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις αφορούν το σύνολο των αγροτών και έχουν στόχο την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, η οποία –όπως ανέφερε– είχε διαταραχθεί και λόγω της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ. Από το 2026, με το νέο σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων, «θα υπάρχει δικαιοσύνη στον αγροτικό κόσμο».

Επιβεβαίωσε δε ότι εντός Ιανουαρίου θα ξεκινήσει στη Βουλή ευρύτερος διάλογος για τον πρωτογενή τομέα, ενόψει της νέας ΚΑΠ, με στόχο τη χάραξη οδικού χάρτη για τα επόμενα χρόνια.

Για τις νέες αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας Αναφορά έγινε και στις αυξήσεις των ασφαλίστρων υγείας. Όπως επισημάνθηκε, από το 2026 θα εφαρμοστεί νέος δείκτης, που θα ανακοινώνεται από την ΕΛΣΤΑΤ, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό νοσοκομειακό κόστος, τη διαφάνεια στις τιμολογήσεις ιδιωτικών θεραπευτηρίων, την κεφαλαιακή επάρκεια των ασφαλιστικών εταιρειών.

Στόχος, όπως τονίστηκε, είναι ένας πιο ορθολογικός μηχανισμός αναπροσαρμογών, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασφαλισμένων.

Οι πολιτικές εξελίξεις και οι επόμενες προτεραιότητες

Αναφερόμενος στις πιθανές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και στα σενάρια δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών, ο υπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν ανησυχεί από τις εξελίξεις και παρακολουθεί τις κινήσεις που καταγράφονται στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Ειδικότερα, για τη Μαρία Καρυστιανού, σημείωσε ότι για πολλούς θα παραμένει πρωτίστως «ένας άνθρωπος που κουβαλά μια τεράστια προσωπική απώλεια». Όπως ανέφερε, εφόσον αποφασίσει να προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, αυτό συνιστά ένα τελείως διαφορετικό πεδίο, το οποίο θα κριθεί πολιτικά όταν ξεκινήσει η ουσιαστική συζήτηση και παρουσιαστούν συγκεκριμένες θέσεις και πρόσθεσε ότι η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να διεξαχθεί σε δημοκρατικό πλαίσιο και σε κόσμιους τόνους, διευκρινίζοντας ότι προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω σχολιασμού.

Επίσης, έκανε λόγο για πολιτικούς χώρους και σχηματισμούς που, όπως είπε, «επένδυσαν σε τοξικό λόγο και υιοθέτησαν άκριτα θεωρίες το προηγούμενο διάστημα», σημειώνοντας ότι σήμερα είναι εκείνοι που εμφανίζονται θιγόμενοι, με αποτέλεσμα να καταγράφονται σχόλια, υπονοούμενα και έντονη αρθρογραφία. «Η κυβέρνηση δεν επένδυσε σε αυτή τη λογική και δεν πρόκειται να προσχωρήσει σε κανένα κλίμα τοξικότητας», υπογράμμισε.

Σε ερώτηση για την κριτική που ασκείται μετά τις τοποθετήσεις της κυρίας Καρυστιανού απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, ο υπουργός επανέλαβε ότι πρόκειται για προσωπική της επιλογή και τακτική, επισημαίνοντας ότι δεν χρειάζεται να αποδίδονται κίνητρα ή να συνδέονται υποθέσεις, πριν ξεκαθαρίσει πλήρως το πολιτικό της στίγμα.

Για τον Αλέξη Τσίπρα και άλλες πιθανές πολιτικές κινήσεις, σημείωσε ότι επικρατεί στάση αναμονής, τονίζοντας πως πρόκειται για εξελίξεις που προφανώς παρακολουθεί η κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να αποτελούν αυτή τη στιγμή αντικείμενο περαιτέρω σχολιασμού.