Οι αυξήσεις που έρχονται στους μισθούς δεν θα έχουν –αυτή τη φορά– ως μοναδικό μοχλό τον κατώτατο ή τις ατομικές συμφωνίες. Το «κρυφό χαρτί» βρίσκεται στις συλλογικές συμβάσεις και, ειδικότερα, στην επιστροφή των επιδομάτων που τις συνοδεύουν, καθώς το υπουργείο Εργασίας φέρνει ρύθμιση για πλήρη μετενέργεια, δηλαδή διατήρηση όλων των όρων μιας σύμβασης ακόμη και μετά τη λήξη της, μέχρι να υπογραφεί νέα.

Το νομοσχέδιο που ενσωματώνει την «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» των κοινωνικών εταίρων τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 28 Ιανουαρίου, με την κυβέρνηση να έχει στόχο να το κάνει νόμο μέσα στον Φεβρουάριο. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε ένα νέο πλαίσιο που μπορεί να ανοίξει δρόμο για αναπροσαρμογές αποδοχών σε κλάδους όπου οι ΣΣΕ είτε καθυστερούν να ανανεωθούν είτε λήγουν χωρίς άμεση αντικατάσταση.

Το κρίσιμο σημείο είναι τι αλλάζει όταν μια σύμβαση «τελειώνει». Με το σημερινό καθεστώς (διαμορφωμένο στα χρόνια των μνημονίων), μετά τη λήξη μιας ΣΣΕ οι όροι της παραμένουν για ένα τρίμηνο. Αν στο τρίμηνο δεν υπάρξει νέα συμφωνία, ο εργοδότης μπορεί να κατεβάσει τις αποδοχές στα κατώτατα όρια και να διατηρήσει μόνο περιορισμένο αριθμό επιδομάτων – συνήθως προϋπηρεσίας, τέκνων, σπουδών και ανθυγιεινό. Έτσι, πολλά πρόσθετα ποσά που «φούσκωναν» τον μισθό χάνονταν αυτομάτως.

Με τη ρύθμιση που προωθείται, το τρίμηνο παραμένει ως μεταβατικό διάστημα, αλλά μετά την παρέλευσή του δεν πέφτει «ψαλίδι» στους όρους της σύμβασης. Οι κανονιστικοί όροι –μισθολογικοί και θεσμικοί, μαζί με όλα τα επιδόματα– συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι να αντικατασταθούν από νέα συλλογική σύμβαση ή από νέα/τροποποιημένη ατομική. Το άρθρο 8 του σχεδίου νόμου περιγράφει ακριβώς αυτή τη συνέχεια, επεκτείνοντας ουσιαστικά τη μετενέργεια στο σύνολο των όρων.

Ελληνική οικονομία

Γιατί αυτό «γράφει» ως αυξήσεις; Επειδή στην πράξη τα επιδόματα λειτουργούν ως πρόσθετες αμοιβές: κρατούν πιο ψηλά τις αποδοχές και αποτρέπουν την επιστροφή σε χαμηλότερα επίπεδα όταν μια σύμβαση δεν ανανεώνεται έγκαιρα. Επιπλέον, η πλήρης κάλυψη και των νεοπροσλαμβανόμενων στο τρίμηνο μετά τη λήξη της σύμβασης σημαίνει ότι οι νέες προσλήψεις δεν θα γίνονται με «φθηνότερους» όρους εν αναμονή νέας ΣΣΕ, κάτι που επίσης επηρεάζει τον μέσο μισθό σε έναν κλάδο.

Το δεύτερο σκέλος που «κουμπώνει» με τις αυξήσεις είναι η πιο εύκολη επέκταση των συλλογικών συμβάσεων σε επίπεδο κλάδου, ώστε να καλύπτεται μεγαλύτερο κομμάτι εργαζομένων. Όσο περισσότεροι εργαζόμενοι μπαίνουν κάτω από «ομπρέλα» ΣΣΕ, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να διαχυθούν μισθολογικές βελτιώσεις και παροχές ευρύτερα, αντί να μένουν σε λίγες επιχειρήσεις που υπογράφουν πρώτες.

Με λίγα λόγια, το νέο πλαίσιο δεν υπόσχεται «γενική αύξηση» με ένα κουμπί, αλλά αλλάζει τη μηχανική: αντί οι αποδοχές να υποχωρούν όταν μια σύμβαση λήγει, διατηρούνται –μαζί με τα επιδόματα– μέχρι να υπάρξει νέα συμφωνία. Και αυτό είναι το σημείο που, σύμφωνα με την κυβερνητική ανάγνωση, μπορεί να ανεβάσει σταδιακά τους μέσους μισθούς, ιδίως σε κλάδους όπου οι συλλογικές συμβάσεις θα αποκτήσουν ξανά μεγαλύτερη βαρύτητα.