Η Κίνα εμφανίζεται απρόθυμη να στηρίξει έμπρακτα το Ιράν, την ώρα που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ χτυπούν τον στενότερο εταίρο του Πεκίνου στη Μέση Ανατολή και καλούν ανοιχτά σε ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, η κινεζική ηγεσία επιχειρεί να παρουσιαστεί ως πυλώνας σταθερότητας, ζυγίζοντας τις ενεργειακές της ανάγκες, τις επενδύσεις στον Κόλπο και τη μεγάλη γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον.

Παρά τις οργισμένες καταγγελίες του Πεκίνου για τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, η στήριξη προς το Ιράν παραμένει ως τώρα κυρίως ρητορική. Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις επιθέσεις εν μέσω διαπραγματεύσεων και κατήγγειλε τη «δολοφονία ηγέτη κυρίαρχης χώρας» και τις εκκλήσεις για αλλαγή καθεστώτος, διαβεβαιώνοντας ότι η Κίνα υποστηρίζει την ιρανική «κυριαρχία, ασφάλεια, εδαφική ακεραιότητα και εθνική αξιοπρέπεια». Πέρα από τις δηλώσεις και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με την Τεχεράνη, όμως, το Πεκίνο αποφεύγει κάθε κίνηση που θα μπορούσε να το εμπλέξει στρατιωτικά ή να το φέρει σε ευθεία σύγκρουση με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Το Ιράν, η Κίνα και τα όρια της «αντισυστημικής» συμμαχίας

Αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα επιλέγει να μείνει στο περιθώριο της σύγκρουσης, προβάλλοντας την εικόνα του «υπερασπιστή της διεθνούς τάξης» και προετοιμαζόμενη να συνεργαστεί με όποια ηγεσία προκύψει στο Ιράν μετά τον πόλεμο. Το μοτίβο θυμίζει τη συγκρατημένη στάση του Πεκίνου όταν ο αμερικανικός στρατός συνέλαβε τον Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, αλλά και την πιθανή στάση του σε ένα μελλοντικό σενάριο αμερικανικής δράσης κατά της Κούβας, μιας χώρας με την οποία η Κίνα περιγράφει τη σχέση της ως «αλυγιστή φιλία». Καθώς οι ΗΠΑ αποδομούν σταδιακά τους βασικούς γεωπολιτικούς εταίρους της Κίνας, από την Τεχεράνη ως το Καράκας, η φιλοδοξία του Σι Τζινπίνγκ να οικοδομήσει ένα μπλοκ «ομοϊδεατών» μέσω πρωτοβουλιών όπως η Global Security Initiative και η Global Development Initiative δέχεται σοβαρό πλήγμα.

Παρά την ένταξη του Ιράν στους BRICS το 2024 και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης το 2023, η θεσμική αυτή «ομπρέλα» δεν προστάτευσε την Τεχεράνη από την αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία. Όπως σημειώνει η οικονομολόγος Αλίσια Γκαρθία Ερέρο, η υπόσχεση μιας κινεζικής «εναλλακτικής» στο δυτικό σύστημα αποδεικνύεται κενή όταν ο εταίρος βρίσκεται πραγματικά σε ανάγκη: «η Κίνα δεν θα είναι εκεί αν τη χρειαστείς». Την ίδια ώρα, το Πεκίνο αντλεί ορισμένα στρατηγικά οφέλη: η Ουάσινγκτον πιέζει τα όρια της στρατιωτικής της ικανότητας και εξαντλεί αποθέματα πυρομαχικών που θα ήταν κρίσιμα σε μια μελλοντική αντιπαράθεση για την Ταϊβάν, ενώ αποκαλύπτει όπλα και τακτικές σε πραγματικό πεδίο μάχης.

Η Κίνα αξιοποιεί την κρίση για να παρουσιάσει τις ΗΠΑ ως δύναμη αποσταθεροποίησης που «οδηγεί τον κόσμο πίσω στον νόμο της ζούγκλας», όπως είπε ο Γουάνγκ Γι. Η εικόνα αυτή «σταθερότητας» εξυπηρετεί το αφήγημα του Πεκίνου προς τον Παγκόσμιο Νότο, ακόμη και αν συνοδεύεται από την επιλογή της μη παρέμβασης όταν ένας στενός εταίρος, όπως το Ιράν, βρίσκεται υπό σφοδρή επίθεση.

Ενέργεια, Κόλπος και διλήμματα για Πεκίνο–Τεχεράνη

Πίσω από την προσεκτική στάση του Πεκίνου κρύβονται σκληροί υπολογισμοί ισχύος, με πρώτο και βασικό την ενέργεια. Ένα μεγάλο μέρος των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, που η Τεχεράνη απειλεί να στοχοποιήσει, ανεβάζοντας παγκοσμίως τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρότι η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 12% των συνολικών κινεζικών εισαγωγών, γεγονός που υπογραμμίζει τη μονόπλευρη εξάρτηση της Τεχεράνης από το Πεκίνο.

Ταυτόχρονα, η Κίνα έχει επενδύσει πολλαπλάσια κεφάλαια στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε σχέση με το Ιράν, ενώ το Ριάντ πούλησε πέρυσι στην Κίνα περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι η Τεχεράνη. Αν το Πεκίνο προχωρούσε σε κινήσεις που θα διευκόλυναν ιρανικά πλήγματα κατά γειτονικών χωρών με τις οποίες διατηρεί κρίσιμες ενεργειακές και επενδυτικές σχέσεις, θα διακινδύνευε το σύνολο της παρουσίας του στον Κόλπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γουάνγκ Γι, σε επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν, προειδοποίησε ότι η «διάχυση του πολέμου» δεν εξυπηρετεί τα «θεμελιώδη και μακροπρόθεσμα συμφέροντα» των κρατών του Κόλπου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο άξονας Ιράν–Κίνα–Ρωσία–Βόρεια Κορέα, τον οποίο δυτικοί αξιωματούχοι περιέγραφαν ως ανεπίσημη ομάδα «Crink» που αντιστέκεται στη Δύση, δείχνει μάλλον χαλαρός όταν δοκιμάζεται στο πεδίο. Υπάρχουν παραδείγματα συνεργασίας, όπως η κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων Ιράν–Ρωσίας και η προμήθεια κινεζικών εξαρτημάτων και πρώτων υλών για τα οπλοστάσια της Μόσχας και της Τεχεράνης, αλλά αυτή η στήριξη δεν μεταφράζεται σε άμεση βοήθεια προς το Ιράν στον τρέχοντα πόλεμο.

Ιράν–Κίνα: μυστικά πετρέλαια, αργή «στρατηγική συμφωνία» και κινεζική θωράκιση

Το 2021, Ιράν και Κίνα ανακοίνωσαν μια φιλόδοξη συμφωνία οικονομικής συνεργασίας, με πρόβλεψη κινεζικών επενδύσεων ύψους 400 δισ. δολαρίων σε βάθος 25ετίας. Ωστόσο, η πρόοδος αποδεικνύεται αργή και προσκρούει στις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Τεχεράνης, περιορίζοντας την ουσιαστική απόδοση της συμφωνίας. Οι δύο χώρες έχουν στήσει περίπλοκα σχήματα για να αποκρύπτουν τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα, μέσω μεταγγίσεων από πλοίο σε πλοίο και «βαπτίζοντας» το ιρανικό αργό ως προερχόμενο από τρίτες χώρες, όπως η Μαλαισία, ενώ η αποπληρωμή γίνεται με έργα υποδομών εκτός διεθνούς τραπεζικού συστήματος, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.

Παράλληλα, το Πεκίνο επιχειρεί να θωρακιστεί απέναντι σε ενδεχόμενο σοκ στις ενεργειακές ροές από τον Κόλπο, χτίζοντας στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και επενδύοντας στην ηλεκτροκίνηση και σε τεχνολογίες που μειώνουν την κατανάλωση πετρελαίου, η οποία εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί σύντομα. Όπως επισημαίνει ο ερευνητής Αντρέα Γκιζέλι, η Κίνα έχει προετοιμαστεί «εδώ και καιρό» για ένα τέτοιο σενάριο, προτιμώντας προς το παρόν να παρακολουθεί πού θα οδηγήσει ο πόλεμος το Ιράν, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αντί να εμπλακεί ενεργά. Για την Τεχεράνη, το μήνυμα είναι σαφές: ακόμη και μια σχέση βαθιάς ενεργειακής εξάρτησης και διακηρυγμένης «στρατηγικής συνεργασίας» με την Κίνα δεν εγγυάται έμπρακτη στήριξη όταν ξεσπά ο πόλεμος.