Η απόφαση της Κίνας να επιβάλει ταξιδιωτικές κυρώσεις σε τέσσερις βουλευτές της Νέας Ζηλανδίας προκαλεί διπλωματική ένταση μεταξύ των δύο χωρών, με το Ουέλινγκτον να δηλώνει αιφνιδιασμένο από την κίνηση του Πεκίνου. Η απαγόρευση συνδέεται με επίσκεψη των βουλευτών στην Ταϊβάν τον περασμένο Μάιο, γεγονός που η κινεζική πλευρά αξιολόγησε ως πολιτικά επιζήμιο και παρεμβατικό.
Η κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας γνωστοποίησε σήμερα ότι σκοπεύει να μεταφέρει επισήμως τις ανησυχίες της προς την κινεζική ηγεσία, μετά την απόφαση του Πεκίνου να απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα σε τέσσερις Νεοζηλανδούς βουλευτές που είχαν ταξιδέψει στην Ταϊβάν.
Εκπρόσωπος του υπουργού Εξωτερικών της Νέας Ζηλανδίας, Γουίνστον Πίτερς, τόνισε ότι επισκέψεις βουλευτών στο νησί πραγματοποιούνται εδώ και πολλές δεκαετίες. Όπως ανέφερε, «τέτοιου είδους επισκέψεις συνάδουν με την πολιτική της Μίας Κίνας που ακολουθεί η Νέα Ζηλανδία», παραπέμποντας στην πολιτική που εφαρμόζεται από το 1972 και βάσει της οποίας η κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας αναγνωρίζει το Πεκίνο ως τη μοναδική νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας.
Η Κίνα εξακολουθεί να θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της και επιδιώκει την επανένωσή της με την ηπειρωτική χώρα.
Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, «στο πλαίσιο αυτής της μακράς ιστορίας ο υπουργός εξεπλάγη όταν ενημερώθηκε πως η Κίνα έλαβε την απόφαση, για πρώτη φορά, να επιβάλει απαγόρευση ταξιδίων σε βουλευτές της Νέας Ζηλανδίας λόγω της επίσκεψης στην Ταϊβάν».
Ο Γουίνστον Πίτερς έδωσε εντολή σε στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών της Νέας Ζηλανδίας, τόσο στο Πεκίνο όσο και στο Ουέλινγκτον, να θέσουν το ζήτημα στις κινεζικές αρχές «προκειμένου να εκφράσουν την ανησυχία τους για την απομάκρυνση από την προηγούμενη πρακτική και για να την κατανοήσουν καλύτερα».
Παρά τις σταθερές σχέσεις που έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια οι δύο χώρες και παρά το γεγονός ότι η Κίνα παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Νέας Ζηλανδίας, το Ουέλινγκτον έχει αρχίσει να εκφράζει ολοένα και πιο έντονα προβληματισμούς για την αυξανόμενη κινεζική επιρροή στην περιοχή του Ειρηνικού.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Νέας Ζηλανδίας υπογράμμισε επίσης ότι, παρότι δεν υπάρχουν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, «αυτό δεν εμποδίζει τη Νέα Ζηλανδία να έχει εμπορικές, οικονομικές και πολιτιστικές συναλλαγές» με το νησί.
Η απάντηση του Πεκίνου
Από την πλευρά της, η κινεζική πρεσβεία στη Νέα Ζηλανδία υπερασπίστηκε την απόφαση, επισημαίνοντας μέσω ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της ότι «Οι βουλευτές δεν είναι απλοί πολίτες».
Στην ίδια ανακοίνωση αναφερόταν ακόμη ότι «Η Κίνα είναι σταθερά αντίθετη σε επισκέψεις στην επαρχία Ταϊβάν της Κίνας από μέλη κοινοβουλίων χωρών που έχουν διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα, περιλαμβανομένης της Νέας Ζηλανδίας και αυτή η περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση».
Το Πεκίνο πρόσθεσε πως «Κατά συνέπεια η Νέα Ζηλανδία δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται».
Παράλληλα, η κινεζική διπλωματική αποστολή εξήγησε ότι οι κυρώσεις επιβλήθηκαν στους τέσσερις βουλευτές επειδή η επίσκεψή τους στην Ταϊβάν τον Μάιο «είχε σοβαρές, αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις» και αποτέλεσε «παρέμβαση». Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι βουλευτές πραγματοποίησαν το ταξίδι παρά «τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις» που είχε απευθύνει το Πεκίνο.
Αντίδραση της Ταϊβάν και των βουλευτών
Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν αντέδρασε έντονα, καταδικάζοντας «έντονα» τα «αντίποινα» της Κίνας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Πεκίνο δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνει στις σχέσεις και τις επαφές της Ταϊπέι με «διεθνείς φίλους».
Η κινεζική πρεσβεία διευκρίνισε ότι η απαγόρευση ισχύει για έναν χρόνο και αφορά την είσοδο των τεσσάρων βουλευτών στην Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος Λόρα ΜακΚλιούρ, Ντέιβιντ Γουίλσον και Μορίν Πόου, καθώς και ο βουλευτής των Εργατικών Ντάνκαν Γουέμπ.
Η Λόρα ΜακΚλιούρ, μιλώντας στην εφημερίδα The New Zealand Herald, χαρακτήρισε την κινεζική απόφαση «ένα είδος ξένης παρέμβασης». Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, «Δεν θα ζητήσω συγγνώμη επειδή επισκέφθηκα την Ταϊβάν».
Τέλος, σύμφωνα με ενημέρωση που απέστειλε η κινεζική πρεσβεία στο κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας, η διάρκεια της απαγόρευσης θα μπορούσε να περιοριστεί ή ακόμη και να αρθεί, εφόσον οι τέσσερις βουλευτές ζητήσουν συγγνώμη για την επίσκεψή τους στην Ταϊβάν.