Η συζήτηση για τη γερμανική ισχύ επιστρέφει δυναμικά στην Ευρώπη, καθώς το Βερολίνο εγκαταλείπει σταδιακά τις μεταπολεμικές του αναστολές και προχωρά σε έναν ιστορικών διαστάσεων επανεξοπλισμό.
Με φόντο τη ρωσική επιθετικότητα και την αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Γερμανία χαλαρώνει το φρένο χρέους, αυξάνει μαζικά τις αμυντικές δαπάνες και θέτει ως στόχο τη δημιουργία της ισχυρότερης συμβατικής στρατιωτικής δύναμης στην Ευρώπη.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πλέον αν οι Γερμανοί μπορούν να πολεμήσουν. Είναι αν η Γερμανία επανεξοπλίζεται για την Ευρώπη ή κυρίως για τον εαυτό της.
Από την αδράνεια στην υπερδύναμη άμυνας
Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι είχε προκαλέσει αίσθηση λέγοντας ότι φοβάται λιγότερο τη δύναμη της Γερμανίας από την αδράνειά της.
Σήμερα, το σκηνικό έχει αντιστραφεί. Η Γερμανία κινείται με ταχύτητα προς μια νέα αμυντική εποχή, με προϋπολογισμό που ξεπερνά εκείνους της Γαλλίας και της Βρετανίας, δύο πυρηνικών δυνάμεων.
Στο νέο της δόγμα, η Μπούντεσβερ καλείται να γίνει η «ισχυρότερη συμβατική δύναμη στην Ευρώπη», ενώ το Βερολίνο σχεδιάζει επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ σε στρατιωτικές διαστημικές δυνατότητες.
Για τις χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας, η γερμανική στροφή είναι καλοδεχούμενη, καθώς θεωρούν ότι η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στη Ρωσία.
Ωστόσο, σε Παρίσι και Βαρσοβία η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Η ανησυχία Παρισιού και Βαρσοβίας
Η Πολωνία, η οποία δαπανά ήδη τεράστιους πόρους για την άμυνά της, βλέπει τη Γερμανία να αναδύεται ξανά ως κεντρική στρατιωτική δύναμη στην ήπειρο, την ώρα που ιστορικές μνήμες και εκκρεμότητες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν ζωντανές.
Η Γαλλία, από την άλλη, αντιμετωπίζει τον γερμανικό επανεξοπλισμό ως πρόκληση στην παραδοσιακή της θέση ως της κυρίαρχης στρατιωτικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Γάλλος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Φαμπιέν Μαντόν, προειδοποίησε πρόσφατα ότι, αν η Γερμανία συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό, σε λίγα χρόνια το επιχείρημα της γαλλικής επιχειρησιακής εμπειρίας δεν θα αρκεί πλέον.
Η ανησυχία ενισχύθηκε μετά την απόφαση του Βερολίνου να αποσύρει τη στήριξή του από το γαλλογερμανικό πρόγραμμα FCAS, το μελλοντικό ευρωπαϊκό σύστημα αεροπορικής μάχης.
Ρήγμα στο γαλλογερμανικό αμυντικό όραμα
Η υπόθεση του FCAS ανέδειξε μια βαθύτερη διαφορά φιλοσοφίας ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία.
Για το Παρίσι, το πρόγραμμα ήταν στρατηγικό εργαλείο για τη μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για το Βερολίνο, όμως, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως ένα δύσκολο και ενδεχομένως μη βιώσιμο βιομηχανικό σχέδιο.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το νέο γερμανικό δίλημμα: η χώρα επενδύει στην άμυνα, αλλά το κάνει με ισχυρή έμφαση στη βιομηχανική της βάση και στην ανάγκη αναπροσανατολισμού μιας οικονομίας που έχει δεχθεί διαδοχικά σοκ.
Η απώλεια της ρωσικής ενέργειας, η υποχώρηση της κινεζικής αγοράς για τις γερμανικές εξαγωγές και η αβεβαιότητα για την αμερικανική προστασία έχουν ανατρέψει βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η γερμανική ισχύς των τελευταίων δεκαετιών.
Η νέα εξίσωση της Γερμανίας
Σύμφωνα με τη γαλλική ανάγνωση, η νέα γερμανική στρατηγική έχει τρεις προτεραιότητες: πρώτα μια εθνική φιλοδοξία στην άμυνα, έπειτα την επιδίωξη να γίνει το Βερολίνο ο βασικός στρατιωτικός εταίρος της Ουάσινγκτον στην Ευρώπη και, τέλος, την ευρωπαϊκή κυριαρχία ως επιλογή και όχι ως θεμέλιο.
Αυτό ακριβώς προκαλεί ανησυχία σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Γερμανία δείχνει αποφασισμένη να αναλάβει ηγετικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, αλλά δεν έχει ακόμη εξηγήσει επαρκώς πώς αυτή η ισχύς θα ενταχθεί σε ένα κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο άμυνας.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Άλλο μια Γερμανία που ενισχύεται για να σηκώσει μεγαλύτερο βάρος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και άλλο μια Γερμανία που ενισχύεται κυρίως ως εθνική δύναμη με ευρωπαϊκές προεκτάσεις.
Το ερώτημα της ηγεμονίας
Η προοπτική μιας στρατιωτικά ισχυρής Γερμανίας δεν προκαλεί παντού τον ίδιο φόβο. Για τις χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στη ρωσική απειλή, η γερμανική αφύπνιση θεωρείται απαραίτητη.
Για άλλους, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος η Ευρώπη να περάσει από τη γερμανική αδράνεια στη γερμανική υπεροχή, χωρίς να έχει προηγηθεί κοινή πολιτική συμφωνία για το πώς θα ασκηθεί αυτή η ισχύς.
Το ζητούμενο δεν είναι να μείνει η Γερμανία αδύναμη. Το ζητούμενο είναι να μην κινηθεί μόνη της.
Η φράση «ποτέ ξανά μόνη», που επανήλθε πρόσφατα στη γερμανική δημόσια συζήτηση, συμπυκνώνει το δίλημμα της νέας εποχής.
Η Ευρώπη χρειάζεται τη γερμανική δύναμη. Αλλά χρειάζεται επίσης διαφάνεια, συντονισμό και σαφή απάντηση στο ερώτημα αν ο γερμανικός επανεξοπλισμός γίνεται για μια ισχυρότερη Ευρώπη ή για μια Γερμανία που αναζητά ξανά τον δικό της δρόμο.