Ποιος «κάρφωσε» τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη του Ιράν, αγιοτολάχ Σεγιέντ Αλί Χουσεϊνί Χαμενεΐ με αποτέλεσμα να γνωρίζουν με ακρίβεια οι Ισραηλινοί πότε και που θα πρέπει να εξαπολύσουν επίθεση εναντίον του; Σύμφωνα με πληροφορίες η επιχείρηση κατά του μακροβιότερου αρχηγού κράτους της Μέσης Ανατολής με θητεία 37 ετών, δεν ήταν προϊόν κάποιας συγκυρίας, ούτε αποτέλεσμα τυφλής στρατιωτικής ισχύος. Πάνω από τριάντα διατρητικές βόμβες έπληξαν το συγκρότημα όπου πραγματοποιούνταν κρίσιμη σύσκεψη της ανώτατης ηγεσίας υπό τον Χαμενεΐ το πρωί του περασμένου Σαββάτου.
Ωστόσο, το στοιχείο που εντυπωσιάζει δεν είναι ο αριθμός των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκε ισοπεδώνοντας το «παλάτι» του ανώτατου ηγέτη, αλλά η ακρίβεια με την οποία επελέγη ο στόχος. Όπως μεταδίδεται, οι επιτελείς της Μοσάντ είχαν στη διάθεσή τους αναλυτική εικόνα της σύσκεψης: γνώριζαν την ακριβή ώρα έναρξης, το αντικείμενο της συζήτησης, τα πρόσωπα που συμμετείχαν, ακόμη και τη χωροταξική διάταξη της αίθουσας.
Το πλέον ανησυχητικό για την ιρανική πλευρά είναι η εκτίμηση πως η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών γνώριζε με ακρίβεια σε ποιο σημείο του δωματίου καθόταν ο Χαμενεΐ τη στιγμή της επίθεσης. Μια τέτοια λεπτομέρεια δεν θα μπορούσε να προκύψει από δορυφορική επιτήρηση ή ηλεκτρονική υποκλοπή. Προϋποθέτει ανθρώπινη πηγή με φυσική παρουσία στον χώρο και άμεση πρόσβαση στον στενό κύκλο του ανώτατου ηγέτη. Με άλλα λόγια, αν οι διαρροές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε κάποιος από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες του Χαμενεΐ μετέφερε κρίσιμες πληροφορίες στο Ισραήλ το οποίο για το λόγο αυτό δεν προκάλεσε το πρώτο αιφνιδιαστικό χτύπημα νύχτα, όπως συνηθίζει, αλλά με το φως της ημέρας.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι μετά το πλήγμα διαβιβάστηκε άμεσα οπτικό υλικό που επιβεβαίωνε τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη. Ο πράκτορας που προσέγγισε το πτώμα, τράβηξε με κινητό τηλέφωνο βίντεο της σορού επιδεικνύοντας το χαρακτηριστικό δαχτυλίδι στο χέρι ως πιστοποίηση της ταυτότητάς του, και εν συνεχεία πήρε φωτογραφίες του προσώπου του νεκρού και τις έστειλε απευθείας στον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Όσο κι αν φαντάζει παράδοξο, πρώτα έμαθε ο Ισραηλινός πρόεδρος της κυβέρνησης για τον θάνατο του Χαμενεΐ και μετά οι στενοί συνεργάτες και οι αξιωματούχοι του αγιοτολάχ. Έτσι εξηγείται γιατί η ισραηλινή πλευρά εμφανίστηκε απολύτως βέβαιη για την έκβαση της επιχείρησης, ενώ στην Τεχεράνη επιχειρούσαν να διαψεύσουν τις πληροφορίες περί δολοφονίας του Χαμενεΐ.
Ο Νετανιάχου ήταν επίσης αυτός που μετέφερε την είδηση για τον Ιρανό αγιοτολάχ στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ. Η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού ηγέτη μέσω της πλατφόρμας Truth Social ήρθε, όπως αναφέρεται, αφού είχε προηγηθεί ανταλλαγή αποδεικτικών στοιχείων που πιστοποιούσαν την ταυτότητα του νεκρού. Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων ενίσχυσε την εικόνα ότι το Ισραήλ διέθετε επιβεβαιωμένη και διασταυρωμένη πληροφόρηση πολύ πριν οι ιρανικές αρχές διαμορφώσουν επίσημη γραμμή.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: ποιος είχε τη δυνατότητα να προσφέρει τέτοιου επιπέδου σημαντική ενημέρωση για τις κινήσεις του Χαμενεΐ; Στο επίκεντρο της φημολογίας βρίσκεται το όνομα του διοικητή της Δύναμης Quds των Φρουρών της Επανάστασης, στρατηγού Ισμαήλ Καανί. Ο Καανί, που ανέλαβε τη θέση μετά τον θάνατο του Κασέμ Σολεϊμανί, θεωρούνταν πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Χαμενεΐ και βασικός διαχειριστής των εξωτερικών επιχειρήσεων του Ιράν.
Η συζήτηση γύρω από το όνομά του και το εάν τελικά αυτός ήταν ο πολύτιμος πληροφοριοδότης της Μοσάντ δεν βασίζεται σε αποδείξεις, αλλά σε επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις. Σε προηγούμενες ισραηλινές επιθέσεις, τόσο εντός Ιράν όσο και στον Λίβανο, ο Καανί φέρεται να διέφυγε οριακά λίγο πριν γίνουν τα χτυπήματα. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, πλήγμα που στοίχισε τη ζωή στον ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, δεν τον συμπεριέλαβε στα θύματα, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στην ίδια ευρύτερη επιχειρησιακή ζώνη. Οι συμπτώσεις αυτές τροφοδότησαν εσωτερικές υποψίες στην Τεχεράνη και έδωσαν έδαφος σε σενάρια περί πιθανής διαρροής από το ανώτατο στρατιωτικό επίπεδο.
Οι φήμες εντάθηκαν όταν κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι ο Ιρανός στρατηγός είχε τεθεί υπό εσωτερικό έλεγχο και είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις. Παρότι δεν υπήρξε επίσημη επιβεβαίωση, το γεγονός ότι το όνομά του επανέρχεται σε κάθε μεγάλη επιχείρηση έχει δημιουργήσει ένα κλίμα καχυποψίας. Στην πλατφόρμα X, η συζήτηση πήρε διαστάσεις ειρωνείας και πολιτικής σάτιρας, με χρήστες να σχολιάζουν ότι η διείσδυση της Μοσάντ έχει φτάσει σε τέτοιο βάθος ώστε κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για την πραγματική ταυτότητα των πρωταγωνιστών.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το ουσιαστικό ζήτημα αφορά την ίδια τη φύση της σύγκρουσης. Αν πράγματι η Μοσάντ γνώριζε μέχρι και τη θέση στην οποία καθόταν ο Χαμενεΐ τη στιγμή της επίθεσης, τότε το πλήγμα δεν ήταν απλώς στρατιωτικό. Ήταν ένα μήνυμα στρατηγικής υπεροχής στον τομέα των πληροφοριών και του ψυχολογικού πολέμου. Η δυνατότητα μιας ξένης υπηρεσίας να χαρτογραφεί με τέτοια λεπτομέρεια τις εσωτερικές διαδικασίες μιας από τις πιο κλειστές πολιτικές δομές παγκοσμίως συνιστά σοβαρό πλήγμα αξιοπιστίας για το ιρανικό καθεστώς.