Ο πόλεμος που μαίνεται ανάμεσα σε Ισραήλ και Ιράν, με ενεργό στρατιωτική στήριξη από τις ΗΠΑ, έχει μετατραπεί σε όχημα για μια ευρύτερη αναδιαμόρφωση του γεωπολιτικού χάρτη στη Μέση Ανατολή. Εκμεταλλευόμενο την αεροπορική υπεροχή που εξασφαλίζει η κοινή εκστρατεία με τον αμερικανικό στρατό, το Ισραήλ δεν στοχεύει πλέον μόνο τις πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητες της Τεχεράνης, αλλά επιδιώκει ταυτόχρονα να συντρίψει και τους πιο επικίνδυνους περιφερειακούς αντιπάλους του.
Η αλλαγή αυτή στη στρατηγική σκέψη του Ισραήλ αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο σοκ της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και στα συντριπτικά λάθη των υπηρεσιών πληροφοριών που την επέτρεψαν. Οι ισραηλινές αρχές, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των αναλυτών να «διαβάζουν» τις προθέσεις των εχθρών, υιοθετούν πλέον ένα δόγμα προληπτικού πλήγματος: όταν αντίπαλες δυνάμεις συγκεντρώνουν τα μέσα για την καταστροφή του κράτους, το Ισραήλ θεωρεί ότι οφείλει να καταστρέψει αυτές τις δυνατότητες όποτε παρουσιαστεί η ευκαιρία. Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για το αν η Τεχεράνη βρισκόταν όντως ένα βήμα πριν την κατασκευή πυρηνικού όπλου περνά σε δεύτερη μοίρα.
Ισραήλ – ΗΠΑ: Ένα «ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας»
Σύμφωνα με Ισραηλινούς αμυντικούς αξιωματούχους, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε διατάξει ήδη από τα τέλη του 2025 τον σχεδιασμό ενός μονομερούς χτυπήματος στο Ιράν, σε ένα χρονικό παράθυρο από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Οι επιτελείς, ωστόσο, εμφανίζονταν επιφυλακτικοί: αμφέβαλλαν αν το Ισραήλ μόνο του θα μπορούσε να πετύχει κάτι περισσότερο από ό,τι στον δωδεκαήμερο πόλεμο του Ιουνίου 2025 και ανησυχούσαν για μια μαζική ιρανική απάντηση με βαλλιστικούς πυραύλους σε ισραηλινές πόλεις. Όλα αυτά άλλαξαν όταν έγινε σαφές ότι οι ΗΠΑ θα αναλάμβαναν ρόλο συμπρωταγωνιστή στην επίθεση, στέλνοντας τεράστιο στόλο ιπτάμενων τάνκερ ανεφοδιασμού και σηκώνοντας μεγάλο μέρος του επιχειρησιακού βάρους.
Η αμερικανική εμπλοκή επέτρεψε στο Ισραήλ να αναπτύξει τον μεγαλύτερο αεροπορικό στόλο στην ιστορία του και να εξαπολύσει μια ιδιαίτερα καταστροφική επιχείρηση εναντίον των ιρανικών πυραυλικών συστημάτων. Παράλληλα, Ισραηλινοί στρατηγοί άρχισαν να βλέπουν σε αυτή τη σύμπραξη Ισραήλ–ΗΠΑ μια «ιστορική ευκαιρία» όχι μόνο για να εξουδετερώσουν μεγάλο μέρος του ιρανικού οπλοστασίου, αλλά ακόμη και για να ωθήσουν το καθεστώς της Τεχεράνης στα όριά του. Η δυναμική του πολέμου δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην ιρανική πρωτεύουσα: η σύγκρουση έχει ανοίξει δεύτερο, εξίσου επικίνδυνο μέτωπο στον βόρειο γείτονα του Ισραήλ, τον Λίβανο.
Ισραήλ και ΗΠΑ σε διπλό μέτωπο με Ιράν και Χεζμπολάχ
Η Χεζμπολάχ, η σιιτική οργάνωση – προέκταση της ιρανικής ισχύος στον Λίβανο, επί χρόνια λειτουργούσε ως αποτρεπτικός παράγοντας για ευθεία αναμέτρηση Ισραήλ – Ιράν, καθώς η απειλή χιλιάδων ρουκετών πάνω από τη Χάιφα και το Τελ Αβίβ περιόριζε τις επιλογές του Ισραήλ. Όταν όμως, τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας, η οργάνωση εξαπέλυσε έναν σχετικά περιορισμένο καταιγισμό ρουκετών και drone προς τον βόρειο Ισραήλ, το Τελ Αβίβ βρήκε το πρόσχημα που αναζητούσε. Ανακοίνωσε μια μεγάλης κλίμακας, πολυμερώς σχεδιασμένη αντεπίθεση, που είχε προετοιμαστεί εδώ και μήνες, με στόχο στελέχη της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό και σε ολόκληρη τη χώρα.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ισραήλ «περίμενε την ευκαιρία» να υλοποιήσει ένα δεύτερο κύμα επιχειρήσεων εναντίον της Χεζμπολάχ, μετά τον οκτάβδομο πόλεμο του 2024 και τις καθημερινές σχεδόν επιθέσεις σε στόχους στο Λίβανο που ακολούθησαν. Η οργάνωση από την πλευρά της καταγγέλλει ότι οι ισραηλινές επιδρομές παραβίαζαν τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και παρουσιάζει τη δική της επίθεση ως απάντηση σε συντονισμένες «προκλήσεις». Η συνέχιση των συγκρούσεων έχει εκτοπίσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στον Λίβανο, με τουλάχιστον 52 νεκρούς μόνο τη Δευτέρα, σύμφωνα με την εκεί κυβέρνηση.
Το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και ο κίνδυνος στρατηγικής υπερεπέκτασης
Παρά την αίσθηση στρατιωτικής υπεροχής που αποπνέουν οι ηγεσίες Ισραήλ και ΗΠΑ, ειδικοί προειδοποιούν ότι η «αλαζονική αυτοπεποίθηση» μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνη υπερεπέκταση. Τα τελευταία χρόνια, η χώρα έχει καταφέρει να επιφέρει σοβαρά πλήγματα σε ιρανικούς πληρεξούσιους σε Συρία και Λίβανο, επισκιάζοντας τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου με διαδοχικά πληροφοριακά χτυπήματα και συντριπτικές αεροπορικές επιθέσεις. Όμως, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να «ανασχεδιάσει» μια τόσο εύφλεκτη περιοχή χωρίς παράλληλη πολιτική στρατηγική και συμφωνίες, όπως γράφουν οι New York Times.
Χαρακτηριστική είναι η προειδοποίηση ότι για ένα κράτος 10 εκατομμυρίων κατοίκων είναι μάλλον υπερβολικό να πιστεύει πως μπορεί να μεταμορφώσει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή αποκλειστικά μέσω της χρήσης βίας, ακόμη κι αν πολλοί παίκτες δεν συμπαθούν το Ιράν. Η εικόνα ενός Ισραήλ που συμπεριφέρεται ως «νταής» της περιοχής μπορεί να υπονομεύσει τη διεθνή του νομιμοποίηση και να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις του με συμμάχους και εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των ΗΠΑ. Παρότι ο Νετανιάχου διαβεβαιώνει ότι «η μέρα πλησιάζει» για την απελευθέρωση του ιρανικού λαού από τον «ζυγό της τυραννίας», υποσχόμενος ότι Ισραήλ και ΗΠΑ «θα είναι εκεί» όταν αυτό συμβεί, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει το τίμημα μιας τόσο ριψοκίνδυνης πορείας.
