Η ανάγκη να παράγουμε τα ίδια προϊόντα που παράγουμε και σήμερα, αλλά με λιγότερους πόρους και μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά επιτακτική πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντίνο Αραβώση, η κυκλική οικονομία αναδεικνύεται ως βασικός πυλώνας για τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο, όπου τα απόβλητα δεν θα αντιμετωπίζονται ως άχρηστο υπόλειμμα, αλλά ως πολύτιμος πόρος που μπορεί να επανενταχθεί στον κύκλο ζωής των προϊόντων.
Ο Αντιπρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και Πρόεδρος του Κλάδου Αποβλήτων, κάτοχος της Έδρας UNESCO για την Πράσινη Καινοτομία και την Κυκλική Καινοτομία στο ΕΜΠ, δηλώνει μιλώντας στο Newsbeast πως η μετάβαση αυτή μόνο εύκολη δεν είναι. Η Ελλάδα, αν και έχει προχωρήσει σε βασικές υποδομές, εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στους δείκτες ανακύκλωσης, με ποσοστά κοντά στο 20%, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος αγγίζει το 65%. Όπως σημειώνει, αναδεικνύοντας το μέγεθος της πρόκλησης, «είναι δύσκολο να φτάσουμε κι εμείς εκεί μέχρι το 2035, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε».
Τα εμπόδια δεν είναι μονοδιάστατα. «Είναι συνδυαστικά και αλληλοτροφοδοτούνται», όπως τονίζει χαρακτηριστικά, δίνοντας έμφαση όχι μόνο σε θεσμικές και τεχνολογικές αδυναμίες, αλλά κυρίως στο πολιτισμικό έλλειμμα. Η «περιορισμένη περιβαλλοντική συνείδηση» και η έλλειψη εμπιστοσύνης δυσκολεύουν την πρόοδο, την ώρα που η ανακύκλωση παραμένει περισσότερο υποχρέωση παρά καθημερινή πρακτική.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος αποδομεί την αντίληψη ότι η πράσινη μετάβαση είναι απλώς ένα ακριβό εγχείρημα. «Το ζητούμενο δεν είναι το χαμηλότερο βραχυχρόνιο κόστος, αλλά το συνολικό όφελος τόσο για το περιβάλλον όσο και για την κοινωνία σε βάθος χρόνου», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας ότι επιλογές όπως η ταφή απορριμμάτων μπορεί να φαίνονται φθηνές, αλλά τελικά επιβαρύνουν την κοινωνία και το περιβάλλον σε βάθος χρόνου. Η εικόνα που μας περιγράφει είναι ξεκάθαρη: η μετάβαση προς την κυκλική οικονομία «δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο γεγονός», αλλά μια σταδιακή διαδικασία που απαιτεί επενδύσεις, συνέπεια και ενεργή συμμετοχή όλων. Και κυρίως, απαιτεί να γίνει η ανακύκλωση συνειδητή επιλογή κι όχι απλώς υποχρέωση.
Ακολουθεί η συνέντευξη του κ. Αραβώση στο Newsbeast:
– Θα θέλατε να μας εξηγήσετε με απλό και κατανοητό τρόπο τι σημαίνει στην πράξη η έννοια της κυκλικής οικονομίας και πώς διαφέρει από το κλασικό μοντέλο «παράγω – καταναλώνω – πετάω» που έχουμε συνηθίσει;
Οφείλουμε να ικανοποιούμε τις ανάγκες των καταναλωτών, που διαρκώς αυξάνονται, παράγοντας τα ίδια προϊόντα με λιγότερους πόρους και λιγότερη ενέργεια. Αυτή είναι η ουσία της κυκλικής οικονομίας, και αποτελεί μια τεράστια πρόκληση στις μέρες μας.
Η κυκλική οικονομία αποτελεί το βασικό εργαλείο για τη μετάβαση προς μια κοινωνία μηδενικών αποβλήτων όπου κάθε προϊόν και υλικό διατηρεί την αξία του στον κύκλο ζωής του, ενώ τα απόβλητα αξιοποιούνται πλήρως και μετατρέπονται σε πόρους μέσα από βιώσιμες και καινοτόμες διαδικασίες παραγωγής και κατανάλωσης.
Σε αντίθεση με το παραδοσιακό γραμμικό μοντέλο «παράγω – καταναλώνω – πετάω», η κυκλική οικονομία βασίζεται στην αρχή «μειώνω – επαναχρησιμοποιώ – ανακυκλώνω – επανασχεδιάζω». Αυτό που αποκαλούμε eco-design για παράδειγμα, είναι η αρχή του νέου παραγωγικού προτύπου. Πρέπει να σχεδιάζουμε τα προϊόντα εξαρχής με τρόπο ώστε, στο τέλος της ζωής τους, να γνωρίζουμε ήδη πώς θα τα επαναχρησιμοποιήσουμε ή θα τα ανακυκλώσουμε.
– Πώς αξιολογείτε σήμερα το επίπεδο μετάβασης της Ελλάδας προς την κυκλική οικονομία σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη;
Έχουμε μπροστά μας τη μεγάλη πρόκληση του zero carbon, zero waste και βεβαίως του ψηφιακού μετασχηματισμού, ο οποίος συνδέεται άρρηκτα με τα δύο πρώτα.
Η Ελλάδα, παρότι έχει προχωρήσει σημαντικά στην ολοκλήρωση βασικών υποδομών, όπως οι Μονάδες Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ), και ενώ βρίσκεται ήδη σε φάση σχεδιασμού η Ενεργειακή Αξιοποίηση Αποβλήτων, μέσω της οποίας το υπόλειμμα των στερεών αποβλήτων θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή ενέργειας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στη μετάβασή της προς την κυκλική οικονομία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχο την εκτροπή κατά 90% των αποβλήτων που οδηγούνται σε χώρους ταφής έως το 2030, κάτι που έχει ήδη επιτευχθεί σε χώρες όπως η Γερμανία.
Το μεγαλύτερο και πιο επίμονο πρόβλημα, όμως, της χώρας παραμένει η ανακύκλωση. Παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα, βρίσκεται ακόμη χαμηλά στους δείκτες ανακύκλωσης. Η χώρα μας παραμένει κοντά στο 20%, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος είναι το 65%. Είναι δύσκολο να φτάσουμε εκεί μέχρι το 2035, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε.
– Ποια πιστεύετε ότι είναι τα βασικά δομικά εμπόδια που κρατούν τη χώρα πίσω; Είναι θεσμικά, τεχνολογικά ή πολιτισμικά;
Τα εμπόδια είναι συνδυαστικά και αλληλοτροφοδοτούνται, ωστόσο είναι σημαντικό να παραδεχτούμε τη βελτίωση που παρατηρείται στον τομέα.
Σε θεσμικό επίπεδο, παρατηρούνται καθυστερήσεις στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών, πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων και ελλείψεις σε συστηματική εποπτεία. Σε τεχνολογικό επίπεδο, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η έλλειψη τεχνολογιών, όσο η άνιση ανάπτυξη υποδομών και η υποστελέχωση των φορέων που τις διαχειρίζονται.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο εμπόδιο παραμένει πολιτισμικό. Η περιορισμένη περιβαλλοντική συνείδηση, σε συνδυασμό με φαινόμενα κοινωνικής αντίδρασης σε νέες υποδομές -και συχνά λόγω κακής πληροφόρησης ή παραπληροφόρησης- δυσκολεύουν την πρόοδο.
Συνεπώς, η λύση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτείται ταυτόχρονη ενίσχυση θεσμών, επενδύσεις σε υποδομές και κυρίως αλλαγή νοοτροπίας.
– Παρουσιάσατε προ ημερών τα βασικά ευρήματα μελέτης για τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα, όπου αναφέρατε πως η εικόνα της χώρας μας είναι διττή. Από τη μία έχουμε το 95% του πληθυσμού να είναι συνδεδεμένο με εγκαταστάσεις δευτεροβάθμιας επεξεργασίας κι από την άλλη παραμένουν κρίσιμες προκλήσεις που σχετίζονται με τη συμμόρφωση σε συγκεκριμένες περιοχές, τις ελλείψεις σε μικρούς οικισμούς και το υψηλό ενεργειακό κόστος λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Ποιες περιοχές εμφανίζουν τις μεγαλύτερες ελλείψεις και γιατί; Ποια λύση προτείνετε;
Η εικόνα της Ελλάδας στη διαχείριση υγρών αποβλήτων είναι πράγματι διττή: από τη μία πλευρά καταγράφεται υψηλή συνδεσιμότητα του πληθυσμού, από την άλλη όμως παραμένουν έντονες περιφερειακές ανισότητες και διαρθρωτικές αδυναμίες.
Οι μεγαλύτερες ελλείψεις εντοπίζονται κυρίως στην Αττική, όπου παρατηρείται το χαμηλότερο ποσοστό συμμόρφωσης, καθώς και στη Στερεά Ελλάδα. Σημαντικά προβλήματα εμφανίζουν επίσης το Βόρειο Αιγαίο, η Δυτική Ελλάδα και η Θεσσαλία, όπου οι μη συμμορφούμενοι οικισμοί εξακολουθούν να υπερτερούν.
Οι αιτίες είναι πολυπαραγοντικές. Περιλαμβάνουν την παλαιότητα και την τεχνική υποβάθμιση των υποδομών, ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό και σημαντικές οικονομικές πιέσεις, κυρίως λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους λειτουργίας. Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελούν και οι μικροί οικισμοί, οι οποίοι συχνά στερούνται βασικών υποδομών, ενώ επιβαρύνονται εποχικά από την τουριστική δραστηριότητα.
Η λύση είναι στοχευμένη: σύγχρονες τεχνολογίες και μικρά ευέλικτα συστήματα για τους μικρούς οικισμούς, ενίσχυση και συνεργασία των φορέων διαχείρισης, μείωση του ενεργειακού κόστους μέσω ΑΠΕ και αξιοποίηση της κυκλικής οικονομίας, με επαναχρησιμοποίηση νερού και αξιοποίηση της ιλύος.
– Πόσο ρεαλιστικός είναι ο στόχος για πλήρη μετάβαση σε κυκλικά μοντέλα μέχρι το 2030 ή το 2050;
Η πλήρης μετάβαση έως το 2030 δεν είναι ρεαλιστική, ωστόσο μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος σε κρίσιμους τομείς, έως τότε. Ο στόχος της ΕΕ για το 2050 είναι φιλόδοξος αλλά όχι ανέφικτος, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συνέπεια στις πολιτικές, επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογία και ενεργή συμμετοχή των επιχειρήσεων και των πολιτών.
Η μετάβαση στην κυκλική οικονομία δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά μια σταδιακή διαδικασία μετασχηματισμού της παραγωγής και της κατανάλωσης.
– Η μετάβαση σε μια πιο «πράσινη» και κυκλική οικονομία θεωρείται συχνά ότι έχει υψηλό κόστος. Πόσο αληθές είναι κάτι τέτοιο;
Είναι αλήθεια ότι η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία συνεπάγεται αυξημένο αρχικό κόστος, κυρίως λόγω επενδύσεων σε νέες υποδομές, τεχνολογίες και διαδικασίες προσαρμογής των παραγωγικών διαδικασιών.
Ωστόσο, το κόστος αυτό εξισορροπείται σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Για παράδειγμα, η ταφή απορριμμάτων εμφανίζεται ως η φθηνότερη λύση διαχείρισης. Στην πράξη, όμως, συνεπάγεται υψηλό περιβαλλοντικό κόστος, απώλεια πολύτιμων πόρων, επιβαρύνσεις από ευρωπαϊκά πρόστιμα και μελλοντικά κόστη, όπως αυτά της αποκατάστασης, τα οποία τελικά μετακυλίονται στους πολίτες. Πρόκειται για επιβαρύνσεις που θα πρέπει να καθίστανται εμφανείς, καθώς τους επηρεάζουν ουσιαστικά, κάτι που συχνά δεν συμβαίνει λόγω άγνοιας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανεπαρκούς ανάδειξης του συνολικού κόστους.
Αντίθετα, πρακτικές όπως η ανακύκλωση, η ανάκτηση ενέργειας και η επαναχρησιμοποίηση μπορεί να έχουν υψηλότερο αρχικό κόστος, αλλά δημιουργούν αξία, μειώνουν τις μακροπρόθεσμες δαπάνες, ενισχύουν τη βιωσιμότητα της οικονομίας, και μειώνουν την εξωγενή εξάρτηση από πρωτογενείς πόρους.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι το χαμηλότερο βραχυχρόνιο κόστος, αλλά το συνολικό όφελος τόσο για το περιβάλλον όσο και για την κοινωνία σε βάθος χρόνου.
– Ως Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ, ποια είναι τα βασικά ρυθμιστικά εργαλεία που αλλάζουν το τοπίο στη διαχείριση αποβλήτων;
Ο ρόλος της ΡΑΑΕΥ στον τομέα των αποβλήτων εστιάζει στη συστηματική εποπτεία, τη ρύθμιση και τη διασφάλιση της αποδοτικότητας του συστήματος. Τα βασικά εργαλεία που αλλάζουν ήδη το τοπίο είναι, πρώτον, η πιστοποίηση και αξιολόγηση των Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦοΔΣΑ) από την Αρχή, με συγκεκριμένα διοικητικά, τεχνικά και χρηματοοικονομικά κριτήρια, που εισάγουν για πρώτη φορά σαφή πρότυπα λειτουργίας και λογοδοσίας.
Παράλληλα, η ανάπτυξη δεικτών απόδοσης και χρηματοοικονομικών μοντέλων επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των φορέων και τη συγκριτική τους αξιολόγηση, δημιουργώντας ένα ενιαίο και διαφανές πλαίσιο ελέγχου. Σημαντικό εργαλείο αποτελεί επίσης η ρύθμιση της τιμολογιακής πολιτικής, που διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των συστημάτων διαχείρισης και τη δίκαιη κατανομή του κόστους.
Επιπλέον, μεταξύ άλλων η ΡΑΑΕΥ προωθεί μια Ολοκληρωμένη Δέσμη Μέτρων για την ενίσχυση των ΦοΔΣΑ, έχει εκπονήσει ένα κείμενο θέσεων για την ενεργειακή αξιοποίηση αποβλήτων, καθώς και προτάσεις για την οικονομική βιωσιμότητα του τομέα.
Τέλος, μέσω ψηφιακών εργαλείων, όπως το νέο σύστημα υποβολής παραπόνων και καταγγελιών myRAAEY, ενισχύεται η διαφάνεια, η λογοδοσία και η συμμετοχή των πολιτών.
– Ένα από τα συχνά ζητήματα στην Ελλάδα είναι ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων. Πώς επηρεάζει αυτό τη δουλειά μιας ρυθμιστικής αρχής σαν την ΡΑΑΕΥ και τι δυσκολίες δημιουργεί στην πράξη;
Τα ζητήματα που σχετίζονται με κοινωνικές ανάγκες και εμπλέκουν πολλούς αρμόδιους φορείς είναι, από τη φύση τους, σύνθετα και απαιτητικά, ανεξαρτήτως του πλαισίου στο οποίο εξετάζονται. Στον τομέα των αποβλήτων, η πρόκληση είναι ακόμα μεγαλύτερη, καθώς πρόκειται για έναν τομέα που στη χώρα μας υστερούσε επί δεκαετίες. Η εμπλοκή πολλών διαφορετικών φορέων, όπως ΟΤΑ, υπουργεία, ΜΚΟ, επιχειρήσεις, αλλά και η ίδια η κοινωνία των πολιτών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ουσιαστική οργάνωσή του έχει ξεκινήσει μόλις τα τελευταία χρόνια, καθιστά αναμενόμενη την ύπαρξη ζητημάτων που εξακολουθούν να χρήζουν βελτίωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να συμβάλει η ΡΑΑΕΥ, καλύπτοντας κρίσιμα κενά και ενισχύοντας τη συνοχή του συστήματος. Με προϋπόθεση την επάρκεια και την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της, καλείται να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, υποστηρίζοντας όσους επιδιώκουν ουσιαστικές λύσεις για το κοινό καλό. Στόχος είναι η εφαρμογή πολιτικών που βασίζονται στην επιστημονική τεκμηρίωση και αρτιότητα, με επίκεντρο την προστασία των πολιτών σε όλα τα επίπεδα.
– Πόσο κοντά είμαστε στους ευρωπαϊκούς στόχους ανακύκλωσης και που υστερούμε περισσότερο;
Η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τους ευρωπαϊκούς στόχους ανακύκλωσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα αστικά απόβλητα. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, τα ποσοστά ανακύκλωσης παραμένουν χαμηλότερα από τους στόχους που έχει ορίσει η ΕΕ για το 2025 και το 2030.
Ζητήματα εντοπίζονται τόσο στην περιορισμένη εφαρμογή της Διαλογής στην Πηγή από τους δήμους, όσο και στην περιορισμένη χρήση του Καφέ Κάδου, για χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων.
Κλειδί για την επίτευξη των στόχων είναι η υιοθέτηση οικονομικών κινήτρων για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αλλά και για τους πολίτες, ζήτημα στο οποίο εστιάζει η ΡΑΑΕΥ.
Προτεραιότητα είναι η ουσιαστική εφαρμογή συστημάτων «Πληρώνω όσο Πετάω», τα οποία θα συνέδεαν άμεσα το κόστος με την ποσότητα απορριμμάτων που παράγει κάθε πολίτης, δημιουργώντας ισχυρό οικονομικό κίνητρο για μείωση, διαλογή στην πηγή και αύξηση της ανακύκλωσης.
– Πώς μπορούμε να περάσουμε από την «ανακύκλωση ως υποχρέωση» στην «ανακύκλωση ως κουλτούρα»;
Η μετάβαση από την «ανακύκλωση ως υποχρέωση» στην «ανακύκλωση ως κουλτούρα» απαιτεί έναν συνδυασμό κινήτρων, εκπαίδευσης και εμπιστοσύνης. Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα οικονομικά εργαλεία κίνητρα και αντικίνητρα, που συνδέουν άμεσα τη συμπεριφορά του πολίτη με το κόστος και δημιουργούν ουσιαστικά κίνητρα για μείωση και σωστή διαλογή των αποβλήτων.
Παράλληλα, η συστηματική περιβαλλοντική εκπαίδευση και η προσαρμογή των υποδομών, ώστε η ανακύκλωση να είναι εύκολη και προσβάσιμη, ενισχύουν τη συμμετοχή. Το πιο κρίσιμο, όμως, είναι η εμπιστοσύνη: ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ότι τα υλικά που διαχωρίζει αξιοποιούνται πραγματικά. Όταν αυτό γίνει σαφές και ορατό, η ανακύκλωση παύει να είναι υποχρέωση και ενσωματώνεται στην καθημερινή συμπεριφορά.

