Επιχειρήσεις που δηλώνουν ζημία για τουλάχιστον 3 συνεχόμενα έτη, όσες εμφανίζουν σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ αγορών, πωλήσεων και αποθεμάτων ή όσοι αδιαφορούν και δεν προσκομίζουν τα στοιχεία που ζητά η εφορία μπαίνουν στο «μάτι» του φοροελεγκτικού μηχανισμού. Ο ελεγκτικός κλοιός σφίγγει περισσότερο από το 2024 για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις καθώς η ΑΑΔΕ με το νέο φορολογικό νόμο διευρύνει τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου για τον εντοπισμό «μαύρων» εισοδημάτων και εσόδων.

Το νέο καθεστώς προβλέπει ότι οι έλεγχοι με βάση τις τραπεζικές καταθέσεις, τις δαπάνες σε μετρητά και τη ρευστότητα του φορολογουμένου επεκτείνονται στις ακόλουθες 4 περιπτώσεις:

  • Όταν δηλώνεται ζημία σε τρία τουλάχιστον συνεχόμενα έτη και δεν προκύπτει ο τρόπος χρηματοδότησης της επιχείρησης, με τον οποίο καλύπτονται οι υποχρεώσεις της.
  • Όταν υπάρχει σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ αγορών, πωλήσεων και αποθεμάτων.
  • Όταν ο συντελεστής μικτού κέρδους που προκύπτει από τα δηλούμενα αποτελέσματα είναι διαφορετικός από αυτόν που προκύπτει βάσει των παραστατικών αγορών και πωλήσεων.
  • Όταν η επιχείρηση δεν προσκομίζει στοιχεία που ζητά η φορολογική διοίκηση, ύστερα από δύο προσκλήσεις.
Φόροι

Επισημαίνεται ότι οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου εφαρμόζονται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα με στόχο τον επαναπροσδιορισμό των εισοδημάτων τους σε περιπτώσεις που οι φορολογικές αρχές θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για φοροδιαφυγή. Ειδικά στα φυσικά πρόσωπα οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου χρησιμοποιούνται όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης, ή όταν υπάρχει περίπτωση προσαύξησης περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα.

Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία οι έμμεσες τεχνικές στηρίζονται στις ακόλουθες παραμέτρους:

  1. Αρχή των αναλογιών. Με την μέθοδο αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη του ελεγχόμενου προσώπου βάσει αναλογιών και ιδίως, του περιθωρίου μικτού κέρδους.
  2. Αρχή ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου. Η τεχνική προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη αναλύοντας τα έσοδα (φορολογητέα και μη), τις αγορές και δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές και οικογενειακές) και τις αυξήσεις και μειώσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων (επαγγελματικών, ατομικών και οικογενειακών) του φορολογούμενου φυσικού προσώπου.
  3. Αρχή της καθαρής θέσης του φορολογούμενου Η τεχνική αυτή αναδημιουργεί το οικονομικό ιστορικό του φορολογούμενου φυσικού προσώπου και προσδιορίζει φορολογητέα ύλη, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα διαθέσιμα κεφάλαια προσωπικά, οικογενειακά, επαγγελματικά, τις διάφορες απαιτήσεις προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές (ενεργητικό), τις υποχρεώσεις προσωπικές, οικογενειακές ή επαγγελματικές (παθητικό), τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές δαπάνες ως και τα εισοδήματα από λοιπές πηγές (ατομικά και οικογενειακά).
  4. Αρχή της σχέσης τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών: Με την μέθοδο αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα αξιοποιώντας τη σχέση της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών.
  5. Αρχή του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά: Η τεχνική αυτή προσδιορίζει φορολογητέα ύλη παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, του/της συζύγου και των προστατευομένων μελών αυτών, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωση τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, τα διαθέσιμα, τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.