Η Ουάσιγκτον αυξάνει την πίεση προς τα μέλη του ΝΑΤΟ, ζητώντας από τους συμμάχους να κινηθούν άμεσα και πειστικά προς τον νέο στόχο για αμυντικές επενδύσεις ύψους 5% του ΑΕΠ.
Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στέλνει σαφές μήνυμα ότι η εποχή των γενικών δεσμεύσεων έχει τελειώσει. Αυτό που ζητούν πλέον οι ΗΠΑ δεν είναι μόνο περισσότερα χρήματα, αλλά συγκεκριμένες δυνατότητες, αξιόπιστα χρονοδιαγράμματα και πραγματική ανάληψη ευθύνης από την ευρωπαϊκή πλευρά της Συμμαχίας.
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, ξεκαθάρισε ότι η Σύνοδος της Άγκυρας θα λειτουργήσει ως πρώτο μεγάλο τεστ για την εφαρμογή όσων αποφασίστηκαν στη Χάγη τον Ιούνιο του 2025. Η αμερικανική πλευρά θέλει να δει ποιοι σύμμαχοι έχουν μπει πράγματι σε τροχιά υλοποίησης του στόχου και ποιοι εξακολουθούν να υστερούν.
Το μήνυμα είναι σαφές: το 5% του ΑΕΠ δεν πρέπει να μείνει πολιτικό σύνθημα. Πρέπει να μετατραπεί σε στρατό, πυρομαχικά, αεράμυνα, βιομηχανική παραγωγή, υποδομές, κυβερνοασφάλεια και δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης δυνάμεων.
Από τους αριθμούς στις πραγματικές δυνατότητες
Η νέα αμερικανική πίεση δεν αφορά μόνο τους λογιστικούς δείκτες. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να αξιολογήσει απλώς ποια χώρα δηλώνει υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Θέλει να μετρήσει τι παράγουν αυτές οι δαπάνες στο πεδίο.
Το ερώτημα που θέτουν οι ΗΠΑ είναι πρακτικό: μπορούν οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της συμβατικής άμυνας της ηπείρου; Μπορούν να καλύψουν κενά σε κρίσιμες δυνατότητες; Μπορούν να παράγουν αρκετά πυρομαχικά, συστήματα αεράμυνας, drones, πλοία, τεθωρακισμένα και μέσα διοικητικής μέριμνας; Μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και το πολιτικό κλίμα στη Σύνοδο της Άγκυρας.
Σύμφωνα με τον Μάθιου Γουίτακερ, από τη Σύνοδο της Χάγης μέχρι σήμερα οι σύμμαχοι έχουν δεσμεύσει σχεδόν 120 δισ. δολάρια σε πρόσθετες αμυντικές δαπάνες, με περίπου τα μισά να κατευθύνονται σε αμερικανικά συστήματα και εξοπλισμούς. Αυτό δείχνει ότι η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών προϋπολογισμών δεν ενισχύει μόνο το ΝΑΤΟ, αλλά και την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, αυτό είναι κομβικό. Η Ουάσιγκτον θέλει οι Ευρωπαίοι να πληρώνουν περισσότερο για την ασφάλειά τους, αλλά ταυτόχρονα βλέπει την αύξηση των δαπανών ως ευκαιρία για αμερικανικές εταιρείες, θέσεις εργασίας και εξαγωγές αμυντικής τεχνολογίας.
Ποιοι προηγούνται και ποιοι μένουν πίσω
Στο αμερικανικό αφήγημα υπάρχουν ήδη χώρες που παρουσιάζονται ως παράδειγμα.
Η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, οι σκανδιναβικές χώρες και η Γερμανία εμφανίζονται ως σύμμαχοι που κινούνται πιο αποφασιστικά προς τη νέα πραγματικότητα. Οι χώρες αυτές είτε αυξάνουν γρήγορα τις δαπάνες τους είτε επενδύουν σε κρίσιμες δυνατότητες που συνδέονται άμεσα με την αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.
Αντίθετα, άλλοι σύμμαχοι βρίσκονται υπό πίεση επειδή είτε δεν ξοδεύουν αρκετά είτε δεν έχουν παρουσιάσει πειστικό σχέδιο για το πώς θα φτάσουν στον νέο στόχο. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται αποφασισμένη να μην αρκεστεί σε γενικές υποσχέσεις.
Η λογική Τραμπ είναι ωμή: όποιος συνεισφέρει περισσότερο, θα έχει και μεγαλύτερο πολιτικό βάρος μέσα στη Συμμαχία.
Ο Γουίτακερ άφησε να εννοηθεί ότι οι χώρες που ανταποκρίνονται στις νέες απαιτήσεις μπορούν να περιμένουν καλύτερη πρόσβαση στην αμερικανική πολιτική ηγεσία και προτεραιότητα σε εξοπλιστικά προγράμματα. Με άλλα λόγια, η αμερικανική διοίκηση συνδέει πλέον πιο ανοιχτά τη συμμαχική συμπεριφορά με πολιτικά και αμυντικά ανταλλάγματα.
Η αμερικανική στρατηγική: λιγότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ
Η πίεση για το 5% εντάσσεται σε μια ευρύτερη αμερικανική στρατηγική: οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναλάβουν πολύ μεγαλύτερο μέρος της άμυνας της Ευρώπης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δηλώνουν ότι αποχωρούν από το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, επιμένουν ότι παραμένουν στη Συμμαχία. Όμως η Ουάσιγκτον θέλει να βάλει τέλος σε αυτό που αμερικανικοί κύκλοι περιγράφουν ως «ανθυγιεινή εξάρτηση» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ.
Η λογική είναι ότι η Αμερική έχει πλέον παγκόσμιες υποχρεώσεις. Η Ρωσία παραμένει απειλή στην Ευρώπη, αλλά η Κίνα, η Μέση Ανατολή, ο Ινδοειρηνικός και άλλες εστίες κρίσης διεκδικούν επίσης αμερικανικούς πόρους και προσοχή.
Γι’ αυτό η κυβέρνηση Τραμπ θέλει οι Ευρωπαίοι και ο Καναδάς να καλύψουν περισσότερα κενά στις συμβατικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν μεταδοθεί διεθνώς, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν ήδη κινηθεί για να καλύψουν σχεδόν όλα τα κενά που δημιουργούνται από τη μείωση ορισμένων αμερικανικών διαθέσιμων δυνατοτήτων στα νατοϊκά αμυντικά σχέδια. Το βασικό εναπομείναν κενό φέρεται να αφορά στρατηγικά βομβαρδιστικά, έναν τομέα όπου η αμερικανική υπεροχή παραμένει δύσκολο να αντικατασταθεί.
Το μήνυμα της Ουάσιγκτον, επομένως, δεν είναι πλήρης απεμπλοκή. Είναι μεταφορά βάρους.
Η Άγκυρα ως σκηνή λογοδοσίας
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν θα είναι απλώς μια ακόμη νατοϊκή συνάντηση κορυφής. Θα είναι το πρώτο μεγάλο πολιτικό check point μετά τη Χάγη.
Εκεί οι σύμμαχοι θα πρέπει να δείξουν τι έχουν κάνει για να μετατρέψουν τη δέσμευση του 5% σε πραγματικά προγράμματα. Το ΝΑΤΟ θέλει να παρουσιάσει εικόνα ενότητας, αλλά η συζήτηση στο παρασκήνιο θα είναι δύσκολη: ποιος πληρώνει, ποιος αγοράζει, ποιος παράγει και ποιος εξακολουθεί να υπολογίζει στις ΗΠΑ.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει ήδη προαναγγείλει ότι στην Άγκυρα θα ανακοινωθούν νέες αμυντικές συμβάσεις αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ζητούμενο είναι να φανεί ότι η Συμμαχία δεν αυξάνει απλώς τους προϋπολογισμούς της, αλλά ενισχύει πραγματικά την παραγωγή και την αποτροπή.
Η Ουάσιγκτον θέλει η Άγκυρα να στείλει ένα καθαρό μήνυμα: το ΝΑΤΟ μπαίνει σε φάση βιομηχανικής και στρατιωτικής επιτάχυνσης.
Η Ουκρανία στο επίκεντρο της Συνόδου
Η στήριξη προς την Ουκρανία θα αποτελέσει επίσης βασικό θέμα της Συνόδου.
Οι ΗΠΑ διαμηνύουν ότι δεν εγκαταλείπουν το Κίεβο, αλλά ζητούν από τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο οικονομικό και στρατιωτικό βάρος. Η λογική της κυβέρνησης Τραμπ είναι ότι ο πόλεμος διεξάγεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο και, άρα, οι Ευρωπαίοι πρέπει να έχουν πιο ενεργό ρόλο στη χρηματοδότηση και στην προμήθεια κρίσιμων συστημάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το πρόγραμμα PURL, μέσω του οποίου σύμμαχοι και εταίροι αγοράζουν αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία. Μέχρι σήμερα, μέσω του μηχανισμού αυτού έχουν διατεθεί αμερικανικά συστήματα αξίας άνω των 6 δισ. δολαρίων, μεταξύ των οποίων πυραύλοι PAC-3 για συστοιχίες Patriot.
Το PURL εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους. Από τη μία, παρέχει στην Ουκρανία κρίσιμα συστήματα που μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να διαθέσουν σε μεγάλη κλίμακα. Από την άλλη, επιτρέπει στον Τραμπ να υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ δεν σηκώνουν μόνες τους το οικονομικό βάρος, αφού οι Ευρωπαίοι πληρώνουν για αμερικανικά όπλα που καταλήγουν στο Κίεβο.
Η ειρήνη που θέλει ο Τραμπ και η πραγματικότητα του πολέμου
Ο Μάθιου Γουίτακερ επανέλαβε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία για την Ουκρανία. Ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία προϋποθέτει όρους που θα γίνουν αποδεκτοί και από τις δύο πλευρές.
Προς το παρόν, ούτε η Μόσχα ούτε το Κίεβο δείχνουν διατεθειμένες να συμφωνήσουν σε κοινή βάση. Η Ρωσία συνεχίζει να επιδιώκει στρατιωτικά και πολιτικά κέρδη, ενώ η Ουκρανία δεν θέλει μια συμφωνία που θα νομιμοποιεί την απώλεια εδαφών ή θα περιορίζει τη μελλοντική της ασφάλεια.
Έτσι, η Ουάσιγκτον κινείται σε δύο παράλληλες γραμμές: πιέζει για διπλωματική λύση, αλλά ταυτόχρονα στηρίζει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις προς την Ουκρανία, ώστε να πείσει τη Ρωσία ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί απαραίτητα υπέρ της.
Η αμερικανική θέση είναι ότι η Μόσχα πρέπει να αντιληφθεί πως ο πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί με παρατεταμένη φθορά, όταν η Δύση συνεχίζει να ενισχύει την ουκρανική άμυνα.
Το νέο ΝΑΤΟ της εποχής Τραμπ
Η πίεση για το 5% αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα στο ΝΑΤΟ.
Η Συμμαχία παραμένει ενωμένη απέναντι στη Ρωσία, αλλά η εσωτερική της ισορροπία αλλάζει. Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να πληρώνουν δυσανάλογα για την ασφάλεια της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι αναγκάζονται να επενδύσουν περισσότερο. Η αμυντική βιομηχανία αποκτά κεντρικό ρόλο. Και οι σύμμαχοι θα κρίνονται λιγότερο από τις δηλώσεις τους και περισσότερο από τις παραδόσεις, τις συμβάσεις και τις επιχειρησιακές δυνατότητες που δημιουργούν.
Η Άγκυρα θα είναι το πρώτο μεγάλο τεστ αυτής της νέας φάσης.
Για τους συμμάχους που έχουν ήδη αυξήσει τις δαπάνες και επενδύουν σε πραγματικές δυνατότητες, η Σύνοδος μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία αναβάθμισης. Για όσους καθυστερούν, μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική πίεση.
Το μήνυμα της Ουάσιγκτον είναι πως η αλληλεγγύη στο ΝΑΤΟ δεν μπορεί να είναι μονόδρομη. Οι ΗΠΑ παραμένουν, αλλά ζητούν από τους άλλους να αποδείξουν ότι μπορούν να σηκώσουν το βάρος που τους αναλογεί.
Συμπέρασμα: Το 5% δεν είναι απλώς αριθμός, είναι νέα αρχιτεκτονική ευθύνης
Η συζήτηση για το 5% του ΑΕΠ στην άμυνα δεν αφορά μόνο περισσότερα χρήματα. Αφορά τη νέα κατανομή ισχύος και ευθύνης μέσα στο ΝΑΤΟ.
Η Ουάσιγκτον ζητά από τους συμμάχους να περάσουν από την εποχή των δεσμεύσεων στην εποχή της υλοποίησης. Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό της περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η Ουκρανία παραμένει στο κέντρο της συμμαχικής ατζέντας. Και η αμυντική βιομηχανία μετατρέπεται σε βασικό πεδίο πολιτικής ισχύος.
Η Σύνοδος της Άγκυρας θα δείξει αν το ΝΑΤΟ μπορεί να μετατρέψει τον στόχο του 5% σε πραγματική αποτρεπτική δύναμη ή αν θα μείνει σε ακόμη μία μεγάλη πολιτική υπόσχεση.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, η απάντηση πρέπει να είναι άμεση. Για τους Ευρωπαίους, το ερώτημα είναι αν μπορούν να κινηθούν αρκετά γρήγορα. Και για τη Συμμαχία συνολικά, το διακύβευμα είναι αν μπορεί να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική προστασία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν θεωρείται πλέον απεριόριστη και άνευ όρων.