«Επήρε η μερα κι η αυγή, βασίλεψεν η πούλια
Πήρε κι ο ήλιος στις κορφές, συχνολαλούν τ’ αηδόνια.
Οι πέρδικες ροβόλησαν στις βρύσες και λουζόνται
Μα μια λεβεντοπέρδικα με το πολύ καμάρι
Η Γκόλφω η πεντάμορφη δε φανηκέ ακόμα
Μα… Να την που ξαγνάντησε
-Καλή σου μέρα Τάσο
-Καλώς τηνε τη πέρδικα που’ κανα μαύρα μάτια, ω! να με ιδεί και να την δω, Καλή σου μέρα Γκόλφω».
Προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που με ταξίδεψε τόσο βαθιά ένα τραγούδι. Πότε ένας στίχος κατάφερε να ξυπνήσει τόσες αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να είναι η πρώτη φορά που ένα κομμάτι, όπως το «Τσάμικο» του Μιχάλη Καλογεράκη από το νέο άλμπουμ «Γκόλφω», μου προκάλεσε τόσο έντονη συγκίνηση και μια γλυκιά νοσταλγία. Ακούγοντας, δε, τη φωνή της Στεφανούλας Καλογεράκη να απαγγέλει τους στίχους από το κλασικό ποίημα του Σπυρίδωνα Περεσιάδη του 1893, ο χρόνος σταμάτησε. Με έναν τρόπο μαγικό, έγινα ξανά παιδί. Η απαγγελία της μού έφερε αυθόρμητα θύμησες από τη γιαγιά μου. Μου θύμισε εκείνα τα απογεύματα που μου διηγούνταν παραμύθια με τον δικό της, μοναδικό και ζωηρό τρόπο. Τότε που οι λέξεις είχαν βάρος, ζεστασιά και αλήθεια.
Η ακρόαση του άλμπουμ κυλάει σαν νερό σε παλιό, χωμάτινο αυλάκι. Καθώς το «Καλημέρα Γκόλφω» διαδέχεται το αρχικό ξύπνημα, νιώθεις μια πρωτόγνωρη οικειότητα, σαν να ξεφυλλίζεις ένα κιτρινισμένο οικογενειακό άλμπουμ. Η θεατρική ατμόσφαιρα κορυφώνεται στην «Πράξη Β’ – Πάπια Πάπια» με την ερμηνεία του Αργύρη Μπακιρτζή, ενώ όταν φτάνουμε στην «Εξομολόγηση», η αίσθηση της απώλειας και του αγνού έρωτα γίνεται σχεδόν χειροπιαστή. Στην «Πράξη Ε’ – Βέργες», η ατμόσφαιρα αλλάζει… Οι φωνές του Μιχάλη Καλογεράκη, Χρήστου Κραγιόπουλου και της Νεφέλης Φασούλη ενώνονται με εκείνη της Άλκηστις Ζιρώ, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό πλέγμα που μοιάζει με τον αντίλαλο των βουνών.
Η απόλυτη συγκίνηση, όμως, έρχεται να κλειδώσει με το κομμάτι «Αρχάνα». Εδώ, η Στεφανούλα Καλογεράκη δεν απαγγέλλει απλώς· κουβαλάει στους ώμους της την ίδια την ιστορία. Ακούγοντάς την, νιώθω πως αυτή η ηχογράφηση είναι ένα ιερό φυλαχτό μνήμης. Μια υπενθύμιση ότι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν φεύγουν ποτέ, όσο οι φωνές τους συνεχίζουν να αντηχούν μέσα από τις δικές μας αναμνήσεις. Τέλος, το κλείσιμο με το κομμάτι «Μπακιρτζής», όπου η σκηνοθέτιδα Έλενα Καλαϊτζή συναντά τον Μιχάλη Καλογεράκη, αφήνει μια γλυκιά, θεατρική επίγευση.

Ακούγοντας συνολικά τη «Γκόλφω» νιώθεις πως το χθες και το σήμερα γίνονται ένα. Εξάλλου, αυτό ακριβώς καταφέρνει το άκρως ευαίσθητο άλμπουμ: μας παίρνει από το χέρι και μας μεταφέρει στην ησυχία μιας άλλης εποχής. Τα Καλογεράκια, μετά «Τα Παραμύθια της Μελπομένης», στρέφουν ξανά το βλέμμα τους στο παρελθόν. Αυτή τη φορά, εστιάζουν στην εμβληματική ερωτική ιστορία της «Γκόλφως και του Τάσου» και με απέραντο σεβασμό και νοσταλγική διάθεση, ο Μιχάλης Καλογεράκης μελοποίησε τρία αποσπάσματα από το σπουδαίο αυτό θεατρικό έργο. Η δική τους «Γκόλφω» δεν είναι απλά μια μουσική κυκλοφορία, είναι μια γέφυρα με τις ρίζες μας, μια υπενθύμιση της αθωότητας που χάνεται και, πάνω από όλα, ένας τρυφερός φόρος τιμής στις φωνές των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν.
Το άλμπουμ ήταν και η αφορμή που συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι στο Νέο Κόσμο με τα Καλογεράκια, τον Μιχάλη και τον Παντελή, σε ένα ωραίο παραδοσιακό καφενείο, από εκείνα που σου θυμίζουν έντονα δεκαετία του ’80. Καθίσαμε, ήπιαμε τον καφέ μας, φάγαμε το παγωτό μας και μιλήσαμε για τα παιδικά μας χρόνια, τον ερχομό στην Αθήνα από την επαρχία. Μιλήσαμε για τη «Γκόλφω», για την ποίηση, τη μουσική, αλλά και όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Τα Καλογεράκια ξεκίνησαν από το σχολείο κιόλας να κάνουν τραγούδια κάποια ποιήματα που τους άρεσαν. Σε αυτό είχαν και την πολύτιμη βοήθεια και παρότρυνση μίας καθηγήτριάς τους στο Λύκειο, της κυρίας Διάνας Μανουρά, που στην ουσία τους καθόρισε στη μετέπειτα καλλιτεχνική τους ταυτότητα. Στην Αθήνα ήρθαν το 2010 και στην πορεία συνδέθηκαν πολύ με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά, με τον Νίκο Μοσχοβάκο, με τον Ντίνο Σιώτη, με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, όπου έπαιζαν σε παρουσιάσεις βιβλίων τους μελοποιημένα ποιήματά τους. «Αυτό το κάναμε για πολλά χρόνια, γιατί τον πρώτο καιρό δεν μας ήξερε η μάνα μας, δεν είχαμε θείο, νονό, δεν είχαμε λεφτά. Ήμασταν δύο παιδιά από την Κρήτη που ήρθαν εδώ με βασικό στόχο να ερευνάμε την ποίηση και να την τραγουδάμε. Δεν είχαμε το ψώνιο να ανέβουμε πάνω στη σκηνή και να τα σπάσουμε», λέει ο Μιχάλης Καλογεράκης στο Newsbeast.
Και προσθέτει: «Δεν ξέρουμε αν είναι δύσκολο αυτό που ακολουθήσαμε. Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο όταν κάποιος έχει την ανάγκη να γίνει φίρμα και να τα σπάσει και να κάνει χαμό, γιατί θα αποτύχει κατά πάσα πιθανότητα. Θεωρώ ότι ο δρόμος που έχουμε ακολουθήσει, που θέλαμε, είναι πιο υγιής, με την έννοια ότι μπορείς να χαίρεσαι με τα πιο απλά: με ένα τραγούδι που θα φτιάξεις, θα χαρείς με το να γνωρίσεις έναν ποιητή, με το να έρθουν πέντε άτομα στο live σου… Αν αυτά δεν σου αρκούν και θέλεις τα άλλα, αυτά είναι πολύ δύσκολα, θέλουν να έχεις πίσω πλάτες, μηχανισμούς…. Αυτό δεν είναι εύκολο πράγμα και είναι και δύσκολο και σε κουράζει ρε παιδί μου. Εμάς δεν μας έχει κουράσει κάτι. Το κάνουμε 16 χρόνια πλέον στην Αθήνα και μας δίνει χαρά, από την πρώτη μέρα μέχρι και τώρα».

Ωστόσο, τα Καλογεράκια σε κάθε εμφάνισή τους κάνουν «χαμό» κι ενώ θα φανταζόταν κανείς πως η μουσική τους θα απευθυνόταν σε λίγο κόσμο, εκείνοι live με το live έχουν όλο και περισσότερο κόσμο που τους ανακαλύπτει και τους λατρεύει. «Τα πρώτα 10 χρόνια δεν είχαμε κόσμο, εμείς εστιάζαμε στη δισκογραφία, δίσκο τον δίσκο, δουλειά τη δουλειά, γιατί ήταν αυτό που μας άρεσε να κάνουμε κι έρχονταν σιγά σιγά ο κόσμος. Δεν έγινε ένα μπραφ, μας είδαν ξαφνικά στο TikTok και είπανε “φύγαμε”. Αλλά έρχονταν 5-5», εξηγεί ο Μιχάλης.
Ο Παντελής με τη σειρά του λέει στο Newsbeast: «Όμως πάντοτε απευθυνόμασταν σε πολλούς και ας μην ήταν από κάτω πολλοί. Δεν το αντιμετωπίζαμε σαν κάτι το οποίο είναι βαρύγδουπο ή ποιοτικό, παρόλο που ήταν και είναι και σοβαρό και ποιοτικό. Δεν μας ενδιέφερε ένα καλλιεργημένο κοινό, μας ενδιέφερε όλο το ηλικιακό φάσμα. Εντάξει, προφανώς άνθρωποι που έχουν μια καλλιέργεια και μια παιδεία είναι και άνθρωποι που μας αφορούν έτσι κι αλλιώς, δηλαδή άνθρωποι που δεν έχουν παιδεία που είναι ρατσιστές, ομοφοβικοί ή οτιδήποτε δεν μας ενδιαφέρουν και σαν κοινό και σαν κοινωνικά όντα».
«Και η μπάντα μας έχει κλαρίνο και μπουζούκι. Έχουμε ανάγκη να επικοινωνεί και με κάτι πιο λαϊκό, γιατί η ποίηση ενώ θεωρούμε ότι είναι κάτι δύσκολο, δεν είναι, απλά θέλει χρόνο να εστιάσεις σε αυτήν. Θεωρώ πως υπάρχει η αντίληψη ότι η ποίηση είναι κάτι, επειδή δεν διαβάζει ο κόσμος και νομίζουν ότι είναι κάτι», συμπληρώνει ο Μιχάλης. Για να πάρει τον λόγο ο Παντελής, τονίζοντας την πολιτική διάσταση σε αυτό: «Θεωρώ ότι είναι και πολιτικοί οι λόγοι που θεωρείται ότι η ποίηση είναι κάτι “δύσκολο” και δεν απευθύνεται σε πολλούς. Γιατί ένα ποίημα μπορεί να “ξυπνήσει” τους ανθρώπους, να τους ενώσει. Η ποίηση είναι ένα επαναστατικό όπλο. Προτιμούν να ακούγεται ένα ποπ απολιτίκ τραγούδι, από ό,τι ένα ποίημα, δεν συμφέρει πολιτικά. Γι’ αυτό και πρέπει να διαβάζουμε. Δεν θα μας πει κανείς ότι πρέπει να διαβάζουμε, αλλά πρέπει να το κάνουμε, προκειμένου να μπορούμε να έχουμε τα εργαλεία, για να πολεμήσουμε τον φασισμό και όλα αυτά τα οποία είναι βίαια και σκληρά γύρω μας, και δυστυχώς είναι πολλά».

Για το αν η ποίηση είναι υποκειμενική και ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα ερεθίσματα μας λένε:
Μιχάλης: «Βέβαια, αλλά έχει κάποια αντικειμενικά πράγματα, δηλαδή υπάρχει μια τεχνική, όπως σε όλη την τέχνη. Υπάρχει τεχνική που τη δουλεύεις, την αναπτύσσεις. Εγώ δεν γράφω ποιήματα, δεν γράφω ποίηση, αλλά καταλαβαίνεις, ρε παιδί μου, ότι κάθε μορφή Τέχνης απαιτεί μια τεχνική».
Παντελής: «Δεν ξέρω αν είναι υποκειμενική ή αντικειμενική, αλλά στην ουσία ποίημα είναι κάτι το οποίο γράφεται από μια εσωτερική ανάγκη κάποιου που ακουμπάει σε έναν καθολικό πυρήνα της ανθρωπότητας. Με αυτή την έννοια, μπορεί να διαβάσεις ένα ποίημα και να συνδεθείς με κάτι προσωπικό δικό σου, το οποίο ο ποιητής ή η ποιήτρια δεν το γνώριζε. Δηλαδή, πολλές φορές μου έχει συμβεί να διαβάζω ένα ποίημα και να νιώθω ότι μιλάει για την κατάσταση που βρίσκομαι εγώ τώρα, όντας σίγουρος ότι ο ποιητής ή η ποιήτρια δεν γνώριζε προφανώς τι μου συμβαίνει. Οπότε προκύπτει αυτό».
Για το πότε δημιουργούν καλύτερα:
Παντελής: «Δημιουργώ όταν έχω χρόνο, που αυτό σημαίνει ότι για να έχω χρόνο, είμαι καλά. Σίγουρα δημιουργώ όταν είμαι συναισθηματικά φορτισμένος, που συνήθως η συναισθηματική φόρτιση έρχεται από κάτι στριφνό ή δύσκολο που μου συμβαίνει. Αλλά δεν είναι ότι είμαι στενοχωρημένος δηλαδή, πάντοτε όταν δημιουργώ δεν θα έχω στενό χώρο με την έννοια στενοχωρημένος, θα είμαι ανοιχτός συναισθηματικά».
Μιχάλης: «Αυτά τα λέει ο Παντελής. Εγώ ο Μιχάλης, δημιουργώ ανεξάρτητα αν είμαι χαρούμενος ή λυπημένος, δημιουργώ όταν υπάρξει χρόνος σε αυτό που λέει ο Παντελής. Ρε παιδί μου χρόνος πρακτικός δηλαδή, αν έχω δύο ώρες που ξέρω ότι θα είμαι μόνος μου στο σπίτι και ξέρω ότι υπάρχουν δυο-τρία πράγματα που θέλω να τα κάνω και τότε θα τα κάνω, είτε είμαι χαρούμενος, είτε λυπημένος. Να δημιουργηθεί αυτό το κενό χώρου και χρόνου μέσα στην καθημερινότητά μας. Όταν λέω “χρόνος» εννοώ να μην έχεις να κάνεις μια δουλειά ή να μην περιμένεις ένα τηλεφώνημα ή να μην έχεις άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη. Εγώ δηλαδή που ασχολούμαι πάρα πολύ με το σπίτι, θέλω να είναι πάντα καθαρό για να μπορώ μετά να καθίσω να δουλέψω».
Παντελής: «Κι εγώ το ίδιο έχω. Για όλα μου τα πράγματα. Αν το σπίτι μου δεν είναι τακτοποιημένο και καθαρό, δεν μπορώ ούτε να διαβάσω, ούτε να δουλέψω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Αν το σπίτι μου δεν είναι έτσι όπως πρέπει να είναι. Πάντοτε μου άρεσε, βέβαια, το άλλο. Μου αρέσουν αυτοί οι άνθρωποι που το σπίτι τους είναι ακατάστατο και είναι χαλαροί εκεί μέσα. Με γοητεύει, διότι είναι κάτι που δεν έχω».
Μιχάλης: «Εγώ δεν το έχω, αλλά φρικάρω στην ιδέα. Θέλω να τα συμμαζέψω όλα… Φουλ ψυχαναγκαστικό είναι, αυτό, δεν το συζητάω».

Για το πώς προέκυψε η Γκόλφω:
Μιχάλης: «Πριν κάποια χρόνια, δύο πολύ καλές φίλες μου η Έλενα Καλαϊτζή και η Ίνγκριντ Κουτσουρέλη ανέβαζαν τη Γκόλφω με μια ερασιτεχνική ομάδα στην Ακράτα και μου ζήτησαν να κάνω τη μουσική, κάποια τραγούδια. Κι επειδή κάπως μου άρεσαν τα τραγούδια αυτά, ήθελα να τα ηχογραφήσω. Και βρέθηκε ο Αλέξανδρος Κούρος, ένας πολύ ωραίος τύπος, ο οποίος μου είπε να τα κάνουμε παρέα, στο στούντιό του. Κι έτσι πολύ δειλά, ανάμεσα σε όλα τα άλλα που κάναμε, δούλευα σιγά σιγά μέσα στα χρόνια και τη Γκόλφω. Όταν το είπα στον πατέρα μου, μου είπε ότι υπάρχει η Στεφανούλα Καλογεράκη στο Ηράκλειο, στο χωριό, η οποία ξέρει τη Γκόλφω απ’ έξω, επειδή είχε παίξει πριν χρόνια στο θεατρικό -ήταν μία από τις βοσκοπούλες- και το ξέρει απ’ έξω. Οπότε κράτησα την πληροφορία αυτή και είπα ότι θα πάρω τη φωνή της κάποια στιγμή και θα τη βάλω κάπου. Αλλά μετά αυτό άρχισε να δίνει μια άλλη ταυτότητα στο project. Δηλαδή από τρία τραγούδια, που ήταν τα τραγούδια που είχα μελοποιήσει της Γκόλφως, ξαφνικά δημιουργηθεί ένας άλλος κόσμος που έχει να κάνει με την Γκόλφω, με το ανέβασμα της Στεφανούλας το 1952 και με εμάς στο σήμερα. Ένας άνθρωπος που με συνδέει πάρα πολύ με το τι εγώ φαντάζομαι, όμως κάτι άλλο σε ερμηνεία, κάποιο “παλιό”, είναι ο Αργύρης Μπακιρτζής, οπότε είναι πολύ μεγάλη χαρά που συμμετέχει στο άλμπουμ. Και μετά μαζευτήκαμε η παρέα. Ήρθε ο Παντελής, ήρθε ο Χρήστος Κραγιόπουλος, η Νεφέλη Φασούλη, ο Άγης Παπαπαναγιώτου, η Άλκηστις Ζιρώ. Το άλμπουμ είναι σαν ένα ντοκουμέντο καταγραφής της Γκόλφως από διαφορετικές ματιές, από τη γραφή, την απαγγελία της γιαγιάς, από τη μελοποίηση τη δική μου μέχρι την ερμηνεία των παιδιών».
Σε αυτό το σημείο σχολιάζουμε πως ακούγοντας τη Στεφανούλα, είναι σαν να ακούς τη γιαγιά σου να σου διηγείται κάποια ιστορία. «Ακριβώς, γιατί ο τρόπος που μιλάει, είναι αυτός ο τρόπος που μιλούσαν οι παλιοί, αυτό το ειλικρινές ύφος. Οπότε η Στεφανούλα κάνει ωραία τη σύνδεση με το παλιό, καθώς η Γκόλφω είναι ένα έργο που έχει γραφτεί πάρα πολλά χρόνια πριν» τονίζει ο Μιχάλης Καλογεράκης.
Το ότι οι δύο τους επίσης λειτουργούν σαν γέφυρα του παρελθόντος με το παρόν και με το μέλλον, καθώς τώρα τα παιδιά έχουν κι άλλες προσλαμβάνουσες, ακόμα και οι ίδιες οι γιαγιάδες τους δεν είναι όπως ήταν οι δικές μας ο Μιχάλης σχολίασε: «Σίγουρα οι γιαγιάδες των σημερινών 20αρηδων και κάτω δεν είναι οι γιαγιάδες που είχαμε εμείς. Έχουν Instagram, είναι νέες και σύγχρονες. Οι παλιές είχαν περάσει πόλεμο. Πάντως, χαίρομαι που η Γκόλφω βγήκε αυτή τη χρονική συγκυρία που είναι δύσκολη με όσα συμβαίνουν γύρω μας – πόλεμοι, φτώχεια, βία, ταξικές διαφορές τοξικότητα – και είναι σαν να έκανε ένα break σε οτιδήποτε άλλο και με την ευαισθησία και ποιητικότητα που είχε, μας καλεί να εστιάσουμε σε έναν κόσμο, ο οποίος δεν υπάρχει πια. Και δεν είναι τυχαίο ότι όλοι συγκινούμαστε με τη Στεφανούλα και τη φωνή της».

Παντελής: «Η φωνή της Στεφανούλας έχει μια καλοσύνη, δεν έχει ασχήμια. Δεν είναι τοξική. Υπάρχει ένας αγώνας για τη ζωή, μια πίστη στον άνθρωπο που πλέον δεν υπάρχει, γιατί νιώθω ότι αρχίζουμε να χάνουμε την πίστη μας στον άνθρωπο».
Μιχάλης: «Η Στεφανούλα έχει μια αγάπη, μια απλότητα, είναι αυτή η γιαγιά η οποία σου κάνει τηγανιτές πατάτες με αυγά, είναι αυτή που θα σου πει “παιδί μου, εγώ δεν ξέρω”, το οποίο είναι πολύ υγιές. Σήμερα όλοι έχουν άποψη, τα ξέρουν όλα».
Παντελής: «Πάντοτε όλοι είχαν άποψη, αλλά τουλάχιστον όταν διαφωνούσα σε κάτι μαζί σου, το κράταγα για εμένα, δεν έβγαινα να σου λέω συνέχεια ότι αυτό δεν μου αρέσει. Δεν συμφωνείς, για παράδειγμα με το Pride -μιας και είμαστε μήνας Pride- μπορείς να μη σχολιάσεις και να πας παρακάτω, διότι για να συμβαίνει αυτό το πράγμα, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Δεν σου λέω να ψάξεις να δεις για ποιους λόγους έχει αξία -κανονικά αυτό θα πρέπει να κάνεις-, αλλά αφού δεν το κάνεις, τουλάχιστον σώπασε και να προχωρήσουμε όλοι τις ζωές μας. Και ξέρεις σκέφτομαι πως τα «εγγόνια» και τα «δισέγγονα» της «Στεφανούλας», της γιαγιάς δηλαδή εκείνης της εποχής, είναι σήμερα εκείνα που κάνουν μπούλινγκ ή παραβιάζουν την ιδιωτικότητα των queer ανθρώπων και λες πώς γίνεται να χάθηκε αυτή η σύνδεση; Πώς γίνεται οι νέες γενιές αντί να ενισχύουν την αγάπη για τον άνθρωπο, να χειροτερεύουν τα πράγματα;».
Μιχάλης: «Δεν πιστεύω ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς το χειρότερο, νομίζω ότι ήταν κάπως το ίδιο. Και αν η Στεφανούλα που λέμε τώρα, είναι αυτή η τύπισσα που είναι, είναι γιατί έχει περάσει την ίδια διαδρομή, σήμερα στα 90 τις χρόνια».
Παντελής: «Σίγουρα, υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα στα άτομα, τα οποία βρίσκονται σε μειοψηφία, ωστόσο παρατηρείται τα τελευταία λίγα χρόνια μια στροφή προς έναν συντηρητισμό».
Μιχάλης: «Πιστεύω ότι πράγματι υπάρχει ένα κύμα που πηγαίνει πάνω και κάτω, αλλά το νερό είναι πάντα το ίδιο. Οι σεξιστές θα είναι πάντα σεξιστές, οι φαλλοκράτες θα είναι πάντα φαλλοκράτες και ο μαλ…ς πάντα μαλ…ς».

Για το αν η Τέχνη έχει θέμα με αυτούς που την εκπροσωπούν και το πώς προβάλλεται σήμερα:
Παντελής: «Το τι προβάλλεται είναι καθαρά πολιτικό, είναι πιο εύκολο να χειραγωγήσεις και να χειραγωγηθείς από ένα καλλιτεχνικό “δημιούργημα” που είναι απολιτίκ και μέτριο. Μπορούμε με αυτό να κάνουμε τις μάζες “σούπα”, αμοιβάδες. Να πετάνε τα γαρύφαλλα, να πίνουν τα ποτά τους, να κουφαίνονται και να κυλάνε τα βράδια τους, η ζωή τους, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός της Τέχνης».
Μιχάλης: «Τώρα τα βλέπουν όλα με βάση τα νούμερα. Έλεγε ο Τσαρούχης “έχει πολύ τσογλάνι η πιάτσα”. Όλα τα μεταφράζουν σε επιχείρηση».
Παντελής: «Έχει μπει πολύ και η διαφήμιση μέσα που σου λέει “σε αυτό πηγαίνει πολύς κόσμος, πήγαινε κι εσύ”. Μα σημασία έχει να πας κάπου που αρέσει σε εσένα».
Για το Live στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών:
Τις επόμενες ημέρες από τη συνάντησή μας, ο Μιχάλης και ο Παντελής θα πήγαιναν στην Κρήτη να δούνε την οικογένειά τους και μετά θα ετοιμάζονταν φουλ για την επερχόμενη συναυλία τους στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών τις 15 Ιουλίου, όπου θα τραγουδήσουν, θα χορέψουν και θα αφηγηθούν ποιήματα.
Παντελής: «Ουσιαστικά είναι τα live που παίζαμε όλο τον χειμώνα στον Σταυρό του Νότου, πήγαιναν πάρα πολύ ωραία οι συναυλίες, είχαμε μία πάρα πολύ ωραία φωτεινή διάθεση και έρχονταν πολύ όμορφα άτομα και μας έβλεπαν. Ήταν μια όμορφη γιορτή κάθε μήνα και θελήσαμε να βγάλουμε αυτή τη συναυλία σε έναν κήπο, στον Κήπο του Μεγάρου, μέσα στο πράσινο. Θα είναι μια γιορτή από μέσα προς τα έξω, δηλαδή θα το βγάλουμε με ακόμη μεγαλύτερη εξωστρέφεια. Θα είμαστε με τη μπάντα μας, με τη Μελίνα Κόλλια που όλο τον χειμώνα συμμετείχε στις συναυλίες μας κάνοντας stand up και μιλώντας με τα πιο αστεία λόγια και για τα πράγματα που συμβαίνουν κοινωνικά και για εμάς τους ίδιους. Αδιανόητα σημαντικό το stand up της Μελίνας και θα έχουμε και μαζί μας και τη Νεφέλη Φασούλη που ερχόταν σε κάθε σχεδόν live μας και τραγουδούσαμε μαζί τα κομμάτια που έχουμε φτιάξει και θα δώσει και τη νότα του πολιτισμού στη συναυλία. Θα είναι πραγματικά μια πολύ εξωστρεφής μουσική βραδιά για την οποία ανυπομονούμε και που θα έχει και κέφι και χορό».
Μιχάλης: «Είναι η πρώτη φορά στον Κήπο του Μεγάρου. Ανυπομονούμε, πραγματικά. Και μετά θα συνεχίσουμε την περιοδεία μας σε πολλά μέρη της χώρας».

Για το πώς είναι να δίνεις συναυλίες στην περιφέρεια μας λένε:
Μιχάλης: «Διψάνε. Δεν είναι ο κόσμος που μας ξέρει μέσα στην Αθήνα, αλλά ο κόσμος που έρχεται είναι συντονισμένος».
Παντελής: «Είναι πολύ συγκινητικοί οι άνθρωποι στην επαρχία».
Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης
στον Κήπο του Μεγάρου
Τετάρτη 15 Ιουλίου
Stand Up: Μελίνα Κόλλια
Συμμετέχει η Νεφέλη Φασούλη
Ώρα Έναρξης: 21:00
Προπώληση: megaron.gr
Πληροφορίες για το άλμπουμ
ΓΚΟΛΦΩ
Ένα concept album από τα Καλογεράκια
Μουσική | Μιχάλης Καλογεράκης
Πιάνο, τύμπανα, κρουστά, μπάσο, κιθάρα, μουσική παραγωγή | Αλέξανδρος Κούρος
Μπουζούκι, μαντολίνο, λαούτο | Στράτος Γκρίντζαλης
Ακορντεόν | Ντίνος Χατζηιορδάνου
Κλαρίνο | Αλέξης Στενάκης
Κιθάρες | Αλέξανδρος Κούρος, Άγης Παπαπαναγιώτου, Μιχάλης Καλογεράκης
Χορωδία | Ελένη Αλιμαντήρη, Νατάσα Λέκκου, Ανδρομάχη Στεφάνου, Ρωμανός Καπέλης, Κωνσταντίνα Γιαννοπούλου, Δήμητρα Γκίκα, Ειρήνη Βιαροπούλου, Ίνγκριντ Κουτσουρέλη, Έλενα Καλαϊτζή, Άγης Παπαπαναγιώτου, Νεφέλη Φασούλη, Δημήτρης Μήτρου, Χρήστος Κραγιόπουλος, Παντελής Καλογεράκης
Ηχογράφηση | Αλέξανδρος Κούρος, LowCat Recording Studio
Mίξη Μάστερ | Θάνος Καλέας, Kyriazis Studios
Απαγγέλλει η Στεφανούλα Καλογεράκη που το 1952 συμμετείχε σε ανέβασμα της Γκόλφω στης Αρχάνες Ηρακλείου.
Η καταγραφή της Στεφανούλας είναι του Ανδρέα Καλογεράκη
Δείτε τη Στεφανούλα εδώ