Οι ΗΠΑ βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας γεωοικονομικής καταιγίδας, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη είναι η αμερικανική και διεθνής ναυτιλιακή αρχιτεκτονική. Η αδυναμία άμεσης προσαρμογής στις νέες απειλές στη θάλασσα δείχνει ότι η πολυδιαφημισμένη μετάβαση από την «αποδοτικότητα» στην «ανθεκτικότητα» έμεινε ως τώρα σε επίπεδο ρητορικής.

Η σύγκλειση των Στενών του Ορμούζ, οι επιθέσεις σε λιμάνια στο Ντουμπάι και ο φόβος ότι οι αντάρτες Χούθι θα κλιμακώσουν τα χτυπήματά τους στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν παγώσει την κίνηση των δεξαμενόπλοιων και τη ροή κρίσιμων ενεργειακών φορτίων. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να παραδεχθούν στην πράξη πόσο εύκολα ένας αντίπαλος όπως το Ιράν μπορεί, με χαμηλού κόστους μέσα, να μπλοκάρει τις αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου. Χαρακτηριστικό σύμβολο της νέας εποχής είναι το drone που μπορεί να βυθίσει ένα τάνκερ μέσα σε λεπτά, ανατρέποντας κάθε βεβαιότητα περί «ασφαλών θαλάσσιων οδών» στην οποία στηρίχθηκε για δεκαετίες η ναυτική ισχύς των ΗΠΑ.

ΗΠΑ, πόλεμος και «μητέρα όλων των σοκ» στις εφοδιαστικές αλυσίδες

Παρά τα διαδοχικά σοκ των τελευταίων δεκαετιών, από τον σεισμό στην Ταϊβάν το 1999 που χτύπησε την παγκόσμια παραγωγή τσιπ, μέχρι το τσουνάμι στην Ιαπωνία το 2011, την Covid-19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να θωρακίσουν πραγματικά τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Σήμερα, η κυβέρνηση Τραμπ καλείται να διαχειριστεί αυτό που περιγράφεται ως «μητέρα όλων των σοκ» στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενέργειας, χωρίς να έχει προηγηθεί σοβαρός μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Η ενεργειακή αναταραχή μεταφράζεται σε εκτίναξη τιμών, πολιτικό κόστος στο εσωτερικό και αυξανόμενη πίεση προς την Ουάσινγκτον να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως εγγυητής της παγκόσμιας ναυτικής ασφάλειας.

Μπροστά στην εκτόξευση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ο Ντόναλντ Τραμπ αναγκάστηκε να κάνει αυτό που μέχρι πρότινος φάνταζε «ιεροσυλία» για το βαθύ κατεστημένο της αμερικανικής ναυτιλίας: να παγώσει την εφαρμογή του περίφημου Νόμου Τζόουνς, επιτρέποντας και σε ξένα πλοία να μεταφέρουν φορτία μεταξύ αμερικανικών λιμανιών. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στο να μειώσει, έστω και προσωρινά, το κόστος μεταφοράς καυσίμων και να δώσει μια ανάσα στην εσωτερική αγορά, όμως ακόμη και οι υποστηρικτές της παραδέχονται ότι στην καλύτερη περίπτωση θα «ξυρίσει» λίγα σεντς από την τελική τιμή της βενζίνης.

ΗΠΑ: Από την προστασία του Νόμου Τζόουνς στην κινεζική κυριαρχία στη ναυτιλία

Ο Νόμος Τζόουνς, ηλικίας πλέον ενός αιώνα, υπήρξε πυλώνας προστασίας της αμερικανικής ναυπηγικής και της ακτοπλοΐας, απαιτώντας τα πλοία που συνδέουν τα αμερικανικά λιμάνια να είναι αμερικανικής κατασκευής και σημαίας. Όμως η αποβιομηχάνιση και η απώλεια κλίμακας στο εγχώριο ναυπηγικό σύμπλεγμα έχουν εκτινάξει το κόστος κατασκευής νέων πλοίων στο τριπλάσιο έως και οκταπλάσιο από αυτό των ξένων ναυπηγείων, ωθώντας επενδυτές και πλοιοκτήτες να επισκευάζουν γηρασμένα πλοία αντί να επενδύουν σε νέο στόλο. Έκθεση του Πανεπιστημίου Βάντερμπιλτ επισημαίνει ότι χωρίς ριζική μεταρρύθμιση και δημόσιες επενδύσεις, η προστατευμένη αγορά που δημιουργεί ο Νόμος Τζόουνς δεν μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική αναγέννηση της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας.

Την ίδια στιγμή, εκεί όπου ο νόμος δεν ισχύει, το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο: κυριαρχία ξένων –και κυρίως κινεζικών– πλοίων και ναυπηγείων σε όλο το φάσμα της παγκόσμιας ναυτιλίας. Ερευνητές και αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι η σταδιακή αποσύνδεση μεταξύ δημόσιας ναυπήγησης (πολεμικά πλοία, ακτοφυλακή) και ιδιωτικού εμπορικού στόλου έχει διαβρώσει τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρούν ταυτόχρονα ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό, ανταγωνιστικό εμπορικό στόλο και στιβαρή βιομηχανική βάση. Ιστορικά, η στενή διασύνδεση κρατικών παραγγελιών και ιδιωτικών επενδύσεων υπήρξε η μόνη συνταγή επιτυχίας για χώρες που ήθελαν να κυριαρχήσουν στις θάλασσες· σήμερα, η Ουάσινγκτον καλείται να επανεφεύρει ακριβώς αυτήν τη σχέση.

ΗΠΑ, ναυτιλία και νέα «ψυχρή θάλασσα» στον Αρκτικό

Η ίδια η γέννηση του Νόμου Τζόουνς συνδέεται με μια προηγούμενη εποχή επικίνδυνης εξάρτησης: στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ ήταν όμηρος ξένων ναυτιλιακών καρτέλ, ακόμη και βρετανικών, που λειτουργούσαν με κρατικές επιδοτήσεις και μονοπωλιακή ισχύ, επιβάλλοντας τιμολόγια έως και 20 φορές υψηλότερα για τη μεταφορά κρίσιμων φορτίων. Σήμερα, λίγοι ναυτιλιακοί κολοσσοί –MSC, Maersk, Cosco, Hapag-Lloyd και άλλοι– ελέγχουν περίπου το 90% της παγκόσμιας μεταφορικής ικανότητας στη θάλασσα, σε ένα μοντέλο γιγαντιαίων πλοίων και υπερσυγκέντρωσης που μεγιστοποιεί την αποδοτικότητα, αλλά καθιστά το σύστημα εξαιρετικά εύθραυστο.

Η εμπειρία του πολέμου με το Ιράν φέρνει στο προσκήνιο μια νέα στρατηγική αλήθεια που αναγνωρίζουν οι τελευταίες δύο αμερικανικές κυβερνήσεις: «τα πλοία είναι τα νέα τσιπ». Όπως η εξάρτηση από λίγους προμηθευτές ημιαγωγών εξελίχθηκε σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, έτσι και η εξάρτηση από λίγα, τεράστια δεξαμενόπλοια και συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα αναδεικνύεται σε στρατηγική αχίλλειο πτέρνα για τις ΗΠΑ. Η απάντηση που προτείνουν ειδικοί στην Ουάσινγκτον είναι στροφή σε περισσότερα, μικρότερα και ευέλικτα διπλής χρήσης σκάφη, σε συνεργασία με συμμάχους που διαθέτουν ναυπηγική τεχνογνωσία, καθώς και επιθετική αναζήτηση νέων θαλάσσιων οδών, από τον Αρκτικό μέχρι εναλλακτικά δίκτυα αγωγών και χερσαίων μεταφορών, σύμφωνα με τους Financial Times.

Η de facto «κλείδωση» των Στενών του Ορμούζ λειτουργεί ως καταλύτης για έναν νέο χάρτη της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, με τις ΗΠΑ να προσπαθούν να μετατρέψουν την ευελιξία σε συνώνυμο της ασφάλειας. Σε έναν κόσμο αντιπαράθεσης μεγάλων δυνάμεων, όπου ένα drone αξίας μερικών δεκάδων χιλιάδων δολαρίων μπορεί να προκαλέσει δισεκατομμύρια σε ζημιές, η Ουάσινγκτον καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να ποντάρει στην «αποδοτικότητα» των υπερδεξαμενόπλοιων ή αν θα επενδύσει επιτέλους σε ένα νέο, ανθεκτικό δόγμα θαλάσσιας ισχύος.