Ένα σπασμένο φέρετρο, μια κηδεία σε μια απομακρυσμένη πόλη χρυσωρύχων και δεκάδες θάνατοι που ακολούθησαν βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας για την προέλευση της νέας επιδημίας Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Οι υγειονομικές αρχές προσπαθούν να εντοπίσουν τον λεγόμενο «ασθενή μηδέν», δηλαδή το πρώτο ή ένα από τα πρώτα κρούσματα της επιδημίας που εξαπλώνεται στην ανατολική επαρχία Ιτούρι, μια περιοχή ήδη πληγωμένη από συγκρούσεις και χρόνια ανασφάλεια.
Σύμφωνα με το Reuters, στο μικροσκόπιο των ερευνητών βρίσκεται η κηδεία του 44χρονου πάστορα Παλούκου Μακούντι Ντενίς, ο οποίος πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου και τάφηκε την επόμενη ημέρα στην πόλη Μονγκμπουάλου.
Το ταξίδι της σορού και το σπασμένο φέρετρο
Η σορός του πάστορα μεταφέρθηκε από το νεκροτομείο της Μπούνια προς το Μονγκμπουάλου μέσα σε ξύλινο φέρετρο, τοποθετημένο στο πίσω μέρος ενός παλιού οχήματος Nissan.
Το ταξίδι ήταν δύσκολο. Ο δρόμος, γεμάτος σκόνη, πέτρες και βαθιές λακκούβες, προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στο όχημα. Στο πίσω μέρος βρίσκονταν και νεαροί συγγενείς του νεκρού, καθισμένοι πάνω στο φέρετρο.
Όταν η πομπή έφτασε στο Μονγκμπουάλου, το φέρετρο είχε ραγίσει και καταρρεύσει σε σημεία από το βάρος και την ταλαιπωρία της διαδρομής.
Για την οικογένεια, η εικόνα ήταν αδιανόητη. Ο πατέρας του πάστορα αρνήθηκε να θάψει τον γιο του σε αυτό το φέρετρο και συγγενείς έσπευσαν να αγοράσουν καινούργιο.
Η μεταφορά της σορού και ο κίνδυνος
Η σορός μεταφέρθηκε σε νέο φέρετρο από κατοίκους της περιοχής. Αν ο πάστορας ήταν ήδη μολυσμένος με Έμπολα, η πράξη αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς τα σώματα θυμάτων του ιού είναι ιδιαίτερα μολυσματικά.
Ο πάστορας δεν είχε εξεταστεί για Έμπολα. Στο νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί είχε διαγνωστεί με περιτονίτιδα, μια σοβαρή κοιλιακή λοίμωξη. Εκείνη την περίοδο, οι αρχές δεν είχαν ακόμη επιβεβαιώσει επίσημα την ύπαρξη επιδημίας.
Ειδικοί σημειώνουν ότι χωρίς εργαστηριακό έλεγχο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από τι πέθανε. Ωστόσο, η περίπτωση του Μακούντι θεωρείται από τους ερευνητές μία από τις πρώτες ύποπτες υποθέσεις στην αλυσίδα μετάδοσης.
Η κηδεία που ερευνάται ως πιθανό σημείο υπερμετάδοσης
Στην κηδεία του πάστορα συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από 80 συγγενείς, φίλοι και γείτονες. Όπως συμβαίνει σε πολλές παραδοσιακές τελετές, οι άνθρωποι μπορεί να έρχονται σε άμεση επαφή με τη σορό, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί αν αυτό συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Λίγες ημέρες μετά την ταφή, κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να αρρωσταίνουν.
Ο δήμαρχος του Μονγκμπουάλου ανέφερε ότι μέσα σε δύο εβδομάδες από την κηδεία καταγράφηκαν σχεδόν 50 θάνατοι, με πολλούς ασθενείς να εμφανίζουν συμπτώματα που παραπέμπουν σε Έμπολα, όπως πυρετό, εμετούς και αιμορραγίες.
Ανάμεσα στους πρώτους που πέθαναν ήταν και ο αδελφός του πάστορα, ένας 36χρονος μεταλλωρύχος. Ακολούθησαν και άλλοι θάνατοι μέσα στην οικογένεια, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες των ερευνητών ότι η νόσος μπορεί να κυκλοφορούσε αθόρυβα στην περιοχή για εβδομάδες ή και μήνες.
Η επιδημία είχε πιθανώς ξεκινήσει πολύ νωρίτερα
Ένας επιδημιολόγος που συμμετέχει στην έρευνα εκτιμά ότι το συγκεκριμένο στέλεχος του Έμπολα, γνωστό ως Bundibugyo, μπορεί να κυκλοφορούσε για τέσσερις έως έξι μήνες πριν από την επίσημη επιβεβαίωση της επιδημίας στις 15 Μαΐου.
Το στέλεχος αυτό είναι σπάνιο και εξαιρετικά επικίνδυνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η επιδημία έχει προκαλέσει περίπου 635 επιβεβαιωμένες μολύνσεις και τουλάχιστον 127 θανάτους στην ανατολική ΛΔ Κονγκό, ενώ οι αρχές προειδοποιούν ότι ο πραγματικός απολογισμός μπορεί να είναι υψηλότερος.
Μόνο στο Μονγκμπουάλου, το υπουργείο Υγείας του Κονγκό ανακοίνωσε στις 9 Ιουνίου ότι τουλάχιστον 40 άνθρωποι είχαν επιβεβαιωμένα πεθάνει από Έμπολα.
Οι φήμες για «κατάρα» και το καμένο φέρετρο
Καθώς οι θάνατοι αυξάνονταν, πολλοί κάτοικοι δεν αναζήτησαν εξηγήσεις στα εργαστήρια ή στις κλινικές. Αντίθετα, στράφηκαν στα όσα είχαν συμβεί γύρω από την κηδεία του πάστορα.
Το αρχικό φέρετρο, εκείνο που είχε σπάσει στη διαδρομή, φέρεται να κάηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Κανείς από τους συγγενείς και κατοίκους που μίλησαν στο Reuters δεν είπε ότι είδε τη φωτιά να ξεκινά, όμως αρκετοί ανέφεραν ότι είδαν τα καμένα απομεινάρια.
Η ιστορία αυτή άρχισε να παίρνει διαστάσεις μέσα στην κοινότητα. Για ορισμένους κατοίκους, το κάψιμο του φέρετρου θεωρήθηκε προσβολή προς τους νεκρούς και τους προγόνους.
Όταν ακολούθησαν και άλλοι θάνατοι, οι φήμες περί «κατάρας» φούντωσαν. Σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τοπικές συζητήσεις, άρχισε να κυκλοφορεί η ιδέα ότι δεν επρόκειτο για ιό, αλλά για τιμωρία που σχετιζόταν με την προσβολή γύρω από την ταφή.
Η δυσπιστία απέναντι στους υγειονομικούς
Η εξάπλωση των φημών δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την προσπάθεια των αρχών. Όταν οι ερευνητές έφτασαν στο Μονγκμπουάλου στις αρχές Μαΐου, βρήκαν μια κοινότητα φοβισμένη, δύσπιστη και σε ορισμένες περιπτώσεις εχθρική απέναντι στους υγειονομικούς.
Το μοτίβο αυτό δεν είναι καινούργιο στις επιδημίες Έμπολα. Σε προηγούμενες κρίσεις, η δυσπιστία προς την ιατρική βοήθεια, οι τοπικές δοξασίες και ο φόβος είχαν οδηγήσει ακόμη και σε βίαιες επιθέσεις κατά υγειονομικών ομάδων.
Κάτι ανάλογο συνέβη και τώρα. Στις 22 Μαΐου, νεαροί σε κοντινό χωριό επιτέθηκαν σε ομάδα που συγκέντρωνε πληροφορίες για επιβεβαιωμένο κρούσμα. Την επόμενη ημέρα, άγνωστοι έβαλαν φωτιά σε σκηνή απομόνωσης που είχε στηθεί από ανθρωπιστικές οργανώσεις στο γενικό νοσοκομείο του Μονγκμπουάλου.
«Με κατηγορούν, ενώ είμαι κι εγώ θύμα»
Η οικογένεια του πάστορα βρέθηκε επίσης στο στόχαστρο. Ο πατέρας του, Πάκα Κιμπάλι, δήλωσε ότι κάποιοι κάτοικοι κατηγορούν άδικα την οικογένειά του για την έναρξη της επιδημίας.
Όπως είπε, το φέρετρο του γιου του βεβηλώθηκε και στη συνέχεια η οικογένεια κατηγορήθηκε για τους θανάτους που ακολούθησαν.
Για τους συγγενείς του πάστορα, η τραγωδία είναι διπλή: έχασαν δικούς τους ανθρώπους και ταυτόχρονα βρέθηκαν αντιμέτωποι με καχυποψία, φόβο και κοινωνική πίεση.
Η αναζήτηση του πρώτου κρίκου
Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη αποδείξει ότι ο πάστορας Μακούντι ήταν ο πρώτος ασθενής της επιδημίας. Η περίπτωσή του όμως παραμένει κρίσιμη, επειδή βρίσκεται χρονικά πολύ νωρίς στην αλυσίδα των ύποπτων θανάτων και συνδέεται με μια τελετή στην οποία συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός ανθρώπων.
Η αναζήτηση του «ασθενή μηδέν» δεν είναι απλώς ζήτημα ιστορικής καταγραφής. Είναι βασικό εργαλείο για να κατανοήσουν οι αρχές πώς ξεκίνησε η επιδημία, πόσο καιρό κυκλοφορούσε αθόρυβα ο ιός και πώς μπορούν να αποτραπούν νέες εξάρσεις.
Στο Μονγκμπουάλου, όμως, η επιστημονική έρευνα συγκρούεται με τον φόβο, το πένθος και τις φήμες. Ένα σπασμένο φέρετρο, μια καμένη κάσα και μια κηδεία έχουν γίνει πλέον μέρος ενός μεγαλύτερου μυστηρίου: πώς ξέφυγε ο Έμπολα και πώς μπορεί να σταματήσει πριν σκορπίσει ακόμη περισσότερο θάνατο.