Στον «αέρα» παραμένει η φορολογική αντιμετώπιση των κερδών από κρυπτονομίσματα, με τους επενδυτές να πληρώνουν στην πράξη το τίμημα του νομοθετικού κενού που εξακολουθεί να υπάρχει. Την ώρα που οι συναλλαγές με crypto βρίσκονται σε ανοδική τροχιά, η εφορία δεν διαθέτει ακόμη ένα σαφές πλαίσιο για τη φορολόγηση των κερδών των ιδιωτών αλλά και για τη δυνατότητα αξιοποίησής τους για την κάλυψη τεκμηρίων.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται σε απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία απέρριψε προσφυγή φορολογούμενου στον οποίο το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής δεν αναγνώρισε ποσό 620.323,34 ευρώ από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων. Το ποσό είχε δηλωθεί στον κωδικό 659 του εντύπου Ε1, προκειμένου να ληφθεί υπόψη κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης.

Η φορολογική διοίκηση έκρινε ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν αποτελεί εισόδημα που φορολογείται με ειδικό τρόπο ούτε εισόδημα το οποίο απαλλάσσεται ρητά από τον φόρο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δηλωθεί στον συγκεκριμένο κωδικό. Η υπόθεση φέρνει ξανά στην επιφάνεια το κενό που υπάρχει στη φορολογική μεταχείριση των κερδών ενός ιδιώτη από την πώληση κρυπτονομισμάτων, όταν οι συναλλαγές του δεν έχουν επιχειρηματικό χαρακτήρα.
Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει ήδη επεξεργαστεί νέο πλαίσιο, με στόχο να μπουν συγκεκριμένοι κανόνες στη φορολόγηση και στη μεταβίβαση των crypto-assets στην Ελλάδα. Το σχετικό νομοσχέδιο, ωστόσο, δεν έχει ακόμη φτάσει στη Βουλή και μέχρι να τεθούν σε ισχύ οι νέες διατάξεις η «γκρίζα ζώνη» παραμένει.
Η απόφαση 2407/2026 της ΔΕΔ αφορά φορολογική δήλωση του 2024. Ο φορολογούμενος είχε αναγράψει στον κωδικό 659 του Ε1 ποσό 620.323,34 ευρώ, δηλώνοντας ότι προερχόταν από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων. Τα χρήματα είχαν πιστωθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό με δύο εμβάσματα. Το πρώτο, ύψους 357.643,64 ευρώ, πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιουλίου 2024 και το δεύτερο, ύψους 262.679,70 ευρώ, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

Η φορολογική διοίκηση ζήτησε δικαιολογητικά προκειμένου να τεκμηριωθεί η προέλευση των χρημάτων. Ο φορολογούμενος προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα ειδοποιητήρια των δύο εισερχόμενων εμβασμάτων καθώς και σχετική βεβαίωση εταιρείας. Τα στοιχεία, όμως, δεν ήταν αρκετά για να γίνουν δεκτά τα 620.323,34 ευρώ κατά την εκκαθάριση της δήλωσης. Το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής δεν αποδέχθηκε την αναγραφή του ποσού στον κωδικό 659, με αποτέλεσμα ο φορολογούμενος να μην μπορεί να το αξιοποιήσει μέσω του συγκεκριμένου κωδικού για την κάλυψη τεκμηρίων.
Τι έκρινε η ΔΕΔ
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έκρινε ότι ο κωδικός 659 αφορά εισοδήματα τα οποία είτε έχουν φορολογηθεί με ειδικό τρόπο είτε απαλλάσσονται ρητά από τον φόρο. Στην επίμαχη περίπτωση, σύμφωνα με τη ΔΕΔ, το ποσό που προήλθε από τη μεταβίβαση bitcoin δεν εντασσόταν σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Δεν αποδείχθηκε ότι είχε φορολογηθεί αυτοτελώς και με ειδικό τρόπο, ενώ δεν υπήρχε ρητή διάταξη που να προβλέπει την απαλλαγή του από τη φορολογία. Με αυτό το σκεπτικό, η ΔΕΔ απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογουμένου και επικύρωσε την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το φορολογικό έτος 2024.
Τι αλλάζει
Τέλος στη φορολογική ασάφεια επιχειρεί να βάλει το νέο πλαίσιο που έχει επεξεργαστεί το οικονομικό επιτελείο. Ο σχεδιασμός προβλέπει την υπαγωγή των κερδών από κρυπτονομίσματα σε φόρο υπεραξίας με συντελεστή 15%. Η φορολογητέα υπεραξία θα προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του κρυπτοστοιχείου, ενώ στον υπολογισμό θα λαμβάνονται υπόψη και οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την αγορά ή την πώλησή του.
Παράλληλα, προβλέπεται αφορολόγητο όριο υπεραξίας 500 ευρώ ετησίως, προκειμένου να μη δημιουργούνται πρόσθετες φορολογικές και γραφειοκρατικές υποχρεώσεις για πολύ μικρά ποσά. Έτσι, εφόσον τα συνολικά ετήσια κέρδη από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων δεν υπερβαίνουν τα 500 ευρώ, δεν θα επιβάλλεται φόρος. Με το νέο καθεστώς θα μπορούν να δικαιολογούν την προέλευση κεφαλαίων και να αξιοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων.
Ταυτόχρονα, τα έσοδα που προέρχονται από νόμιμες πωλήσεις κρυπτονομισμάτων θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αγορά ακινήτων, τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις ή την τοποθέτηση κεφαλαίων σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, κλείνοντας ένα από τα βασικότερα κενά που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κάτοχοι crypto στις συναλλαγές τους με την εφορία.