Ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ανοίγει μια εξαιρετικά αβέβαιη περίοδο για την Τεχεράνη και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, να μην κρύβει ότι η αποσταθεροποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα στρατηγικά του συμφέροντα. Παρά τις δημόσιες παροτρύνσεις προς τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί, δεν διαφαίνεται κάποιο συγκροτημένο σχέδιο για την «επόμενη ημέρα» μετά την απώλεια του ανώτατου θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη της χώρας.
Για χρόνια, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υπήρξε η κινητήρια δύναμη πίσω από στρατιωτικές επιχειρήσεις και δολιοφθορές κατά του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας και της θεοκρατικής της ηγεσίας. Με τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ εκτός σκηνής, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φαίνεται να πλησιάζει την πολιτική του φιλοδοξία για εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής. Ωστόσο, το σχέδιο της «επόμενης ημέρας» μοιάζει να αφήνεται σε μεγάλο βαθμό στην τύχη και στο θάρρος εκατομμυρίων Ιρανών πολιτών, από την Ταμπρίζ έως τη Ζαχεντάν, οι οποίοι καλούνται να ανατρέψουν τον σκληρό μηχανισμό ασφαλείας του καθεστώτος μέσω μαζικών διαδηλώσεων, χωρίς να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιο πολιτικό σύστημα θα μπορούσε να διαδεχθεί τη θεοκρατία.
Το Σάββατο το βράδυ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κάλεσε τους Ιρανούς να «αποτινάξουν τα δεσμά της τυραννίας», κάνοντας λόγο για μια «ευκαιρία που παρουσιάζεται μία φορά σε κάθε γενιά» για την ανατροπή της δικτατορίας και προτρέποντάς τους να κατέβουν «μαζικά στους δρόμους» και να «ολοκληρώσουν το έργο». Στην ίδια γραμμή, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζει ότι οι Ιρανοί έχουν τη «μεγαλύτερη ευκαιρία» να «πάρουν πίσω» τη χώρα τους.
Ο Νετανιάχου εκτιμά ότι θα βγει κερδισμένος ακόμα και αν η λαϊκή εξέγερση που προτρέπει οδηγήσει τη χώρα σε βίαιη αναταραχή. Σε ένα ιδανικό σενάριο, θα αναδυόταν στην Τεχεράνη ένα φιλικό προς το Ισραήλ καθεστώς. Ωστόσο, το Ισραήλ έχει συχνά υιοθετήσει μια ρεαλπολιτίκ προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ακόμα και η αναταραχή μπορεί να ενισχύσει τα συμφέροντά του. Αυτό έχει καταστεί εμφανές στον Λίβανο και στη Συρία. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν έχει συνδράμει τις λιβανικές αρχές στις προσπάθειές τους να επιβάλουν πειθαρχία στη σιιτική πολιτοφυλακή της Χεζμπολάχ ή να την αφοπλίσουν, αντιθέτως, έχει συνεχίσει τις αεροπορικές επιδρομές και τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Παρομοίως, έχει προκαλέσει πιέσεις στη νέα ηγεσία της Δαμασκού, στηρίζοντας τη μειονότητα των Δρούζων. Στα παλαιστινιακά εδάφη, κατηγορείται συχνά ότι εκμεταλλεύεται τις διαιρέσεις μεταξύ της Χαμάς και της Παλαιστινιακής Αρχής.
Η λογική είναι σαφής: εάν χώρες καταναλώνονται από εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις, ακόμη και από εμφύλιο πόλεμο, δεν μπορούν να στραφούν συντονισμένα κατά του Ισραήλ. Επομένως, θα ήταν σφάλμα να θεωρηθεί ότι το μοναδικό επιθυμητό αποτέλεσμα για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι η σταθερότητα στην Τεχεράνη. Η αστάθεια θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει προς όφελός του. Εάν το Ιράν αποδυναμωθεί σε βαθμό που να μην μπορεί να λειτουργεί φυγοκεντρητές εμπλουτισμού ουρανίου ή να στηρίζει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τους Χούθι στην Υεμένη, αυτό συνιστά επίσης νίκη.
Σύμφωνα με τον σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Οφίρ Φαλκ, ο στόχος του πολέμου με το Ιράν είναι απλός: «Να κερδίσουμε». Σε ανταλλαγή μηνυμάτων με το Politico, διευκρίνισε ότι νίκη θα σημάνει όταν «η απειλή που συνιστά το καθεστώς των Αγιατολάχ και οι πληρεξούσιοί του θα έχει απομακρυνθεί». Ερωτηθείς για το τι εκτιμά η ισραηλινή κυβέρνηση ότι συμβαίνει στο εσωτερικό του δοκιμαζόμενου καθεστώτος, απάντησε σχεδόν αδιάφορα: «Θα δούμε τι θα συμβεί».
Ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, Εχούντ Όλμερτ, δήλωσε στο Politico ότι όσα έχουν περιγράψει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν συνιστούν σχέδιο, αλλά απλή αισιοδοξία. «Ο Μπίμπι ήθελε τον πόλεμο και ο Τραμπ ανυπομονούσε να κάνει κάτι εξαιρετικό. Αλλά δεν βλέπω κανένα σχέδιο πέρα από την ελπίδα ότι η κυβέρνηση θα καταρρεύσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Το σπας, το αναλαμβάνεις»
Η στρατηγική της συντριβής ενός αντιπάλου με συντριπτική ισχύ και της προσδοκίας ότι θα ακολουθήσει ομαλή μετάβαση σε ένα καλοπροαίρετο καθεστώς έχει αρνητικό ιστορικό. Πριν από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ είχε προειδοποιήσει τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους τον νεότερο: «Αν ανατρέψεις μια κυβέρνηση, ένα καθεστώς, μάντεψε ποιος γίνεται η κυβέρνηση και το καθεστώς και είναι υπεύθυνος για τη χώρα; Εσύ. Άρα, αν το σπάσεις, το αναλαμβάνεις». Αυτή η προειδοποίηση δεν φαίνεται να επηρεάζει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίοι υιοθετούν την άποψη ότι πλέον «το αναλαμβάνει» ο ιρανικός λαός. Ωστόσο, πρόκειται για ένα μεγάλο στοίχημα.
Σύμφωνα με τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα του Ισραήλ, Kan, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διαβεβαίωσε τους υπουργούς του ότι ο θάνατος του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ θα συντόμευε τη στρατιωτική επιχείρηση, καθώς θα ενθάρρυνε τους αντιπάλους του καθεστώτος να εξεγερθούν. Αν και λίγοι αμφισβητούν την επιθυμία πολλών Ιρανών για αλλαγή, για να καταρρεύσει το καθεστώς θα έπρεπε να υπάρξει ρήγμα στο εσωτερικό των υπηρεσιών ασφαλείας. Προς το παρόν, ο πολιτικός και στρατιωτικός κορμός του κράτους εμφανίζει ανθεκτικότητα στη δομή διοίκησής του, ενώ οι μαζικές διαμαρτυρίες των τελευταίων ετών και μηνών αντιμετωπίστηκαν με ωμή βία, μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις. Το ερώτημα παραμένει: σε ποιον θα παραδίδονταν οι Φρουροί της Επανάστασης και από ποιον θα ζητούσαν αμνηστία;
Παρά τις απώλειες κορυφαίων ηγετικών στελεχών, το Ιράν έχει καταφέρει να εξαπολύσει αντίποινα στον Περσικό Κόλπο και στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Φρουροί της Επανάστασης ορκίστηκαν «εκδίκηση», υποσχόμενοι «τη σφοδρότερη επίθεση στην ιστορία του Ιράν», ανακοινώνοντας ότι πραγματοποίησαν την έκτη φάση της επιχείρησης «Αληθινή Υπόσχεση IV» κατά αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή και κατά του Ισραήλ.

Ανθεκτικότητα του καθεστώτος και μεταβατικό συμβούλιο
Όλα τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι η δομή του καθεστώτος παραμένει, προς το παρόν, όρθια ακόμα και μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. «Είχαμε προετοιμαστεί για τέτοιες στιγμές και έχουμε σχέδια για όλα τα σενάρια, ακόμη και για την περίοδο μετά το μαρτύριο του σεβαστού Ιμάμη Χαμενεΐ», δήλωσε ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, σε βίντεο που μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση, προσθέτοντας ότι μετά τη συγκρότηση του ηγετικού συμβουλίου «η ισχύς και η ακεραιότητα των αξιωματούχων, των αμυντικών δυνάμεων και του λαού θα είναι πέρα από κάθε φαντασία».
Ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, Αλί Λαριτζανί, ανακοίνωσε τη σύσταση τριμελούς συμβουλίου, αποτελούμενου από τον πρόεδρο του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, τον σκληροπυρηνικό επικεφαλής της Δικαιοσύνης, Γκολαμχοσεΐν Μοχσενί Ετζεΐ, και τον Αλιρεζά Αραφί, νομικό μέλος του Συμβουλίου των Φρουρών και επικεφαλής της παραστρατιωτικής δύναμης Μπασίτζ. Το συμβούλιο θα κυβερνά έως ότου η 88μελής Συνέλευση των Ειδικών επιλέξει νέο ανώτατο ηγέτη, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί σύντομα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισραήλ θα επιχειρήσει να διαταράξει το μεταβατικό αυτό σχήμα και τη διαδικασία επιλογής διαδόχου, όπως είχε πράξει πέρυσι στον Λίβανο με τη στρατηγική «αποκεφαλισμού», στοχοποιώντας πιθανούς διαδόχους του ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα.

Χωρίς ενιαία αντιπολίτευση και με αβέβαιο ορίζοντα
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν μπορεί να επιτύχει μια τέτοια στρατηγική χωρίς ενιαία αντιπολίτευση. Ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών και σήμερα συνεργάτης του Atlantic Council, διερωτήθηκε κατά πόσο η εξωτερική στρατιωτική πίεση μπορεί ρεαλιστικά να στηριχθεί σε μια ιρανική κοινωνία χωρίς συνεκτική ηγεσία, ιδίως απέναντι σε ένα καθεστώς που λειτουργεί επί 47 χρόνια υπό τον πειθαρχημένο έλεγχο των Φρουρών της Επανάστασης. Όπως σημείωσε, δεν υπάρχει ενοποιημένη και οργανωμένη αντιπολίτευση ικανή να εκμεταλλευτεί άμεσα τυχόν αποδιοργάνωση των ελίτ, ενώ η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι μεν πραγματική και εκτεταμένη, αλλά ο κατακερματισμός και η καταστολή περιορίζουν τη μετατροπή της σε πολιτική αλλαγή. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι οι προβλέψεις για άμεση κατάρρευση του καθεστώτος θα ήταν πρόωρες και ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως είναι μια παρατεταμένη εκστρατεία χωρίς σαφή μηχανισμό τερματισμού, που θα οδηγήσει σε μια ανοιχτή σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος.
Μεταξύ των πιθανών διεκδικητών της ηγεσίας σε περίπτωση κατάρρευσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας συγκαταλέγεται ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του Σάχη που ανατράπηκε το 1979, ο οποίος προβάλλει εαυτόν ως μεταβατικό ηγέτη για τη μετάβαση στη δημοκρατία. Η οργάνωση αντιπολίτευσης Μουτζαχεντίν-ε Χαλκ, που είχε παλαιότερα καταχωριστεί ως τρομοκρατική από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, επίσης εμφανίζεται έτοιμη να αναλάβει ρόλο. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το ενδεχόμενο περιφερειακής και εθνοτικής αναταραχής σε κοινότητες όπως οι Κούρδοι και οι Μπαλούχοι.
Ο πρώην Ισραηλινός διαπραγματευτής ειρήνης, Ντάνιελ Λέβι, εξέφρασε τον φόβο ότι η στρατιωτική παρέμβαση θα σπείρει χάος στη Μέση Ανατολή για τα επόμενα χρόνια, με απρόβλεπτες συνέπειες, και ότι θα καταγραφεί ως «καθοριστική στιγμή στην προσπάθεια του Ισραήλ για περιφερειακή κυριαρχία».