Η ελληνική αγορά ακινήτων αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς και τα τελευταία χρόνια ένα νέο φαινόμενο γίνεται ολοένα και πιο έντονο: τα διαμερίσματα μικραίνουν αισθητά, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η συνεχής άνοδος των τιμών στο real estate, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος κατασκευής και την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, οδηγεί όλο και περισσότερους αγοραστές σε κατοικίες με λιγότερα τετραγωνικά μέτρα.
Οι κατασκευαστές προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες της αγοράς, επιλέγοντας να δημιουργούν μικρότερα αλλά πιο λειτουργικά διαμερίσματα, τα οποία θεωρούνται πιο προσιτά οικονομικά. Έτσι, με το ίδιο διαθέσιμο budget, ένας ενδιαφερόμενος αγοραστής καταλήγει σήμερα να αποκτά σαφώς μικρότερο σπίτι σε σχέση με πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες.
Η νέα αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται και σε πρόσφατη ανάλυση της εταιρείας ReDataSet, η οποία εξετάζει την εξέλιξη των μεγεθών κατοικιών σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο Κρήτης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η τάση προς μικρότερα σπίτια δεν αποτελεί μια προσωρινή μεταβολή της αγοράς, αλλά μια σταδιακή και σταθερή αλλαγή που φαίνεται να παγιώνεται.
Στο κέντρο της Αθήνας η εικόνα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Τα νεόδμητα διαμερίσματα της περιόδου 2020-2026 κινούνται πλέον κατά μέσο όρο στα 75 τετραγωνικά μέτρα, όταν τη δεκαετία του 1990 το αντίστοιχο μέγεθος έφτανε περίπου τα 85 τετραγωνικά. Μέσα σε περίπου τριάντα χρόνια, οι κατοικίες έχασαν κατά μέσο όρο 10 τετραγωνικά μέτρα, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη πίεση που δέχεται η αγορά κατοικίας στην πρωτεύουσα.
Η συρρίκνωση των διαθέσιμων χώρων συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία αύξηση των τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο. Περιοχές του κέντρου που πριν από μερικά χρόνια θεωρούνταν οικονομικές, πλέον καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις, επηρεασμένες τόσο από την ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης όσο και από τη γενικότερη επενδυτική κινητικότητα.
Διαφορετική είναι η εικόνα στα νότια προάστια της Αθήνας, όπου οι κατοικίες εξακολουθούν να διατηρούν μεγαλύτερες επιφάνειες. Παρότι και εκεί καταγράφεται μια μικρή υποχώρηση σε σχέση με τη δεκαετία του ’90, τα νέα διαμερίσματα παραμένουν κοντά στα 95 τετραγωνικά μέτρα, όταν πριν από περίπου τριάντα χρόνια άγγιζαν τα 103 τ.μ. Η συγκεκριμένη αγορά συνεχίζει να απευθύνεται σε κοινό με υψηλότερες οικονομικές δυνατότητες, το οποίο εξακολουθεί να αναζητά μεγαλύτερους και πιο άνετους χώρους κατοικίας.
Στα βόρεια προάστια παρατηρείται μια διαφορετική δυναμική. Μετά από μια περίοδο πτώσης κατά τη δεκαετία του 2010, οι νέες κατασκευές εμφανίζουν ισχυρή ανάκαμψη μετά το 2020. Τα νέα διαμερίσματα φτάνουν πλέον περίπου τα 105 τετραγωνικά μέτρα, μέγεθος που παραπέμπει στα επίπεδα των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Η περιοχή φαίνεται να διατηρεί σταθερά τη ζήτηση για μεγαλύτερες κατοικίες, κυρίως από οικογένειες που επιλέγουν πιο ευρύχωρα σπίτια.
Στη δυτική Αθήνα, ωστόσο, η κατάσταση είναι πιο σταθεροποιημένη. Μετά την κορύφωση των προηγούμενων δεκαετιών, οι κατοικίες παραμένουν περίπου στα 58 τετραγωνικά μέτρα εδώ και χρόνια, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις. Η αγορά δείχνει να έχει προσαρμοστεί σε πιο μικρές και οικονομικές κατοικίες, οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αγοραστών της περιοχής.
Παρόμοια είναι και η εικόνα στον Πειραιά. Τα διαμερίσματα έχουν περιοριστεί από τα περίπου 89 τετραγωνικά μέτρα της δεκαετίας του ’90 στα 82 τ.μ. σήμερα. Η μείωση δεν θεωρείται δραματική, ωστόσο καταγράφει ξεκάθαρα τη νέα τάση της αγοράς προς πιο περιορισμένους χώρους.
Στη Θεσσαλονίκη, το μέσο μέγεθος των διαμερισμάτων διαμορφώνεται πλέον κοντά στα 84 τετραγωνικά μέτρα, έναντι περίπου 90 τ.μ. τη δεκαετία του 1990. Παρ’ όλα αυτά, συγκριτικά με πολύ παλαιότερες κατοικίες της δεκαετίας του ’60, οι σημερινές κατοικίες εμφανίζονται μεγαλύτερες, καθώς τότε τα περισσότερα διαμερίσματα δεν ξεπερνούσαν τα 60 τετραγωνικά μέτρα.
Αντίθετα, το Ηράκλειο Κρήτης παρουσιάζει αξιοσημείωτη σταθερότητα. Για περισσότερα από 60 χρόνια, το μέσο μέγεθος των κατοικιών στην πόλη παραμένει κοντά στα 90 τετραγωνικά μέτρα, χωρίς μεγάλες αυξομειώσεις. Η συγκεκριμένη αγορά φαίνεται να ακολουθεί διαφορετική πορεία σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας.
Οι ειδικοί της αγοράς εκτιμούν ότι η τάση προς μικρότερα σπίτια θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, καθώς το υψηλό κόστος αγοράς και κατασκευής εξακολουθεί να πιέζει τόσο τους κατασκευαστές όσο και τους υποψήφιους αγοραστές. Οι μικρότερες κατοικίες θεωρούνται πλέον πιο εύκολα προσβάσιμες οικονομικά, ενώ παράλληλα ανταποκρίνονται στις ανάγκες μικρότερων νοικοκυριών και νέων ανθρώπων που επιλέγουν πιο λειτουργικούς χώρους διαβίωσης.