Σε ένα απρόσμενο «δωμάτιο απόδρασης», μέσα από το οποίο καλούμαστε να δούμε την ιστορία ως ανοιχτό πεδίο ερμηνειών, έχει μετατρέψει ο εικαστικός και αρχιτέκτονας Ανδρέας Αγγελιδάκης το Ελληνικό Περίπτερο στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας, η οποία ανοίγει φέτος σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα, όπου οι πολιτικές εντάσεις και οι εσωτερικές αναταράξεις γύρω από τη διοργάνωση επηρεάζουν ήδη το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η φετινή έκθεση.
Λίγες ημέρες πριν από τα επίσημα εγκαίνια, η παραίτηση της διεθνούς επιτροπής βραβείων και η κατάργηση του Χρυσού Λέοντα -που αντικαθίσταται από βραβεία κοινού- σηματοδότησαν θεσμική ρήξη χωρίς προηγούμενο. Η διοργάνωση καλείται να συνεχίσει χωρίς το παραδοσιακό σύστημα αξιολόγησης, ενώ παράλληλα οι αντιδράσεις γύρω από τη συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ μεταφέρουν τη συζήτηση από το πεδίο της τέχνης στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, το επιμελητικό όραμα της Αφρικανής Κόγιο Κούο, που συνοψίζεται στον τίτλο «In Minor Keys» (σ.σ. «Σε χαμηλές τονικότητες»), για μια πιο χαμηλόφωνη, εσωτερική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση της τέχνης, μοιάζει να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η φετινή διοργάνωση.
Η Κόγιο Κούο πρόλαβε να ολοκληρώσει σχεδόν τον συνολικό σχεδιασμό της κεντρικής έκθεσης πριν από τον θάνατό της τον περασμένο Μάιο, σε ηλικία 57 ετών, κατά την περίοδο της προετοιμασίας, αφήνοντας πίσω πλήρες πλαίσιο, που υλοποιείται φέτος χωρίς την παρουσία της. Ωστόσο, οι συνθήκες μέσα στις οποίες παρουσιάζεται τελικά η σημαντικότερη γιορτή της τέχνης διαφέρουν αισθητά από την πρόθεσή της, καθώς οι παραιτήσεις, οι αλλαγές στον τρόπο απονομής των βραβείων και οι πολιτικές παρεμβάσεις γύρω από τις εθνικές συμμετοχές έχουν μετατρέψει τη Μπιενάλε σε χώρο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το «Escape Room» του Ελληνικού Περιπτέρου λειτουργεί σχεδόν ως σχόλιο πάνω στη συνολική συνθήκη της διοργάνωσης: ένα περιβάλλον όπου η ιστορία, η πολιτική και η αναπαράστασή τους συγχέονται, και όπου η «απόδραση» ίσως δεν είναι παρά μια άλλη μορφή συμμετοχής στο ίδιο το παιχνίδι της πραγματικότητας.
«Η Grecia δραπέτευσε»
Η ελληνική συμμετοχή του Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη, με τίτλο «Escape Room», μεταμορφώνει το Ελληνικό Περίπτερο στα Giardini της Βενετίας σε ένα σύγχρονο «Πλατωνικό Σπήλαιο» δημιουργώντας ένα εμβυθιστικό περιβάλλον που επανενεργοποιεί την πλατωνική αλληγορία στο σημερινό τοπίο της «μετα-αλήθειας», του εθνικισμού και του λαϊκισμού.
Μέσα από γλυπτικές εγκαταστάσεις και αφηγηματικές μετατοπίσεις, ο διεθνής δημιουργός διερευνά τις σχέσεις ιστορίας, ταυτότητας και πολιτισμικής μνήμης, αντιμετωπίζοντας το ίδιο το περίπτερο ως μηχανισμό αφήγησης της ελληνικότητας. Ως δωμάτιο απόδρασης, το Ελληνικό Περίπτερο ενσαρκώνει μία πραγματικότητα που μοιάζει με παιχνίδι, ενώ σε συμβολικό επίπεδο φέρει το παράδοξο ενός κτιρίου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον «εαυτό» του, από την ίδια την ιστορία του.
Το Escape Room του Αγγελιδάκη είναι τολμηρή πρόταση για τον τρόπο ερμηνείας των κυρίαρχων αφηγήσεων, ενώ οι δεκάδες συμβολισμοί οι οποίοι είναι αριστοτεχνικά κρυμμένοι σε κάθε γωνιά του μας αποκαλύπτουν τις μικρές ιστορίες που συνθέτουν την μεγάλη Ιστορία και μας καλούν να δώσουμε τις δικές μας- εξίσου τολμηρές – απαντήσεις.
Φτάνοντας στο εμβληματικό Ελληνικό Περίπτερ -ένα από τα παλιότερα των Giardini, που εγκαινιάστηκε το 1934- αντικρίζουμε απλωμένα στα σκαλοπάτια μεγάλα ασπρόμαυρα «πουφ» σε σχήμα κολώνας. Είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της μέχρι τώρα δουλειάς του Ανδρέα Αγγελιδάκη και δημιουργούν έναν ιδιαίτερο διάλογο με τις δύο κολώνες της εισόδου του περιπτέρου. Αρχιτεκτονικά στοιχεία τα οποία, εξηγεί ο ίδιος, παραπέμπουν στην Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης.
Στον αριστερό τοίχο μια επιγραφή (πάνω σε μία εγκατάσταση- φόρο τιμής στη διακεκριμένη Ελληνίδα χαράκτρια Βάσω Κατράκη), αναφέρει: «Αγαπητέ επισκέπτη, με λύπη μας σε ενημερώνουμε ότι η Grecia δραπέτευσε». Στον δεξιό τοίχο το επιμελητικό σημείωμα μας προετοιμάζει για το τι θα δούμε: «(…) Διερευνώντας τη “ζωή” του Περιπτέρου σε συνάρτηση με το πολιτικό κλίμα της εποχής της γέννησής του -δηλαδή τον φασισμό- ο Αγγελιδάκης παρακολουθεί τις ιστορικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ιταλία μέσα από μικρές ιστορίες και περιστατικά που συνδέονται με τον χώρο. Το Περίπτερο μετατρέπεται σε μια κάψουλα όπου ιστορικές εκδοχές της ελληνικότητας τοποθετούνται δίπλα σε αστικές, βιωμένες εκφράσεις της, υπενθυμίζοντας την ένταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις πολιτισμικές καθηλώσεις».
Μπαίνοντας στο Περίπτερο, μας αποκαλύπτεται ιδιαίτερο σύμπαν, στο οποίο, μεταξύ άλλων, συναντάμε τον Ζακ Κωστόπουλο, τη Βάσω Κατράκη, η οποία κέρδισε το Χρυσό Λέοντα Χαρακτικής στη Βενετία το 1966 προτού το 1967 βρεθεί εξόριστη στη Γυάρο, τη Μαρία Μπέικου -από τα θρυλικά πρόσωπα της εθνικής αντίστασης- και… τα γυαλιά της Πέγκυ Γκουγκενχάιμ. Παράλληλα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια διχοτομημένη αρχιτεκτονική αφήγηση: από τη μία πλευρά, μια εκδοχή της «εθνικής ιστορίας» όπως αναπαράγεται μέσα από γεγονότα, ειδήσεις και συλλογικές μνήμες, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει πίστα χορού· από την άλλη, ένας χώρος που παραπέμπει σε τουριστικό περίπτερο, γεμάτος θραύσματα εικόνων και στερεοτύπων της ελληνικότητας.
«Ο εμφύλιος, αλλά γενικά η έννοια του διχασμού στην Ελλάδα έπαιξε κεντρικό ρόλο στην απόφασή μου να χωρίσω το περίπτερο στα δύο: να κάνω το εθνικό και το περίπτερο, σαν δύο χαρακτήρες» ανέφερε ο Ανδρέας Αγγελιδάκης μιλώντας στους Έλληνες δημοσιογράφους.
«Η Ιστορία δεν λειτουργεί ως μία σταθερή αφήγηση του παρελθόντος, αλλά ως πεδίο συμβολισμού και εργαλείο αποδόμησης. Μέσα από το έργο εξετάζω την ιστορία, όμως την παραθέτω σε θραύσματα. Εξάλλου δεν υπάρχει μία ιστορία. Ο καθένας από εσάς ανάλογα με ποιο πράγμα θ’ αναγνωρίσει, θα σκεφτεί άλλες συνδέσεις ή άλλα νοήματα. Ένα από τα πρώτα αποφθέγματα που χρησιμοποίησε η επιμελήτρια της Μπιενάλε Κόγιο Κούο είναι του Τζέιμς Μπόλντουιν, σύμφωνα με τον οποίο κάποιοι άνθρωποι βλέπουν το φεγγάρι και αποφασίζουν να πάνε να ζήσουν εκεί, ενώ άλλοι χορεύουν κάτω από το φως του σαν να είναι ένας αρχαίος φίλος. Με την ελληνική πραγματικότητα εγώ κάνω το δεύτερο πάντα. Μπορεί να φαίνεται ότι κριτικάρω κάποια πράγματα της Ελλάδας αλλά αφήνω την κριτική να δημιουργηθεί. Ο επισκέπτης μπορεί να καταλάβει ό,τι θέλει και φυσικά εγώ επιλέγω να είναι μέρος αυτού», πρόσθεσε.
Το «Escape Room» του Ανδρέα Αγγελιδάκη υλοποιείται και εκτίθεται στο Ελληνικό Περίπτερο με τη χρηματοδότηση του υπουργείου Πολιτισμού. Εθνικός Επίτροπος είναι ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS.
Τα εγκαίνια του Ελληνικού Περιπτέρου πραγματοποιήθηκαν το απόγευμα της Πέμπτης 7 Μαΐου -σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ- παρόντος του υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα Σύγχρονου Πολιτισμού, Ιάσονα Φωτήλα.
«Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που βρίσκομαι και φέτος στο ξεκίνημα της ελληνικής συμμετοχής σε αυτή την ιστορική διοργάνωση. Δεν θα μιλήσω για το καλλιτεχνικό έργο, υπάρχουν σαφώς αρμοδιότεροι από εμένα. Όμως δεν μπορώ να μην παρατηρήσω το προφανές: δηλαδή το πόσο εντυπωσιακό, το πόσο ισχυρά δομημένο, το πόσο συνολικά άρτιο μέσα στην πολυπλοκότητά του είναι αυτό το έργο. Δεν θα πω άλλα, θα πω μόνο ότι άξιζε τον κόπο και το άγχος και την ανησυχία και την αγωνία. Τελικά το αποτέλεσμα μας δικαιώνει όλους και πρώτα απ’ όλα τον καλλιτέχνη και τους συνεργάτες του», δήλωσε ο υφυπουργός Πολιτισμού τονίζοντας πως «αξίζει ένα μεγάλο μπράβο» στον Εθνικό Επίτροπο, τον MOMUS, «διότι πραγματικά έκανε μία σπουδαία δουλειά». «Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά η παρουσίαση του έργου. Mιλάμε για παρεμβάσεις στις υποδομές, στο κτίριο, στην ασφάλεια, που έγιναν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα». Ακόμη, ευχαρίστησε θερμά και το Onassis Culture που είναι στρατηγικός υποστηρικτής της ελληνικής συμμετοχής.