Ο Τζιχάτ Γιαϊτζί, ο απόστρατος ναύαρχος και θεωρητικός της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρήκε για μία ακόμη φορά βήμα για να καταγγείλει την Ελλάδα, αυτήν τη φορά στο περιθώριο ναυτικού σαλονιού, παρουσιάζοντας το ελληνικό έγγραφο ΔΕΚΠΑ ως εργαλείο «εκκαθάρισης» της τουρκικής σημαίας από το Αιγαίο, το οποίο βεβαίως φροντίζει να αποκαλεί «Θάλασσα των Νησιών». Με μια ρητορική που θυμίζει περισσότερο πολιτικο-προπαγανδιστική καμπάνια παρά σοβαρή ναυτιλιακή ανάλυση, ισχυρίζεται ότι οι ελληνικές ρυθμίσεις αλλάζουν επίτηδες κάθε σεζόν, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν τους Τούρκους ιδιοκτήτες σκαφών από το να πλέουν στα «ελληνικά», ή, κατά τη δική του ορολογία, στα «νησιωτικά» ύδατα.

Ο Γιαϊτζί δεν περιορίζεται σε τεχνικές ή γραφειοκρατικές αιτιάσεις. Αντίθετα, μετατρέπει το βήμα του σε πεδίο πολιτισμικού αναθεωρητισμού, επιτιθέμενος ευθέως στις διεθνώς καθιερωμένες ονομασίες «Αιγαίο» και «Βόσπορος». Με το γνωστό, διδακτικό ύφος, υποστηρίζει ότι τα τοπωνύμια δεν πρέπει να «μεταφράζονται» και διορθώνει ακόμη και την αγγλική χρήση «Bosphorus», απαιτώντας «Boğaziçi» – λες και αιώνες ιστορίας, χαρτογράφησης και διεθνούς πρακτικής μπορούν να σβηστούν με μια γλωσσική παρατήρηση σε μια έκθεση σκαφών.

Η ίδια λογική επεκτείνεται και στο Αιγαίο, για το οποίο προτιμά τον όρο «Θάλασσα των νησιάων», υποβαθμίζοντας μια από τις αρχαιότερες και πιο φορτισμένες ιστορικά ονομασίες της Μεσογείου σε ένα στενά εθνοκεντρικό τουρκικό λεξιλόγιο. Δεν μένει όμως εκεί: σε ένα είδος εθνικιστικού «μαθήματος γεωγραφίας», καλεί το κοινό να λέει «Sisam» αντί για Σάμος και «İstanköy» αντί για Κως, επικαλούμενος μάλιστα τις Συνθήκες της Λωζάννης και του Μοντρέ σαν να είναι λεξικά τοπωνυμίων και όχι διεθνείς νομικές συμφωνίες.

Όλο αυτό το οικοδόμημα συμπληρώνεται από μια σχεδόν μυθολογική αφήγηση περί «15.000 χρόνων ναυτικού λαού», καθώς ο Γιαϊτζί επιχειρεί να παρουσιάσει τους Τούρκους ως διαχρονικούς κυρίαρχους των θαλασσών. Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίζεται ότι ονόματα όπως Μαύρη Θάλασσα ή Ερυθρά Θάλασσα οφείλονται στους Τούρκους, οι οποίοι δήθεν βάφτισαν τις θάλασσες ανάλογα με τα «χρώματα των κατευθύνσεων». Έτσι, ιστορικά πολυσύνθετες ονομασίες, που έχουν περάσει μέσα από αρχαίους πολιτισμούς, εμπορικές διαδρομές και πολυεθνικές αλληλεπιδράσεις, συρρικνώνονται σε μια απλοϊκή εθνο-ρομαντική κατασκευή που υπηρετεί την ίδια πολιτική στόχευση: να εμφανιστεί η Τουρκία ως «φυσικός» ιδιοκτήτης κάθε υδάτινου περάσματος της περιοχής.

Στην πράξη, ο Γιαϊτζί επιχειρεί να δέσει σε ένα ενιαίο αφήγημα τρία επίπεδα: τη γραφειοκρατική επίθεση στο ΔΕΚΠΑ, τον γλωσσικό «διορθωτισμό» των ονομασιών και τον θρύλο του «αιώνιου ναυτικού έθνους». Η στόχευση είναι σαφής: να αμφισβητηθεί de facto η καθιερωμένη διεθνής χρήση όρων όπως «Αιγαίο» και «Βόσπορος» και να αντικατασταθούν από τουρκικούς όρους, μεταφέροντας στο επίπεδο της γλώσσας αυτό που η «Γαλάζια Πατρίδα» επιδιώκει στο επίπεδο των χαρτών.

Όταν ένας απόστρατος ναύαρχος επιμένει να «διορθώνει» θάλασσες, στενά και νησιά, δεν κάνει απλώς γλωσσικό σχολιασμό. Δοκιμάζει τις αντοχές της ιστορικής μνήμης και της διεθνούς νομιμότητας, με εργαλεία μια τουρκική σημαία που αισθάνεται στενή για τις πραγματικές ακτές της και μια ρητορική που προσπαθεί να μετατρέψει το Αιγαίο και τον Βόσπορο σε γλωσσικά παραρτήματα της «Γαλάζιας Πατρίδας».