Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Για σχεδόν μισό αιώνα, ο Ντέιβιντ Τέιλορ κατάφερε να παραμένει σχετικά άγνωστος στο ευρύ κοινό, παρά το γεγονός ότι έχτιζε ένα από τα πιο βίαια και επικίνδυνα εγκληματικά προφίλ στη Βρετανία. Ο 64χρονος, που αυτοχαρακτηριζόταν ως ένας «παλιομοδίτης κακοποιός» και ένας άνθρωπος που είχε επιλέξει τις ένοπλες ληστείες ως τρόπο ζωής, βρέθηκε τελικά στο επίκεντρο της δημοσιότητας όταν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης για τη δολοφονία της 24χρονης Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν, μιας ευάλωτης νεαρής γυναίκας, της οποίας η σορός εξακολουθεί να αγνοείται.

Η πλήρης έκταση της εγκληματικής του δράσης αποκαλύφθηκε μόνο μετά τη δεύτερη καταδίκη του για ανθρωποκτονία, καθώς είχε προηγηθεί η δολοφονία του παιδοκτόνου Κάιλ Μπέβαν μέσα στο κελί του στις φυλακές Γουέικφιλντ τον Νοέμβριο του 2025. Ο Τέιλορ, μαζί με τους επίσης ισοβίτες Λι Νιούελ και Μαρκ Φέλοους, επιτέθηκαν στον Μπέβαν καταφέροντάς του 25 μαχαιριές και αφήνοντάς τον να πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία.

Από τα παιδικά χρόνια στην εγκληματικότητα

Ο Ντέιβιντ Άλεκ Τέιλορ γεννήθηκε το 1962 στο Γκλόσοπ της κομητείας Ντέρμπισαϊρ και μεγάλωσε στο Άστον-άντερ-Λάιν, στο ευρύτερο Μάντσεστερ. Ήταν το μεγαλύτερο από τέσσερα αδέλφια, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, όμως, σύμφωνα με παιδικό του φίλο, δεν είχε ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον ούτε κάποιο πρότυπο στη ζωή του.

Όπως περιέγραψε άνθρωπος που τον γνώριζε από μικρή ηλικία, οι γονείς του, ο Μπράιαν και η Τζουν, δεν κατάφεραν να του προσφέρουν την απαιτούμενη καθοδήγηση. Μάλιστα, όταν ήταν μόλις 13 ετών, φέρεται να εκδιώχθηκε από το πατρικό του σπίτι και να έμεινε για ένα διάστημα άστεγος.

Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να εμπλέκεται σε μικροκλοπές, προτού στραφεί σταδιακά στις ένοπλες ληστείες, οι οποίες εξελίχθηκαν στη βασική εγκληματική του δραστηριότητα, όπως αναφέρει η Daily Mail. Το 1977, σε ηλικία μόλις 15 ετών, καταδικάστηκε για πρώτη φορά, ενώ λίγο αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο, πιστεύοντας ότι εκεί θα μπορούσε να βγάλει περισσότερα χρήματα και να έρθει σε επαφή με ακόμα πιο επικίνδυνους εγκληματίες.

Σύμφωνα με τον πρώην φίλο του, ο Τέιλορ συνήθιζε να υπερηφανεύεται ότι, μπαίνοντας σε ένα κατάστημα ή σε ένα ταχυδρομείο για ληστεία, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πυροβολεί με το πριονισμένο κυνηγετικό όπλο του προς την οροφή. Όπως έλεγε ο ίδιος, έτσι εξασφάλιζε αμέσως την προσοχή όλων όσοι βρίσκονταν μέσα.

Ο ίδιος άνθρωπος περιγράφει ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Τέιλορ γινόταν όλο και πιο τρομακτικός, χαρακτηρίζοντάς τον «απόλυτο ψυχοπαθή». Όπως υποστήριξε, όταν ξεκινούσε να επιτίθεται σε κάποιον δεν γνώριζε πότε να σταματήσει, δίνοντας την εντύπωση ότι είχε πάντα πρόθεση να σκοτώσει.

Οι ισχυρισμοί για την πρώτη δολοφονία

Την ίδια περίοδο, σύμφωνα πάντα με τον πρώην συνεργάτη του, ο Τέιλορ φέρεται να παραδεχόταν ότι είχε διαπράξει την πρώτη του δολοφονία. Όπως υποστήριζε, είχε σκοτώσει έναν διακινητή ναρκωτικών στο Λιντς, ισχυριζόμενος ότι εκείνος ήταν επικίνδυνος, επιθετικός και σχεδίαζε να τον σκοτώσει, όμως ο ίδιος πρόλαβε να δράσει πρώτος.

Δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση οδηγήθηκε ποτέ στη Δικαιοσύνη, ωστόσο η αναφορά αυτή αποτελεί μέρος της εικόνας που περιγράφουν άνθρωποι οι οποίοι τον γνώριζαν επί δεκαετίες.

Η πρώτη μεγάλη καταδίκη και η μεταμόρφωση στη φυλακή

Το 1986 ο Τέιλορ καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών για σειρά ενόπλων ληστειών που είχαν διαπραχθεί τα προηγούμενα τρία χρόνια.

Σε μία από αυτές, κατά τη διάρκεια ληστείας σε ταχυδρομείο στο Άστον-άντερ-Λάιν, ο τότε 24χρονος άνοιξε πυρ πέντε φορές με το πριονισμένο κυνηγετικό όπλο του, όταν ο ταχυδρόμος προσπάθησε να ακινητοποιήσει έναν από τους συνεργούς του. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο 19χρονος αδελφός του, Μπράιαν Τέιλορ.

Μία από τις σφαίρες τραυμάτισε στο χέρι τον 62χρονο ταχυδρόμο, ο οποίος, παρά τον σοβαρό κίνδυνο, γλίτωσε χωρίς να υποστεί βαρύτερους τραυματισμούς.

Το δικαστήριο άκουσε ακόμη ότι ο μικρότερος αδελφός του είχε κρύψει δύο πυροβόλα όπλα πίσω από το τζάκι του σπιτιού του, ενώ είχε κλέψει και αυτοκίνητο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε μία από τις ληστείες.

Η πολύχρονη φυλάκιση άλλαξε ριζικά τον Τέιλορ. Παιδικός του φίλος περιγράφει ότι πριν οδηγηθεί στη φυλακή ήταν ένας ψηλόλιγνος νεαρός που δεν προκαλούσε ιδιαίτερο φόβο, όμως μετά την αποφυλάκισή του είχε μετατραπεί σε έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής του αφιέρωνε τον χρόνο του στη γυμναστική, αποκτώντας εντυπωσιακή σωματική διάπλαση, την οποία χρησιμοποιούσε για να επιβάλλεται στους υπόλοιπους κρατούμενους. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, επιδίωκε να γίνει ο ισχυρότερος μέσα στη φυλακή και δεν δίσταζε να συγκρούεται τόσο με συγκρατούμενους όσο και με σωφρονιστικούς υπαλλήλους.

Η μεταφορά στην ειδική μονάδα υψίστης επικινδυνότητας

Η συμπεριφορά του προκάλεσε τόσα προβλήματα, ώστε επιλέχθηκε ως ένας από τους ελάχιστους κρατούμενους που μεταφέρθηκαν στην Ειδική Μονάδα των φυλακών Χαλ, μια πρωτοποριακή πτέρυγα απομόνωσης που δημιουργήθηκε το 1988 για κρατούμενους με ιδιαίτερα βίαιο και επιθετικό ιστορικό.

Η συγκεκριμένη μονάδα ακολουθούσε μια ασυνήθιστη φιλοσοφία επανένταξης. Κρατούμενοι και σωφρονιστικοί υπάλληλοι απευθύνονταν ο ένας στον άλλο με το μικρό τους όνομα, ενώ κανείς δεν ήταν υποχρεωμένος να φορά στολή. Οι κρατούμενοι δεν ξεπερνούσαν ποτέ περίπου τους δέκα κάθε φορά.

Μεταξύ όσων πέρασαν από την ίδια μονάδα ήταν και ο διαβόητος Τσαρλς Μπρόνσον, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί κατά καιρούς ως ο πιο βίαιος κρατούμενος της Βρετανίας, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων πέντε δεκαετιών στη φυλακή εξαιτίας επανειλημμένων επιθέσεων εναντίον σωφρονιστικών υπαλλήλων και συγκρατουμένων.

Στις φυλακές Χαλ ο Τέιλορ φέρεται επίσης να γνώρισε τον διαβόητο κρατούμενο του Γιορκσάιρ, Πολ Σάικς, ο οποίος είχε διεκδικήσει στο παρελθόν τίτλους στην πυγμαχία βαρέων βαρών στη Βρετανία και την Κοινοπολιτεία, πριν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή. Ο Σάικς πέθανε το 2007.

Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το δημοσίευμα, ο Σάικς προκάλεσε τον Τέιλορ σε συμπλοκή, έχοντας ακούσει για τη φήμη του. Ο ίδιος ο Τέιλορ ισχυριζόταν ότι τον νίκησε, στέλνοντάς τον στο νοσοκομείο της φυλακής και λέγοντάς του πως «εδώ δεν υπάρχουν οι κανόνες του Κουίνσμπερι».

Ο ίδιος άνθρωπος υποστήριξε ακόμη ότι ο Τέιλορ υπήρξε και ο ίδιος θύμα σοβαρής επίθεσης μέσα στη φυλακή. Ενώ κρατούνταν στις φυλακές Φουλ Σάτον, κοντά στην Υόρκη, διαπληκτίστηκε με άλλον κρατούμενο για ασήμαντη αφορμή και εκείνος τον μαχαίρωσε με αυτοσχέδιο αιχμηρό αντικείμενο κατασκευασμένο από βούρτσα τουαλέτας. Ο Τέιλορ μεταφέρθηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου νοσηλεύτηκε για αρκετές ημέρες και, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σώθηκε επειδή η φυσική του κατάσταση ήταν εξαιρετική.

Το 1996, παρά το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 12 ετών μία δεκαετία νωρίτερα, ο Ντέιβιντ Τέιλορ είχε επιστρέψει στους δρόμους και σύμφωνα με όσα ακολούθησαν, ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει την εγκληματική του δράση.

Εκείνη τη χρονιά, σε ηλικία 34 ετών, αποτέλεσε στόχο μεγάλης αστυνομικής επιχείρησης για τον εντοπισμό του, αφού απείλησε οδηγό φορτηγού με δίκαννη καραμπίνα, πριν τον δέσει και τον φιμώσει μέσα σε σπίτι στο Άστον-άντερ-Λάιν. Το θύμα κατάφερε τελικά να λυθεί και να διαφύγει πηδώντας από το παράθυρο υπνοδωματίου.

Παράλληλα, ο Τέιλορ, ο οποίος μόλις είχε αποφυλακιστεί για τις ληστείες, αναζητούνταν και από την Αστυνομία του Δυτικού Γιορκσάιρ στο πλαίσιο έρευνας για υπόθεση πυροβολισμών, ενώ η Αστυνομία του Μεγάλου Μάντσεστερ είχε προειδοποιήσει τους πολίτες να μην επιχειρήσουν να τον πλησιάσουν.

Η επιστροφή στη φυλακή και η προσπάθεια να αλλάξει ζωή

Το 2007 καταδικάστηκε σε αόριστης διάρκειας ποινή φυλάκισης για λόγους προστασίας του κοινού, γνωστή στη Βρετανία ως Imprisonment for Public Protection (IPP), μετά από υπόθεση διακεκριμένης διάρρηξης και κατοχής επιθετικού όπλου.

Είχε κατηγορήσει έναν άνδρα περίπου 30 ετών ότι ήταν παιδόφιλος και ότι είχε ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντι στη νεαρή κόρη του. Ο Τέιλορ εισέβαλε στο σπίτι του κρατώντας γκλομπ και του επιτέθηκε.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κράτησης φαίνεται πως επιχείρησε να ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Σύμφωνα με πληροφορίες, σπούδασε ανθρωπιστική ψυχολογία και συμβουλευτική, αποκτώντας πτυχίο βασικού κύκλου σπουδών από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Αποφυλακίστηκε με όρους το 2013 και για ένα διάστημα έδειχνε να έχει εγκαταλείψει τον προηγούμενο τρόπο ζωής του. Αφού έφυγε από το ευρύτερο Μάντσεστερ και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Λίνκολνσαϊρ, μετακόμισε στη μικρή πόλη Γουίλινγκτον της κομητείας Ντάραμ, ώστε να βρίσκεται κοντά στη μικρότερη αδελφή του, Πολίν, η οποία πέθανε το 2019.

Σύμφωνα με πρόσωπο που τον γνώριζε, εργάστηκε ακόμα και για την οργάνωση «Σαμαρείτες», προσφέροντας υποστήριξη σε ανθρώπους με αυτοκτονικό ιδεασμό.

Ωστόσο, το 2022, όπως περιγράφει το δημοσίευμα, οι βίαιες τάσεις που τον ακολουθούσαν από νεαρή ηλικία επανεμφανίστηκαν.

Η εξαφάνιση και η δολοφονία της Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν

Έναν χρόνο νωρίτερα είχε αναπτύξει σχέση με την 24χρονη Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν, η οποία φέρεται να ήταν πρώην σύντροφος του γιου φίλου του από το ευρύτερο Μάντσεστερ.

Ο Τέιλορ ισχυριζόταν ότι το ζευγάρι είχε φιλοξενηθεί στο σπίτι του στην κομητεία Ντάραμ. Η τελευταία φορά που η νεαρή γυναίκα καταγράφηκε ζωντανή ήταν τον Ιανουάριο του 2022, όταν κάμερες ασφαλείας την κατέγραψαν να περπατά μέσα σε κατάστημα της αλυσίδας Asda κοντά στο σπίτι της, στο Άστον-άντερ-Λάιν.

Οι αστυνομικές έρευνες έδειξαν ότι στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην κομητεία Ντάραμ με ένα χαρακτηριστικό χρυσό Volkswagen Passat.

H Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν

Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν την είδε ποτέ ξανά κανείς ζωντανή.

Η Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν, η οποία ζούσε μαζί με τον παππού της, περιγραφόταν από τους αστυνομικούς ως ιδιαίτερα ευάλωτο άτομο λόγω της εξάρτησής της από το αλκοόλ. Σύμφωνα με τους ερευνητές, έμοιαζε εμφανισιακά με έφηβη.

Παρά τις εκτεταμένες έρευνες των Αρχών, η σορός της δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα.

Η σύλληψη και η επίθεση στους αστυνομικούς

Τον Μάρτιο του 2024 ο Τέιλορ συνελήφθη στο σπίτι του στο Γουίλινγκτον και κατηγορήθηκε για τη δολοφονία της Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν. Κατά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην κατοικία του, οι αστυνομικοί εντόπισαν επίσης φυσίγγια για τουφέκι.

Ενώ περίμενε να δικαστεί, ανακλήθηκε η αποφυλάκισή του με όρους και επέστρεψε στη φυλακή. Όπως δήλωσε αργότερα στο δικαστήριο, ένιωθε οργισμένος και εξοργισμένος με όσα συνέβαιναν στη ζωή του.

Τον Ιούλιο του 2024, ενώ κρατούνταν στις φυλακές Φράνκλαντ της κομητείας Ντάραμ, ζήτησε ο ίδιος να συναντήσει αστυνομικούς της Αστυνομίας του Μεγάλου Μάντσεστερ που ερευνούσαν την εξαφάνιση και τη δολοφονία της νεαρής γυναίκας.

Υποστήριξε ότι διέθετε πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον εντοπισμό της σορού της.

Λίγα δευτερόλεπτα αφότου οι δύο αστυνομικοί επέστρεψαν στην αίθουσα έπειτα από σύντομο διάλειμμα, ο Τέιλορ τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά χρησιμοποιώντας ένα αυτοσχέδιο αιχμηρό όπλο, γνωστό στη γλώσσα των φυλακών ως «shank», το οποίο είχε κρύψει στο πλάι της καρέκλας του.

Κατάφερε να μαχαιρώσει στο στήθος τον ντετέκτιβ Ντάρεν Μπράτμπι, με τη λεπίδα να περνά σε ελάχιστη απόσταση από την καρδιά του. Ο αστυνομικός νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες, όμως τελικά ανάρρωσε πλήρως.

Όταν αργότερα ρωτήθηκε τι σκεφτόταν τη στιγμή της επίθεσης, ο Τέιλορ δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τι του είχε συμβεί.

Όπως είπε, «απλώς κατέρρευσα. Τα έχασα. Έχασα το μυαλό μου, έχασα τον έλεγχο. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι κατηγορούμαι για κάτι που δεν έχω κάνει και όλα ξέσπασαν εκείνη τη στιγμή».

Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, σε συνομιλία του με τον διευθυντή της φυλακής, παραδέχτηκε ότι η επίθεση ήταν προσχεδιασμένη.

Όπως ανέφερε, είχε σκοπό να σκοτώσει τον αστυνομικό, ενώ αποκάλυψε ακόμη ότι στην πραγματικότητα επιθυμούσε να επιτεθεί σε ανώτερο αξιωματικό της ερευνητικής ομάδας, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε στη συνάντηση, γεγονός που, όπως είπε, τον απογοήτευσε.

Η βία του, ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Ντέιβιντ Τέιλορ βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο μιας υπόθεσης ακραίας βίας, αυτή τη φορά στις φυλακές Γουέικφιλντ. Τον Νοέμβριο του 2025 συμμετείχε στη δολοφονική επίθεση εναντίον του παιδοκτόνου, Κάιλ Μπέβαν, ο οποίος βρισκόταν στο κελί του όταν δέχτηκε την επίθεση.

Μαζί με τον Τέιλορ συμμετείχαν ο Μαρκ Φέλοους, γνωστός στον υπόκοσμο με το προσωνύμιο «Ο Παγάνθρωπος» («The Iceman») για την αδίστακτη συμπεριφορά του στις δολοφονίες των θυμάτων του, καθώς και ο Λι Νιούελ, ο οποίος εξέτιε ήδη ποινή ισόβιας κάθειρξης και στο παρελθόν είχε σκοτώσει έναν ακόμα παιδοκτόνο μέσα στη φυλακή.

Οι τρεις άνδρες επιτέθηκαν στον Μπέβαν και του κατάφεραν συνολικά 25 μαχαιριές, αφήνοντάς τον να αιμορραγήσει μέχρι θανάτου μέσα στο κελί του.

Υλικό από τις κάμερες ασφαλείας των φυλακών κατέγραψε τους τρεις κρατούμενους να γελούν λίγη ώρα πριν από τη φονική επίθεση, η οποία διήρκεσε περίπου πέντε λεπτά.

Μετά τη μεταγωγή του από τις φυλακές Γουέικφιλντ, μία νοσηλεύτρια άκουσε τον Τέιλορ να φωνάζει προς τον Λι Νιούελ: «Χάρηκα που συνεργάστηκα μαζί σου και με τον Παγάνθρωπο».

O Κάιλ Μπέβαν

Η ομολογία για τη δολοφονία της 24χρονης

Παρά την εικόνα που επιχείρησε κατά καιρούς να παρουσιάσει, εκείνη ενός «παλιομοδίτη κακοποιού» με δικό του κώδικα τιμής, η υπόθεση της Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν αποκάλυψε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.

Τον Φεβρουάριο ο Τέιλορ παραδέχτηκε τελικά ότι δολοφόνησε τη νεαρή γυναίκα, η οποία ήταν σχεδόν 40 χρόνια μικρότερή του.

Το Δικαστήριο του Λιντς άκουσε ότι ο κατηγορούμενος είχε απλώς «κουραστεί από εκείνη» και επιδίωκε να βάλει τέλος στη σχέση τους.

Παρά την ομολογία του, η σορός της Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα, αφήνοντας την οικογένειά της χωρίς απαντήσεις για την τύχη της.

Η έκκληση της οικογένειας

Γνωρίζοντας πλέον ότι ο Ντέιβιντ Τέιλορ δεν πρόκειται να αποφυλακιστεί ποτέ, οι συγγενείς της 24χρονης απηύθυναν δημόσια έκκληση να αποκαλύψει πού βρίσκεται η σορός της.

Η θεία της, Τερέζα Ρόμπινσον, μιλώντας στο δικαστήριο, κατηγόρησε τον καταδικασμένο δολοφόνο ότι εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη κατάσταση της νεαρής γυναίκας.

Όπως ανέφερε, ο Τέιλορ την προσέγγισε, έγινε φίλος της και τελικά την οδήγησε στον θάνατο.

Παράλληλα, τον κάλεσε να βρει τη δύναμη να κάνει, έστω και τώρα, το σωστό και να αποκαλύψει πού έχει αποκρύψει τη σορό της, ώστε η οικογένεια να μπορέσει να τη θάψει.

«Ένας από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους στο σωφρονιστικό σύστημα»

Άνθρωποι που τον γνώρισαν και παρακολούθησαν την πορεία του επί δεκαετίες εμφανίζονται ιδιαίτερα απαισιόδοξοι ως προς το ενδεχόμενο να συνεργαστεί ποτέ με τις Αρχές ή να εκφράσει πραγματική μεταμέλεια για τα εγκλήματά του.

Πρώην συνεργάτης του εκτιμά ότι ο Τέιλορ δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψει τι έκανε στη σορό της Αλίσα Άλποστοφ-Μπογιάριν ούτε να δείξει ειλικρινή μεταμέλεια για τη ζωή εγκληματικότητας που ακολούθησε.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, ο Ντέιβιντ Τέιλορ είναι «ένας από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους σε ολόκληρο το σωφρονιστικό σύστημα» της Βρετανίας και κατά την εκτίμησή του, θα παραμείνει έτσι μέχρι να πεθάνει στη φυλακή.