Η εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα εμφανίζεται βελτιωμένη, αλλά κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από σοβαρές αδυναμίες.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, η οποία σκιαγραφεί μια πραγματικότητα με θετικά στοιχεία, αλλά και σημαντικές εκκρεμότητες.

Από τη μία πλευρά, οι δείκτες δείχνουν πρόοδο. Από την άλλη, οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς εργασίας παραμένουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούν να υπονομεύσουν τη μακροπρόθεσμη δυναμική της.

Κατά το 2025, η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται, ωστόσο με πιο συγκρατημένο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, η ανεργία υποχώρησε στο 8,9%, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή αποκλιμάκωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια.

Τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ενισχύουν αυτή την εικόνα, καθώς το ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων παρέμεινε θετικό. Συνολικά, δημιουργήθηκαν περισσότερες από 77.000 νέες θέσεις εργασίας μέσα στο 2025, αριθμός αυξημένος σε σχέση με το 2024.

Σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι θέσεις πλήρους απασχόλησης ενισχύθηκαν, ξεπερνώντας το ήμισυ των συνολικών προσλήψεων, γεγονός που υποδηλώνει μια ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης. Ταυτόχρονα, η μερική απασχόληση περιορίστηκε, ένδειξη ότι η αγορά αρχίζει να απομακρύνεται – έστω και σταδιακά – από πιο ευέλικτες και συχνά πιο επισφαλείς μορφές εργασίας.

Ποιοι κλάδοι «τρέχουν» και ποιοι υποχωρούν

Η αύξηση της απασχόλησης δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλους τους τομείς. Οι μεγαλύτερες ενισχύσεις καταγράφηκαν σε δυναμικούς κλάδους της οικονομίας, όπως το εμπόριο, οι κατασκευές, οι επαγγελματικές υπηρεσίες και οι διοικητικές δραστηριότητες. Οι κατασκευές και οι υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης φαίνεται να λειτουργούν ως βασικοί μοχλοί δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Αντίθετα, σημαντικές απώλειες σημειώθηκαν στη γεωργία, αλλά και σε τομείς όπως η υγεία, γεγονός που αναδεικνύει τις ανισορροπίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική παραγωγική δομή.

Ένα ακόμη θετικό στοιχείο είναι η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, η οποία έφτασε το 70,9% για τις ηλικίες 15-64 ετών. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στην αυξημένη συμμετοχή των γυναικών, στοιχείο που θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο για την ενίσχυση της συνολικής απασχόλησης.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία για όλες τις ηλικιακές ομάδες. Ενώ οι ηλικίες 20-24 και 45-64 ετών κατέγραψαν αύξηση συμμετοχής, οι νέοι 25-29 ετών παρουσίασαν μείωση. Το στοιχείο αυτό προκαλεί προβληματισμό, καθώς αφορά μια κρίσιμη ηλικιακή ομάδα για την παραγωγικότητα και τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας.

Οι «παγίδες» της αγοράς εργασίας

Παρά τη βελτίωση των βασικών δεικτών, η έκθεση επισημαίνει ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας παραμένουν έντονα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:

• η χαμηλή συμμετοχή γυναικών και νέων στο εργατικό δυναμικό,
• η υψηλή μακροχρόνια ανεργία,
• η υποαξιοποίηση δεξιοτήτων εργαζομένων,
• και η δημογραφική πίεση λόγω γήρανσης του πληθυσμού.

Η τελευταία παράμετρος θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η μείωση του ενεργού πληθυσμού τα επόμενα χρόνια μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την αγορά εργασίας, αλλά και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Η συνολική εικόνα οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η βελτίωση της αγοράς εργασίας είναι υπαρκτή, αλλά εύθραυστη. Χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις, οι σημερινές αδυναμίες ενδέχεται να περιορίσουν τα οφέλη της ανάπτυξης.

Η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και για ενίσχυση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Σε μια οικονομία που αλλάζει, η προσαρμογή των εργαζομένων στις νέες απαιτήσεις καθίσταται καθοριστική.

Τελικά, η αγορά εργασίας φαίνεται να κινείται σε θετική κατεύθυνση, αλλά με εμφανή «βαρίδια». Και το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια θα μπορέσουν να μετατρέψουν αυτή τη συγκρατημένη πρόοδο σε σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη.