Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σοκ έχει προκαλέσει στη Γερμανία η υπόθεση της εξάχρονης Αλίσια, η οποία φέρεται να ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου με μεταλλική μπάρα στο Ντέσαου-Ρόσλαου, ενώ εκατοντάδες ηλεκτρονικά μηνύματα προς τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας, που προειδοποιούσαν για την ευημερία της, δεν διαβάστηκαν ποτέ επειδή είχαν καταλήξει στο ανενεργό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο συνταξιούχου κοινωνικής λειτουργού.

Η Αλίσια φέρεται να δέχθηκε τη βίαιη επίθεση από τον σύντροφο της μητέρας της. Μετά τον ξυλοδαρμό στις 7 Ιουνίου διακομίστηκε αεροπορικώς σε νοσοκομείο, όπου υπέκυψε στα τραύματά της δύο ημέρες αργότερα.

Η νεκροψία αποκάλυψε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση

Σύμφωνα με τη νεκροψία, η εξάχρονη έχασε τη ζωή της από σοβαρή τραυματική εγκεφαλική κάκωση, η οποία φέρεται να προκλήθηκε όταν χτυπήθηκε επανειλημμένα με μεταλλική μπάρα αλτήρα.

Οι βιολογικοί γονείς της ζητούν πλέον απαντήσεις για το αν μια έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή της. Μάλιστα, ανάμεσα σε όσους είχαν απευθυνθεί στις κοινωνικές υπηρεσίες εκφράζοντας ανησυχίες για την κατάσταση της Αλίσια ήταν και η ίδια η μητέρα της.

Ο 27χρονος Μαξ Μ., σύντροφος της μητέρας, βρίσκεται υπό κράτηση ως ύποπτος για τη δολοφονία της εξάχρονης. Ο ίδιος αρνείται κάθε ευθύνη για τον θάνατό της και φέρεται να ισχυρίστηκε ότι το παιδί έπεσε πάνω σε ένα αυτοκινητάκι-παιχνίδι.

Ωστόσο, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις έδειξαν ότι τα θανατηφόρα τραύματα ενδέχεται να προκλήθηκαν από σιδερένια μπάρα αλτήρα.

Στο μικροσκόπιο οι κοινωνικές υπηρεσίες

Μετά την τραγωδία έχουν προκύψει σοβαρά ερωτήματα για το αν οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις σχετικά με την κατάσταση της Αλίσια έφτασαν ποτέ στην αρμόδια υπηρεσία προστασίας ανηλίκων του Ντέσαου-Ρόσλαου.

Οι ερευνητές εξετάζουν καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες μεγάλος αριθμός ειδοποιήσεων, μεταξύ των οποίων μηνύματα της μητέρας του παιδιού αλλά και προσωπικού του νηπιαγωγείου, δεν διαβάστηκαν ποτέ.

Σύμφωνα με τη Sun, τα ηλεκτρονικά μηνύματα είχαν προωθηθεί στον ανενεργό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μιας συνταξιούχου υπαλλήλου. Μετά τον θάνατο της Αλίσια φέρεται να εντοπίστηκαν περίπου 470 αδιάβαστα μηνύματα, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και αρκετά που εξέφραζαν ανησυχίες για πιθανό κίνδυνο σε βάρος του παιδιού.

Οι καταγγελλόμενες παραλείψεις αποτελούν πλέον μέρος της συνεχιζόμενης έρευνας για το κατά πόσο ενδεχόμενη αμέλεια των αρμόδιων αρχών συνέβαλε στην τραγωδία, ενώ οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας.

Η συγκινητική κηδεία και οι αντιδράσεις

Η κηδεία της Αλίσια πραγματοποιήθηκε στην πόλη Άκεν, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, στις 3 Ιουλίου, όπου συγγενείς και φίλοι είπαν με δάκρυα στα μάτια το τελευταίο αντίο στο παιδί.

Το λευκό φέρετρο, διακοσμημένο με χρυσά αστέρια και φεγγάρια, ενώ στην κορυφή του είχαν τοποθετηθεί κόκκινα τριαντάφυλλα, μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσι από τέσσερις νεκροφόρους, οι οποίοι έσκυψαν το κεφάλι τους πριν το συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία.

Η Αλίσια, που περιγράφεται ως ένα παιδί με «καστανόξανθα μάτια και παιχνιδιάρικες πλεξούδες», ανυπομονούσε να ξεκινήσει το σχολείο τον Αύγουστο πριν από τον τραγικό θάνατό της.

Έντονες επικρίσεις για το σύστημα προστασίας παιδιών

Ο Ντάνιελ Κεμπ, γενικός διευθυντής της Γερμανικής Ένωσης Προστασίας του Παιδιού στη Σαξονία-Άνχαλτ, καταδίκασε το σοβαρό αυτό λάθος.

«Πρέπει να δημιουργήσουμε δομές που να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους. Δομές που θα διασφαλίζουν ότι καμία πληροφορία ή αναφορά δεν χάνεται», δήλωσε.

Την ίδια στιγμή, ο Κεμπ εκτίμησε ότι και το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της Αλίσια φέρει μέρος της ευθύνης. Όπως ανέφερε, δεν αρκεί ένας εργαζόμενος σε δομή φύλαξης παιδιών να αποστείλει ένα μήνυμα για πιθανό κίνδυνο στην ευημερία ενός παιδιού και στη συνέχεια να θεωρήσει δεδομένο ότι η πληροφορία έχει παραληφθεί.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει ευρύτερη συζήτηση στην περιοχή για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται οι αρχές τις αναφορές προστασίας ανηλίκων, ενώ επισημαίνεται η ανάγκη άμεσων μεταρρυθμίσεων στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Παράλληλα, οι τοπικές αρχές δέχονται αυξανόμενη πίεση, με μέλη των δημοτικών συμβουλίων να αναγνωρίζουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα, καθώς οι έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη.